Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Σε ηλικία 82 ετών «έφυγε» από την επίγεια ζωή ο Σαράντος Καργάκος


Σε ηλικία 82 ετών «έφυγε» από την επίγεια  ζωή για την αιωνιότητα ο ξεχωριστός, ο μαχητής, ο αγωνιστής, ο ευγενής, ο σεμνός, ο σπουδαίος και εκλεκτός ιστορικός, ο φωτισμένος άνθρωπος, ο άνθρωπος που κατείχε τη γνώση αλλά όχι την έπαρση, ο άνθρωπος που οι  απόψεις του δεν ακούγονται αλλά διαβάζονται, ο Γίγαντας που αγωνίστηκε για την Ελληνική Γλώσσα και την Εθνική ταυτότητα, ο άνθρωπος που από το 1964 αγωνιζόταν για τη Μακεδονία μας, ο άνθρωπος που ήταν πάντα κοντά στη νεολαία με τα πολλά βιβλία των  Εκθέσεων, της Ιστορίας, των Λατινικών και Συντακτικών, Σαράντος Καργάκος.
 Ακριβώς πριν ένα χρόνο είχε δώσει μια συνέντευξη για το επίκαιρο θέμα του ΄΄Μακεδονικού΄΄ με την οποία μας οδηγεί σε απαγορεύμενα μονοπάτια της πραγματικότητας, αυτά που ίσως δεν θέλουν να ακούσουν όσοι μας διοικούν όλα αυτά τα χρόνια.
Ο Σαράντος Καργάκος με άριστη γνώση της ιστορίας και των γεγονότων της πατρίδος μας τεκμηριώνει το γιατί επιζητούν τον τεμαχισμό της Ελλάδας, τονίζοντας ότι η αμοιβή της προδοσίας έχει αυξηθεί από την εποχή του Ιούδα και ότι οι Έλληνες την προδοσία την έχουμε στο αίμα μας.
Αναφέρεται στο  πως πολεμήσανε τον ηρωισμό μας; Πως γαλουχηθήκαμε να χλευάζουμε τους εθνικούς μας ήρωες και να θεωρούμε ντροπή τη λέξη πατριωτισμό ; όλα αυτά έπαιξαν ρόλο στην καλλιέργεια της συνείδησής μας που έπαψε να είναι ελληνική.
Δείτε παρακάτω το Βίντεο και διαβάστε ένα από τα πολλά κείμενά του με τον χαρακτηριστικό τρόπο γραφής του
Σαράντος Καργάκος: Δεν είμαστε άξιοι για ελευθερία
Εδώ το βίντεο (γ΄ μέρος) διάρκειας 10΄λεπτών :   

Φτανε μόνον ο πολιτικοί;
Σαράντος Καργάκος
Δέν θά πῶ – ἄλλωστε οὐδέποτε τό εἶπα– ὅτι οἱ πολιτικοί μας εἶναι λουλούδια γιά μύρισμα. Καί δέν θά εἶχα ἀντίρρηση νά πετάξουμε πολλούς ἀπό τήν Ταρπηία Πέτρα διά τά φαῦλα πού ἔπραξαν καί γιά τήν πολιτική τοῦ Συβαριτισμοῦ πού καλλιέργησαν. Κι ἐπειδή ἐνδέχεται κάποτε νά λάβουμε κάποιο μέτρο σωστό, δηλαδή γιά τή δημοκρατία σωστικό, ἐξηγῶ ὅτι Ταρπηία Πέτρα λεγόταν ὁ νότιος γκρεμός τοῦ Καπιτωλίου τῆς Ρώμης, ἀπ᾽ ὅπου ρίχνονταν οἱ κακουργήσαντες πολίτες (οἱ δοῦλοι σταυρώνονταν).
λλά δέν εναι σωστό λα τά errata(= μαρτημένα) νά τά φορτώνουμε στούς πολιτικούς καί νά μένει στόπυρόβλητο  πνευματική γεσία το τόπου ατο. Ο πνευματικοί νθρωποι πρέπει νά δρον πως ο χνες τοΚαπιτωλίου. Νά γρυπνον καί νά προειδοποιον. Πληρώνουμε εὐρώστους μισθούς σέ ἑκατοντάδες μεγαλοθεσίτες οἰκονομολόγους. Γιατί δέν μίλησαν γιά τήν ἐπερχόμενη κρίση; Τηροσαν σιγή σφαλείας γιά νά μήν τούς κοπον κάποια «προγράμματα»  γιά νά μήν κοπον πό κάποιες πιτροπές «σοφν»;
σφαλς καί ο λογοτέχνες δέν θά ᾽πρεπε νά εἶναι «σύννεφα μέ πανταλόνια», γιά νά μιλήσω Μαγιακοφσκικῶς. Οὔτε αὐτοίπαλλάσσονται πό εθύνες Μπρέχτ εχε πε πώς ταν λθουν δύσκολοι καιροί,  λαός δέν θά πε τί πραξαν οπολιτικοί. Θά πε: «Γιατί δέν μίλησαν ο ποιητές;». Μήπως γιά νά μή χάσουν κάποιο κρατικό βραβεο  κάποια θέση σέπουργεο;
Σήμερα  λαός φτύνει τούς πάντες. Διότι τάχα τόν πρόδωσαν. «Ἀλλ᾽ οἱ κατ᾽ ἄνεμον πτύοντες τά ἑαυτῶν πρόσωπα πτύουσι». Καθρέφτες ὑπάρχουν σέ κάθε σπίτι. Ἄς κοιταχτεῖ καθείς, κι ἐκεῖ ἄς φτύσει. Διότι, ν φτανε ο πολιτικοί, φταίει κι πολίτης. Εἰκόνα του εἶναι –γιά νά τό πῶ κατά τόν τρόπο τῆς Γαλάτειας Καζαντζάκη– οἱ πολιτικοί, καί τοῦ μοιάζουν. Κάποιοι πολιτικοί μπορεί νά «ἔφαγαν».  λαός τούς ψήφιζε γιά νά μπορε νά «τρώει» κι ατός. Νά μπορε νά παραβαίνει τό νόμο, νά καταπατε δημόσιες κτάσεις, νά κτίζει αθαίρετα, νά πουλ «ξίκικα», νά μήν πληρώνει πρόστιμα γιά παραβάσεις, νά διπλασιάζει τό κοπάδι του στά χαρτιά καί νά μοιράζεται τά λεφτά μέ τόν «μετρητή» τς νομαρχίας. Κι ταν πεφτε χαλάζι, νά κάνει –σάν τόν «κεφαλονίτικο παπά»– τά 12 χαλαζόπληκτα στρέμματα 13 καί κάτι παραπάνω.
Φταίει κι  λαός πού κανε τίς διαβόητες πιδοτήσεις οίσκυ στά ναρίθμητα νά τήν πικράτεια «σκυλάδικα» (Γιαννοπουλικς «Κέντρα Πολιτισμο») καί χαρτοπαίγνιο στά «τεμπελάδικα».
Φταίει  λαός, διότι, πως τό λέει  Θουκυδίδης, θελε νά βλέπει λόγια καί ν κούει ργα.
Φταίει  λαός πού βαζε –καί βάζει– τό κόμμα πάνω πό τήν πατρίδα.
Φταίει, γιατί κανε τό κόμμα ργανο γιά τήν δική του «παρτίδα».
Φταίει  λαός, γιατί νέκτησε μιά χούφτα «μοσχανθούς» νά διαλύσουν τό σύμπαν κι ατός νά νανουρίζεται μέ τά «μπλά-μπλά» τς τηλοψίας.
Φταίει  λαός, γιατί, κι ν καμμιά φορά ψήφισε καλούς, δέν τούς φησε νά δράσουν καλά· τούς ποχρέωσε νά πράξουν ρουσφετολογικά.
Φταίει  λαός, γιατί ν σαν πάντα στά ψηφοδέλτια κάποιοι νθρωποι μέ ξία, ατός πήγαινε καί σταύρωνε τήν πλέον καλλιπάρειον «ρτίστα».  «ναγνωρισιμότητα» φαγε τή δημοκρατία. Κι ν πάρχουν νθρωποι μέ προσόντα, θος καί κύρος, δέν τολμον νά εσέλθουν στόν πολιτικό στίβο γιά νά μή γελοιοποιηθον,ποσκελιζόμενοι πό πιδέξια μηδενικά. τσι τό κοινοβούλιο κατάντησε παθολογικό πάνθεον μικρότητας καί συναλλαγς.
Καί ἡ «Ζενέ ντορέ»,  χρυσή νεολαία μας ( ρος εναι το 19ου α.) ραχατεύει· καί πέτρεψε νά ποκατασταθε πό θορυβώδεις λλά καλά ργανωμένες μειοψηφίες πού κυρίως προέρχονται πό ριστοκρατικές συνοικίεςΟμπαμπάδες λέγχουν τό κράτος καί ο βλαστοί τους τό παρακράτος. δού γιατί πολλοί πώνυμοι κόπτονται πέρ τς «κουκούλας», δού γιατί –πό τό πρόσχημα τν «προσωπικν δεδομένων»– διατηρεται  νωνυμία νεαρνγκληματικς δρώντων. Κάτω πό τήν «κουκούλα» κάποιου νερμάτιστου θικά νεανίσκου, πιθανς νά κρύπτεται γυιός κάποιου πώνυμου «μεγαλίσκου».
Δέν θέλω πάντα νά γίνομαι δυσάρεστος καί «μάντις κακῶν». Ἀλλά δέν μπορ νά κούω στήν τηλοψία ατή τήν γλοιώδη λαοκολακεία: « λαός δέν φταίει». Πταίει καί παραπταίει! Ἀπό πολλές ἀπόψεις θυμίζει τούς Ἀργεντίνους μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς πού εἶχαν κάνει σύνθημα τό εἰλικρινέστατο: «Λαντρόνε νον λαντρόνε, θερέμος Περόνε» (= Κλέφτης ξεκλέφτης, ψηφίζουμε Περόν). Καί… πρόκοψαν! Ἔκαναν ἄρχοντες τούς Ναπολέοντες τοῦ ἐγκλήματος.
Γιά νά μήν ἔχουμε τέτοια φαινόμενα κι ἐδῶ, ἄν καί ὁ ἐγκληματικός Ναπολεοντισμός κάνει ἤδη «στράτα», εναι καιρός νά σταματήσει  κυριαρχία τν «ἀπαράτσικ» (γιά νά ἐκφραστῶ κομμουνιστογλωσσικῶς), τῶν κομματικν στελεχν πούχουν κάνει τό κράτος τσιφλίκι τους. Ἡ χωρίς προηγούμενο ἠθική χρεωκοπία τοῦ συνδικαλισμοῦ μετέτρεψε τήν ἄλλοτε εὔρωστη ἐργατοαγροτική μας τάξη σέ μιά ζαμπουνιάρικη (= ἀρρωστιάρικη) τάξη μέ βαρέμικες τάσεις. Λυπμαι πού θά τό π σο κι ν εναι πικρό: νεργομε σάν νά κουβαλμε μέσα μας τήν πιθυμία το θανάτου. 
Πηγή: Εστία
Ημερομηνία: 01/04/2011