Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

Η «εξαπτέρυγη» μεταμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής στη δεκαετία του 90'


Η «εξαπτέρυγη» μεταμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής στη δεκαετία του 90




Σε προηγούμενο μου άρθρο εδώ είχα διαπραγματευτεί την αρχική Εθνική εξωτερική πολιτική στον βαλκανικό χώρο αμέσως μετά την πτώση του σιδηρού παραπετάσματος. Σήμερα και σε συνέχεια του προηγούμενου θα ασχοληθούμε με την αλλαγή της εθνικής εξωτερικής πολιτικής η οποία ξεκίνησε από τη διακυβέρνηση Σημίτη και έκτοτε.

Πριν από αυτό χρειάζεται να αναφέρω πως σκέφτηκα πολύ αν θα πρέπει να γράψω για τη χθεσινή παράσταση του κυβερνητικού θιάσου στο Γαλάτσι, που αποτελούσε στην ουσία την ιστορία ενός αρραβώνα. Ωστόσο κατέληξα στο συγκεκριμένο θέμα γιατί κατά τη γνώμη μου αποτελεί ένα μεγάλο κομμάτι της συγκολλητικής ουσίας μεταξύ του γάμου αριστεριστών και εθνομηδενιστών ο όποιος στην ουσία προαναγγέλθηκε και στους προχθεσινούς αρραβώνες.
Είχαμε πει πως η ελληνική εξωτερική πολιτική αρχικά ήταν μία πολιτική κυριαρχίας στη βαλκανική και οικονομικής επέκτασης σε αυτή ιδιαίτερα στις τράπεζες. Κορωνίδα της πολιτικής υπήρξε η σκληρή γραμμή στο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων με αποκορύφωμα τα δύο συμβούλια των πολιτικών αρχηγών. Αυτή η πολιτική συνεχίστηκε χωρίς ουσιώδη μεταβολή και μετά τις εκλογές του 93’ επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου.
Ήταν δε τέτοια η συνέχεια της ελληνικής πολιτικής και η ταύτιση θέσεων η οποία ομολογείται ακόμα και από τον ίδιο τον Ανδρέα Παπανδρέου σε συνέντευξή του προεκλογικά το 1993 (εδώ) .
Η πολιτική αυτή κατέληξε στην ενδιάμεση συμφωνία του 1995 με αλλαγή της σημαίας των Σκοπίων και εκπλήρωση ενός από τους τρεις όρους που είχαν τεθεί από τα συμβούλια των πολιτικών αρχηγών, την αλλαγή της σημαίας. Η ουσία της εν λόγω πολιτικής ήταν πως για να εισέλθουν τα Σκόπια σε οποιονδήποτε οργανισμό θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν ένα προσωρινό όνομα χωρίς να αναγνωριστεί από την Ελλάδα η παρουσία του ονόματος Μακεδονία. Και χωρίς να πληρωθούν και οι άλλοι δύο όροι που ήταν η αλλαγή του Συντάγματος και το αποδεκτό όνομα το οποίο όπως προκύπτει από τις αποφάσεις των πολιτικών αρχηγών δεν θα περιείχε τη λέξη Μακεδονία ή παράγωγό του. Αυτή ήταν η εθνική γραμμή και φέρει τις υπογραφές όλων πολιτικών αρχηγών και των πολιτικών κομμάτων πλην του Κομμουνιστικού Κόμματος και είναι κομμάτι της πολιτικής Σαμαρά - Παπανδρέου όπως είχε προκύψει από τα πολιτικά δρώμενα της εποχής εκείνης.
Ο πυρήνας εκείνης της πολιτικής ήταν όσον αφορά το ονοματολογικό τα Σκόπια να αναγκαστούν να υποχωρήσουν στις ελληνικές θέσεις σε βάθος χρόνου επιβεβαιώνοντας την Ελληνική κυριαρχία. Στο βάθος όμως ήταν ακριβώς η ελληνική κυριαρχία στη βαλκανική η οποία ήταν ο στόχος με σκοπό την προσκόλληση των χωρών αυτών στην Ελλάδα στη βάση της αυξημένης οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος την εποχή εκείνη έτσι ώστε να υπάρξει ο αντίπαλος πόλος απέναντι στην Τουρκία. Η περαιτέρω ανάλυση αυτού του γεγονότος ξεφεύγει από το νόημα του σημερινού άρθρου, ωστόσο είναι χρήσιμο να αναλυθεί εκτενώς στο μέλλον σε επόμενο άρθρο. Χρήσιμο θα ήταν ωστόσο να προσθέσουμε ότι μέχρι τότε η πολιτική μας έναντι της Τουρκίας σε σχέση κυρίως με την Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν σταθερή με το βέτο της χρηματοδότησης της Τουρκίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση
Η τόσο σαφής εθνική γραμμή και τόσο επισημοποιημένη από συμβούλια πολιτικών αρχηγών αποτέλεσε ωστόσο και την αχίλλειο πτέρνα της συνολικής εξωτερικής πολιτικής για την αλλαγή της. Γρήγορα ξεκίνησε η αμφισβήτηση της εθνικής πολιτικής για το θέμα των Σκοπίων πρώτα από ένα κομμάτι αυτοαποκαλούμενων φιλελευθέρων και πολύ σύντομα και από τους αριστεριστές και πολλούς από το χώρο του ΠΑΣΟΚ που είχαν τροτσκιστικό παρελθόν.
Αυτή η σχηματιζόμενη φράξια επεκτάθηκε γρήγορα στις τότε ελίτ οι οποίες κατά κανόνα είχαν αριστερό παρελθόν και ήταν αρνητικές στην έννοια του έθνους και της εθνικής ενίσχυσης. Η κρίσιμη στιγμή τότε ήταν η αδυναμία του Ανδρέα Παπανδρέου να εξασκήσει πολιτική λόγω ασθένειας και η εκλογή Σημίτη στην πρωθυπουργία και κατόπιν στην προεδρία του ΠΑΣΟΚ μέσα από συνέδριο. Τότε ήταν που ο Σημίτης στο συνολικό αφήγημά του για την προσέλκυση της αριστεράς σε μία μεγάλη ροζ συμμαχία έφερε ταυτόχρονα και την αλλαγή της φιλοσοφίας της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τόσο στο χώρο των Βαλκανίων όσο και στην πολιτική μας έναντι της Τουρκίας.
Σε αυτόν τον αναθεωρητισμό η κεντρική θέση ήταν πως είμαστε κομμάτι της ευρωπαϊκής ένωσης και πως εμείς λειτουργούμε υπέρ αυτής. Δηλαδή πώς ο κύριος κρατικός μας φορέας δεν ήταν η Ελληνική Δημοκρατία αλλά η Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι στον χώρο των Βαλκανίων η πολιτική μας άλλαξε και αντί να προσπαθήσουμε να κυριαρχήσουμε χωρίς στρατιωτικά μέσα στη βαλκανική γίναμε ο προξενητής των βαλκανικών χωρών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το εξοργιστικό είναι πως από όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνο εμείς λειτουργήσαμε έτσι. Αποτέλεσμα ήταν στην Αλβανία να εγκαταλειφθεί η οργάνωση της μειονότητας και η ίδια η μειονότητα στην τύχη της και να στηριχθεί τότε το σοσιαλιστικό κόμμα Αλβανίας. Μετρήστε μόνο πόσα ελληνικής καταγωγής στελέχη αναρριχήθηκαν στην ιεραρχία των σοσιαλιστών στην Αλβανία. Με τη Βουλγαρία τα πράγματα ήταν σαφώς πιο ήσυχα καθώς η επιθετικότητα της Τουρκίας αποτελούσε παράγοντα που έφερνε τις δύο χώρες κοντά. Ωστόσο και στην περίπτωση Βουλγαρίας άρα και της Ρουμανίας σταμάτησε η επέκταση των ελληνικών επιχειρήσεων και έμειναν μόνο κάποιοι λίγοι κρατικοδίαιτοι οι οποίοι όμως δεν εξυπηρετούσαν την πολιτική της εθνικής επέκτασης ταυτόχρονα με την οικονομική τους επέκταση, αλλά προωθούσαν αλλότριες πολιτικές πάντα μαζί με την οικονομική τους επέκταση. Με την Σερβία οι σχέσεις μας πάγωσαν σε σημείο μάλιστα πού να επιτρέψει η κυβέρνηση Σημίτη και την χρήση των ελληνικών εδαφών για στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της.
Με την αλλαγή αυτή της εξωτερικής πολιτικής και της εγκατάλειψης της κυριαρχίας στον βορρά η Ελλάδα απώλεσε μεγάλο κομμάτι της διπλωματικής της ισχύος αφού είχε επιλέξει μόνη της το ρόλο της προξενήτρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και έτσι άφησε το ρόλο της κυριαρχίας στη βαλκανική σε πρώτη φάση σε δύο δυνάμεις, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Ρωσία. Λόγω της ελληνικής ιδιαιτερότητας να είμαστε το μόνο δυτικό ορθόδοξο κράτος στην περιοχή, όταν ενέσκηψαν στην περιοχή οι Ηνωμένες Πολιτείες βρεθήκαμε στη δύσκολη θέση να θεωρούμαστε ως δυνητικά επηρεαζόμενοι από τον ρωσικό παράγοντα. Και σε αυτό βοήθησε και η αδυναμία έκφρασης κοινής εξωτερικής πολιτικής από την Ευρώπη.
Μπλέξαμε δηλαδή στη θεωρία των τόξων, του μουσουλμανικού τόξου και του ορθόδοξου τόξου, με τους φυσικούς μας συμμάχους να επιλέγουν να υποστηρίξουν το μουσουλμανικό τόξο προς ανάσχεση της ρωσικής επιρροής. Όπως όμως είπαμε σε προηγούμενο άρθρο Το οποίο αναφερόταν στην χιμαιρική φύση της Ελληνικής εθνικής συνείδησης (εδώ), η Ελλάδα είχε την ευκαιρία αν δεν είχε ακολουθήσει αυτήν την πολιτική στα Βαλκάνια να έχει αποτελέσει αυτή την έκφραση του ορθόδοξου τόξου προς ανάσχεση του μουσουλμανικού με τις ευλογίες των δυτικών Συμμάχων, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανασχετικός παράγοντας και στη ρωσική επιρροή αλλά και στην ισλαμική επιρροή στην νοτιοανατολική Ευρώπη. Πράγμα το οποίο μπορεί να γίνει ακόμα και σήμερα παρά την δύσκολη οικονομική θέση στην οποία βρισκόμαστε.
Στο σκοπιανό ζήτημα, κυρίως λόγω του πολιτικού κόστους αλλά και τις στάσης του ελληνικού λαού σε αυτό το ζήτημα, η εξωτερική μας πολιτική τότε οδηγήθηκε σε στασιμότητα. Οχυρώθηκε δηλαδή η τότε ελληνική κυβέρνηση πίσω από την ενδιάμεση συμφωνία και άφησε τα Σκόπια να συνεχίζουν χωρίς αντίλογο την προπαγάνδα τους διεθνώς. Τότε ήταν που αναγνωρίστηκαν από τις άλλες χώρες και αργότερα προσεταιρίστηκαν και τις Ηνωμένες Πολιτείες για την είσοδό τους στο ΝΑΤΟ. Το πολύφερνο επιχείρημα πώς τα Σκόπια έχουν αναγνωριστεί με το κλεμμένο τους όνομα από 140 χώρες συνέβη λόγω της παθητικής στάσης της Ελλάδος από τη στιγμή που άλλαξε η φιλοσοφία της εξωτερικής μας πολιτικής. Κρυφός βέβαια στόχος αυτών των ομάδων που χαράσσουν την εξωτερική πολιτική όπως φάνηκε από τις Πρέσπες δεν ήταν η κυριαρχία μας εντός του κρατιδίου αλλά η προετοιμασία της Ελληνικής κοινής γνώμης για να αποδεχτεί τετελεσμένα. Και αυτό φαίνεται από το γεγονός πως η κόκκινη γραμμή του Βουκουρεστίου μετονομάστηκε από τις αριστερίστικες και εθνομηδενιστικές ελίτ ως εθνική γραμμή, ενώ είναι σαφές πώς Εθνική γραμμή ήταν και παραμένουν οι αποφάσεις του Συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών και ο μόνος τρόπος αυτή η γραμμή να ανατραπεί ήταν μέσα από Συμβούλιο πολιτικών αρχηγών. Πράγμα το οποίο δεν συνέβη.
Στην αρχή αυτής της αλλαγής στην βαλκανική μας πολιτική γεννήθηκε και η φιλοσοφία και το πνεύμα του Ελσίνκι. Βασιζόμενοι πάνω στην αυταπάτη όπως αποδεικνύεται πώς μία πλούσια Τουρκία δεν θα είναι επιθετική χαράξαμε μία πολιτική στην οποία όλοι οι γείτονες μας θα είναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έτσι δεν θα κινδυνεύουμε. Αυτό αποδείχτηκε ο ορισμός της αυταπάτης. Από τον καιρό του Θουκυδίδη και όπως προκύπτει από τα γραπτά του έργα, ο βασικός τρόπος ανάσχεσης μιας εξωτερικής απειλής είναι η ανάπτυξη ισχύος.
Ο άλλος μεγάλος πυλώνας της Εθνικής μας αυταπάτης ήταν πώς η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποδεικνυόταν κάτι παραπάνω από την ανάπτυξη της οικονομικής μας ισχύος στο εσωτερικό. Στην διελκυστίνδα των Βαλκανίων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας εμείς βρεθήκαμε μέσω της συμμετοχής μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο ρόλο του παρατηρητή καθώς αυτή αδυνατούσε να εκφράσει συντεταγμένη εξωτερική πολιτική. Ταυτόχρονα ο ισχυρός παίκτης και φυσικός μας σύμμαχος, οι Ηνωμένες Πολιτείες, μας αντιμετώπιζαν και θα μας αντιμετωπίζουν ως ένα κράτος το οποίο δυνητικά μπορεί να ακολουθήσει φιλορωσική πολιτική. Και αυτό δεν είναι τωρινό φαινόμενο, ούτε καν πρόσφατο. Έχει τις ρίζες του στα γεγονότα που συνέβησαν στον ελλαδικό χώρο κατά τον κριμαϊκό πόλεμο στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα.
Οι εσωτερικές πολιτικές δυνάμεις οι οποίες μας οδήγησαν σε αυτή την εσφαλμένη όπως αποδεικνύεται εξωτερική πολιτική ήταν κατά κύριο λόγο προσκολλημένες στον Κώστα Σημίτη και αποκαλούνται έκτοτε ως τα εξαπτέρυγά του. Σήμερα βέβαια προσκολλώνται στον Αλέξη Τσίπρα και στην απόπειρα αυτού να μεταμορφωθεί από αριστεριστή σε σοσιαλιστή κρατώντας πάντα στην προμετωπίδα της πολιτικής του ταυτότητας τον εθνομηδενισμό. Και είναι αυτές οι οποίες έχουν δώσει τοτεμική φύση στη συμφωνία της Μαδρίτης και του Ελσίνκι προσπαθώντας να επιβάλλουν το πνεύμα αυτό ως Εθνικό δόγμα. Ο λόγος για τον οποίον προσκολλώνται στον Τσίπρα πέρα από το ένστικτο της πολιτικής επιβίωσης είναι και το γεγονός πως αυτός συνεχίζει πάνω στον οδικό χάρτη του εθνομηδενισμού ο οποίος είναι απολύτως συμβατός με τον κύκλο των αποφάσεων του Ελσίνκι.
Σε μία παρένθεση για την επικαιρότητα οφείλω να σημειώσω πως είναι ιδιαζόντως περίεργο αυτές οι δυνάμεις να διαφημίζονται ως παραδοσιακό ΠΑΣΟΚ από τον Αλέξη Τσίπρα στην προσπάθεια της Προοδευτικής Συμμαχίας που διαφημίζει, όταν το πνεύμα της εξωτερικής τους πολιτικής στην οποία βασίζουν τη συστράτευση τους με τον Τσίπρα είναι το ακριβώς αντίθετο από την πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου ο οποίος είναι το ΠΑΣΟΚ ακόμα και σήμερα.
Τελειώνοντας θα ήθελα να σημειώσω πως ο κύκλος του Ελσίνκι δεν περιορίζεται προφανώς στη βαλκανική πολιτική αλλά γενικότερα στην πολιτική μας στην Ανατολική Μεσόγειο και κυρίως στα ελληνοτουρκικά. Αλλά επειδή το άρθρο είναι ήδη κουραστικό λόγω της έκτασης του, θα επανέλθουμε.