Τρίτη, 9 Απριλίου 2019

Jean Delmas : Γραμμή Maginot – Γραμμή Μεταξά: Κοινός αγώνας – Κοινή μοίρα


Jean Delmas

Γραμμή Maginot – Γραμμή Μεταξά: Κοινός αγώνας – Κοινή μοίρα

Διαρκούντος του Μεσοπολέμου, η Γαλλία και η Ελλάδα προχώρησαν στην κατασκευή μιας σειράς μεγαλεπήβολων οχυρωματικών έργων στα σύνορα εκείνα, που έκριναν ότι ήταν περισσότερο  ευάλωττα για εκδήλωση εισβολής σε βάρος της εθνικής επικράτειας. Πρόκειται αντίστοιχα α) για τη γραμμή Maginot ανάμεσα στις Αρδέννες και τον Ρήνο και β) για τη γραμμή Μεταξά κατά μήκος της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, τα έργα δεν επεκτάθηκαν προς Δυσμάς, δηλαδή μέχρι τα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Βελγίου στην πρώτη περίπτωση, μεταξύ Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας στη δεύτερη. Τόσο το Βέλγιο όσο και η Γιουγκοσλαβία δεν αντιμετωπίζονταν ως εν δυνάμει αντίπαλοι των δυο χωρών.
Ωστόσο, τον Μάϊο-Ιούνιο του 1940 και τον Απρίλιο του 1941, τα δυο αυτά συστήματα οχυρώσεων κατελήφθησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα όχι εξαιτίας κατά μέτωπο επιθέσεων εις βάρος τους, αλλά επειδή παρακάμφθηκαν από Δυσμάς από τα γερμανικά στρατεύματα, τα οποία κινήθηκαν μέσω του βελγικού και του γιουγκοσλαβικού εδάφους αντίστοιχα. Αιχμή του δόρατος του εισβολέα σε αμφότερες τις περιπτώσεις ήταν οι τεθωρακισμένες μεραρχίες (Panzerdivisionen), οι οποίες προέβαλαν αιφνιδιαστικά από εδάφη που θεωρούνταν δύσβατα και αποτρεπτικά για μηχανοκίνητες μονάδες: τις βελγικές και γαλλικές Αρδέννες αφενός, τις ορεινές περιοχές μεταξύ Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας αφετέρου. Η αντίσταση της φρουράς των οχυρών απέδειξε την τεχνική ποιότητα των έργων αλλά και την μαχητική αξία των αμυνομένων. Δεν παύουν, όμως, να είναι μάχες για την τιμή των όπλων, από τη στιγμή που τα πάντα κρίθηκαν σε άλλους τομείς του μετώπου.
  1. Προς τί η κατασκευή τόσο δαπανηρών έργων;

Ως προς τη Γαλλία, τα έργα αυτά αποτελούν άμεσο επακόλουθο της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ναι μεν η χώρα εξήλθε νικήτρια, υπέστη, ωστόσο, ανυπολόγιστη φθορά, σε μεγάλο ποσοστό εξαιτίας των ολικώς κατεστραμμένων βορείων και βορειοδυτικών γεωγραφικών διαμερισμάτων, τα οποία είτε τέλεσαν υπό γερμανική κατοχή, είτε λειτούργησαν ως πρώτη γραμμή του μετώπου, με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στη δημιουργία μιας αίσθησης, η οποία λειτούργησε ως κοινός παρονομαστής σε ολόκληρο το κοινοβουλευτικό στερέωμα της χώρας: να αποκλειστεί οποιαδήποτε προοπτική μελλοντικής εισβολής μέσω της μετάλλαξης της εθνικης επικράτειας σε απόρθητο έδαφος. Άλλωστε, η επιλογή αυτή συνάδει με το εν γένει πνεύμα της αποστρατικοποίησης, το οποίο διαμορφώθηκε περί το 1925. Οχυρωμένη και ασφαλής, η Γαλλία θα υιοθετούσε μια αμυντική πολιτική. Θα ήταν, ωστόσο, σε θέση, εφόσον παρίστατο ανάγκη, να προστατέψει αποτελεσματικά τη διενέργεια μιας γενικής επιστράτευσης κατά τα κρίσιμα πρώτα εικοσιτετράωρα μιας ενδεχόμενης ένοπλης αντιπαράθεσης με τη Γερμανία. Υπουργός Στρατιωτικών το 1930, όταν ψηφίστηκαν από τη βουλή τα κονδύλια, τα οποία ήταν απαραίτητα για την κατασκευή των σχετικών οχυρωματικών έργων σε βάθος πενταετίας, ήταν ο André Maginot. Χάρη σε αυτή τη χρονική συγκυρία, ο τελευταίος υπήρξε, ουσιαστικά, ο ανάδοχος της ομώνυμης γραμμής.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, πρωταρχική έγνοια του Γενικού Επιτελείου αποτελούσε η βουλγαρική απειλή και η διαχρονική πρόθεση της κυβέρνησης της Σόφιας περί πρόσβασης στο Αιγαίο. Άλλωστε, η απόσταση ανάμεσα στην ελληοβουλγαρική μεθόριο και τη θάλασσα είναι μικρή. Υπό αυτές τις συνθήκες, η απόφαση περί κατασκευής μιας οχυρωματικής γραμμής κατά μήκος των συνόρων (επρόκειτο για τη μελλοντική Γραμμή Μεταξά), προκειμένου να προστετευθεί η ανατολική Μακεδονία, ήταν αναπόφευκτη. Υπήρξε μεταγενέστερη της αντίστοιχης γαλλικής.
  1. Οχυρωματικά έργα και διεθνείς σχέσεις.                                        

Εξυπακούεται πως η κατασκευή δυο τόσο μεγαλεπήβολων οχυρωματικών έργων υπήρξε άμεσα συνυφασμένη με τον συσχετισμό των ισορροπιών της εποχής στο χώρο των διεθνών σχέσεων, ειδικότερα δε με τα υφιστάμενα, τότε, συστήματα συμμαχιών.
Καταληκτικό σημείο της Γραμμής Maginot προς βορρά, ήταν τα σύνορα της Γαλλίας με το Βέλγιο. Δεν υπήρχε λόγος, που να υπαγορεύει μια προέκταση των έργων έως τις ακτές της Μάγχης, από τη στιγμή που οι δυο χώρες συνδέονταν μεταξύ τους μέσω μιας συνθήκης συμμαχίας, την οποία είχαν υπογράψει το 1921.  Πρώτη γραμμή, σε περίπτωση εχθροπραξιών με τη Γερμανία, θα ήταν τη βελγογερμανική μεθόριος, μέχρι το ύψος της οποίας θα προωθούνταν τα γαλλικά στρατεύματα. Με άλλα λόγια, η διαφαινόμενη στον ορίζοντα νέα μάχη της Γαλλίας θα διεξαγόταν επί του βελγικού εδάφους, από κοινού με τους βόρειους γείτονες και συμμάχους. Το σκηνικό μεταβλήθηκε άρδην το 1936, όταν για λόγους εσωτερικής πολιτικής (χειρονομία καλής θελήσεως έναντι της φλαμανδόφωνης κοινότητας), ο βασιλέας Λεοπόλδος Γ΄ εξήγγειλε την ουδετερότητα της χώρας. Αναπόφευκτη συνέπεια υπήρξε η ταυτόχρονη διακοπή των επαφών σε επίπεδο Γενικών Επιτελείων, που οι δυο πλευρές καλλιεργούσαν συστηματικά μέχρι τότε. Εξωθούμενοι σε επανασχεδιασμό των στρατηγικών τους προτεραιοτήτων, οι Γάλλοι άρχισαν να αναζητούν το νέο υποψήφιο σημείο, προορισμένο να υποστεί το εχθρικό πλήγμα: τη γαλλοβελγική μεθόριο, η οποία θα έπρεπε να διασφαλιστεί ταχύτατα με τη διενέργεια μικρής κλίμακας οχυρωματικών έργων, ή την αρχική επιλογή των βελγογερμανικών συνόρων. Στην τελευταία περίπτωση όμως, τα γαλλικά στρατεύματα θα ήταν αναγκασμένα να προωθηθούν έως την πρώτη γραμμή διερχόμενα μέσω του εδάφους ενός κράτους, το οποίο μόλις είχε ασπαστεί την ουδετερότητα. Μια επιχείρηση αυτού του είδους ήταν άμεσα εξαρτώμενη από τη συγκατάθεση της κυβέρνησης των Βρυξελλών. Άνευ αυτής, η Γαλλία θα ήταν υπόλογη έναντι του Διεθνούς Δικαίου.  Η αβεβαιότητα παρέμεινε έως το 1939.
Η Γραμμή Maginot και η συγκριτικά αφύλακτη γαλλοβελγική μεθόριος.

Οι θέσεις της γαλλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας ήταν διχασμένες. Η τήρηση στάσης αναμονής κατά μήκος των βορείων συνόρων με το Βέλγιο, όπου είχε ήδη ξεκινήσει η διαδικασία κατασκευής οχυρωματικών έργων, με αποφυγή, πάση θυσία, μιας κατά μέτωπο σύγκρουσης με τα γερμανικά στρατεύματα, σε περίπτωση που τα τελευταία εισέβαλαν εντός του βελγικού εθνικού εδάφους, ήταν μια πρώτη προσφερόμενη επιλογή. Ταχύτατη προώθηση δια μέσου του Βελγίου για παροχή στρατιωτικής συνδρομής (επάνοδος δηλ. στο αρχικό σχέδιο) ήταν η δεύτερη. Αρχικά, φάνηκε να υπερισχύει η πρώτη εκδοχή. Γρήγορα, ωστόσο, η προτίμηση άλλαξε για λόγους ενδοσυμμαχικών συσχετισμών αλλά και διεθνούς κύρους. Συγκεκριμένα, δεν ήταν μόνο η Γαλλία εκείνη που δεν επιθυμούσε μια κατάληψη του Βελγίου από τα γερμανικά στρατεύματα. Ήταν και η Μεγάλη Βρετανία, για την οποία το βελγικό εθνικό έδαφος λειτουργούσε ως προκεχωρημένο φυλάκιο για την ίδια την ασφάλεια των Βρετανικών Νήσων. Μια ενδεχόμενη πτώση των λιμενικών εγκαταστάσεων της Αμβέρσας στα χέρια των Γερμανών, ήταν σε θέση να προκαλέσει στο Λονδίνο οξύτατους περισπασμούς. Από την άλλη πλευρά, μια εγκατάλειψη του Βελγίου στη μοίρα του, θα ισοδυναμούσε με ένα δεύτερο σύμφωνο του Μονάχου, όταν Βρετανοί και Γάλλοι άφησαν την Τσεχοσλοβακία αβοήθητη στο έλεος των Γερμανών. Ο αντίκτυπος σε επίπεδο διεθνούς κοινότητας θα ήταν μεγάλος και η ηθική (και όχι μόνο) ζημιά ανυπολόγιστη. Εξ ορισμού, επομένως, η προτίμηση στράφηκε προς την παραδοσιακή επιλογή, δηλαδή την είσοδο του γαλλικού στρατού εντός του βελγικού εθνικού εδάφους. Μόνο που τα πράγματα είχαν στο μεταξύ αλλάξει. Το Βέλγιο δεν ήταν πλέον ένα σύμμαχο κράτος. Είχε επιλέξει τη τήρηση ουδέτερης στάσης. Συνεπώς, για τη διάβαση των συνόρων από τον γαλλικό στρατό, απαραίτητη προῡπόθεση ήταν η υποβολή σχετικού αιτήματος προς την κυβέρνηση των Βρυξελλών. Διαδικασία, η οποία, με τη σειρά της, συνεπαγόταν απώλεια πολύτιμου χρόνου. Ακόμα και αν οι αρχές του Βελγίου συναινούσαν σε κάτι τέτοιο, τα βελγικά στρατεύματα ήταν εκείνα που θα υφίσταντο εξ ολοκλήρου το αρχικό βάρος της γερμανικής επίθεσης έως ότου οι Γάλλοι καταφέρουν να προστρέξουν σε βοήθεια στην πρώτη γραμμή. Το όλο σχέδιο στηριζόταν επάνω σε αβέβαιο υπόβαθρο, εφόσον η πρωτοβουλία των κινήσεων ανήκε, πλέον, στους Βέλγους. Πάντως, όταν στις 10 Μαΐου 1940 εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση σε βάρος του Βελγίου, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου, τα γαλλικά στρατεύματα ήταν χωρισμένα στα δυο: τη φρουρά των οχυρών, κατα μήκος της Γραμμής Maginot και της φυσικής διαχωριστικής γραμμής του Ρήνου, και μια ομάδα στρατιών, συγκεντρωμένη στα βόρεια γεωγραφικά διαμερίσματα της Γαλλίας, εν αναμονή της πολυπόθητης πρόσκλησης των Βρυξελλών περί εισόδου και χρήσης του βελγικού εθνικού εδάφους.
Το οχυρό Hackenberg με τα 19 πυροβολεία, και τα 10 χλμ. υπογείων στοών, υπήρξε από τα σημαντικότερα της Γραμμής Μaginot. Κάλυπτε μια συνολική έκταση 160 εκταρίων

.
Όπως συνέβαινε με τη Γαλλία, έτσι και στην περίπτωση της Ελλάδας, το μέλλον της Γραμμής Μεταξά βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από τις επιλογές ενός γείτονα, της Γιουγκοσλαβίας. Το όλο πρόβλημα τέθηκε ακόμη πιο επιτακτικά το φθινόπωρο του 1940, όταν δημιουργήθηκε στην Αλβανία ένα ελληνοῑταλικό επιχειρησιακό θέατρο, όπου το ελληνικό επιτελείο αναγκάστηκε να αποσπάσει μέρος από τη φρουρά των οχυρών, αποδύναμώνοντας αισθητά την αμυντική ισχύ της τελευταίας. Όσο ποτέ άλλοτε, η Γραμμή Μεταξά φάνταζε ως προμαχώνας ενάντια σε μια ενδεχόμενη βουλγαρική εισβολή. Η απειλή πολλαπλασιάστηκε θεαματικά στις αρχές του 1941, με την είσοδο και στάθμευση εντός της Βουλγαρίας του γερμανικού στρατού. Αξιολογώντας την κατάσταση με γνώμονα τα νέα δεδομένα, ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος θεωρούσε πως οι επιλογές του Βελιγραδίου στρέφονταν γύρω από τους ακόλουθους τρεις άξονες:
  • Παρέμβαση της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο, στο πλευρό Βρετανών και Ελλήνων. Στην περίπτωση αυτή, μια ταχεία συγκέντρωση των γιουγκοσλαβικών στρατευμάτων εκμηδένιζε σχεδόν τον κίνδυνο παράκαμψης από Δυσμάς της Γραμμής Μεταξά και καθιστούσε δυσχερή μια κάθοδο του εχθρού μέσω της κοιλάδας του Στρυμώνα. Φυσικό επακόλουθο θα ήταν η μετατόπιση προς Ανατολάς του κέντρου βάρους της γερμανικής επίθεσης. Απαραίτητη ήταν η προώθηση των βρετανικών ενισχύσεων κατά μήκος των οχυρών του όρους Μπέλες έως τις εκβολές του ποταμού Νέστου. Επρόκειτο για μια ενέργεια, η οποία επέτρεπε την αποτελεσματική άμυνα της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης, μοναδικού πνεύμονα της Γιουγκοσλαβίας σε επίπεδο απρόσκοπτου ανεφοδιασμού. Σε περίπτωση τήρησης στάσης ουδετερότητας από πλευράς Τουρκίας (επρόκειτο για την εκδοχή, που συγκέντρωνε τις περισσότερες πιθανότητες), οι ελληνικές δυνάμεις της Δυτικής Θράκης θα μπορούσαν να μεταφερθούν στη Μακεδονία.
  • Τήρηση ουδετερότητας με απαγόρευση διέλευσης των γερμανικών στρατευμάτων δια μέσου του γιουγκοσλαβικού εθνικού εδάφους. Σε μια τέτοια περίπτωση, έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας ασφαλούς τακτικής υποχώρησης των ελληνοβρετανικών δυνάμεων κατά μήκος του άξονα Βερμίου-Ολύμπου. Ήδη αντιμετωπίζεται η προοπτική μιας εγκατάλειψης της Γραμμής Μεταξά, ανήμπορης να ανταπεξέλθει στο βάρος μιας συντονισμένης γερμανοβουλγαρικής επίθεσης. Επιπρόσθετα δεν αποκλειόταν ο κίνδυνος μιας παράκαμψης από Δυσμάς μέσω μιας περιορισμένων διαστάσεων εισβολής του αντιπάλου εντός του εδάφους της Γιουγκοσλαβίας.
  • Τήρηση ουδετερότητας με παροχή άδειας διέλευσης των γερμανικών στρατευμάτων. Επρόκειτο, αναμφίβολα, για το χειρότερο και από κάθε άποψη απευκταίο σενάριο. Σε μια περίπτωση του είδους αυτού, η αμυντική γραμμή Βερμίου-Ολύμπου δεν παρείχε καμία απολύτως προστασία, από τη στιγμή που τα νώτα των συγκεντρωμένων εκεί στρατευμάτων, όπως και εκείνα των δυνάμεων, που μάχονταν κατά των Ιταλών στο αλβανικό θέατρο επιχειρήσεων, θα ήταν εκτεθειμένα σε μια γερμανική προέλαση δια μέσου του άξονα Μοναστηρίου-Φλώρινας.
Οι παραπάνω επιλογές αναδεικνύουν ανάγλυφα τις λιγοστές προοπτικές, που προσφέρονταν για τη Γραμμή Μεταξά. Η τελευταία μπορούσε να αποβεί επαρκής μόνο στην περίπτωση της πρώτης επιλογής, με την επιπρόσθετη προῡπόθεση μιας ταχείας επιστράτευσης του γιουγκοσλαβικού στρατού και αποστολής ικανών ενισχύσεων στα σύνορα με την Ελλάδα. Άραγε, ήταν εφικτό κάτι τέτοιο, κάτω από οριακές, μάλιστα, περιστάσεις; Η Αθήνα δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις. Πόσο μάλλον, που οι Γερμανοί είχαν αποδείξει από την αρχή, ήδη, του πολέμου, πως είχαν υιοθετήσει ασυνήθιστους ρυθμούς ανάπτυξης των δυνάμεών τους, εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατον να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.
Τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά.
  1. Οι οχυρώσεις εν καιρῴ μάχης.

Στη Γαλλία, αρχής γενομένης από τις 10 Μαΐου 1940, ημέρα εκδήλωσης της γερμανικής επίθεσης, φάνηκε ξεκάθαρα πως η Γραμμή Maginot δεν διαδραμάτιζε κανέναν απολύτως ρόλο στoν όλο σχεδιασμό της Wehrmacht. Οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν σε βάρος της Ολλανδίας και του Βελγίου από την Ομάδα Στρατιών Β΄, στη δεξιά πτέρυγα των γερμανικών γραμμών. Επρόκειτο για μια ιδιοφυή κίνηση αντιπερισπασμού, η οποία παρέσυρε αυθημερόν την αφρόκρεμα του γαλλικού στρατού εντός του βελγικού εθνικού εδάφους. Τρεις μέρες αργότερα, στις 13  Μαΐου,  εκδηλώθηκε αιφνιδιαστικά μια νέα επίθεση. Ως κέντρο βάρους (Schwerpunkt) είχε επιλεγεί ο ασθενέστερος τομέας της αμυντικής διάταξης των Γάλλων, μεταξύ των πόλεων Dinant και Sedan, ανάμεσα στις βόρειες παρυφές της οχυρωματικής γραμμής και τις δυνάμεις, που ήδη μάχονταν εντός του Βελγίου. Τα γερμανικά τεθωρακισμένα ξεπρόβαλαν από ένα σημείο που ουδείς ανέμενε, την έξοδο προς Δυσμάς του πυκνού δάσους των Αρδεννών, το οποίο εθεωρείτο απροσπέλαστο. Τη διάσπαση του μετώπου στο ύψος του ποταμού Μεύση διαδέχθηκε μια φρενήρης προέλαση της Ομάδας Στρατιών Α΄ του στρατάρχη Gerd von Rundstedt μέσα από της πεδιάδες της βορείου Γαλλίας. Μια, μόλις, εβδομάδα αργότερα (20  Μαΐου) οι γερμανικές προφυλακές έφτασαν στις ακτές της Μάγχης. Η λαβίδα είχε κλείσει, εγκλωβίζοντας το σύνολο του βελγικού στρατού, εκείνο του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος (British Expeditionary Force – BEF) και το μεγαλύτερο μέρος του γαλλικού στρατού εντός του Βελγίου. Φυσικό επακόλουθο υπήρξε η συνθηκολόγηση των Βέλγων, η εκκένωση βρετανικών και γαλλικών στρατευμάτων από τον θύλακα της Δουνκέρκης κάτω από δραματικές συνθήκες και η αιχμαλωσία εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών. Το υλικό της BEF (της καλύτερα εξοπλισμένης μηχανοκίνητης στρατιάς στον κόσμο), έπεσε σχεδόν ανέπαφο στα χέρια των Γερμανών.

Η πρώτη φάση της Μάχης της Γαλλίας και η κυκλωτική κίνηση των γερμανικών στρατευμάτων έως την ολοκλήρωση της εκκένωσης της Δουνκέρκης  (20 Μαΐου – 4 Ιουνίου 1940).

H διέλευση του δάσους των Αρδεννών από τα γερμανικά τεθωρακισμένα.

Σε ολόκληρη την πρώτη αυτή φάση της Μάχης της Γαλλίας, δεν εκδηλώθηκε η παραμικρή επιθετική ενέργεια σε βάρος της Γραμμής Maginot. Η Ομάδα Στρατιών Γ΄ του στρατάρχη Wilhelm Ritter von Leeb (η λιγότερο ισχυρή από τις τρεις), παρέμεινε με τα όπλα παρά πόδας απέναντι ακριβώς από τα γαλλικά οχυρά. Στο απέναντι στρατόπεδο, εν όψει της διαφαινόμενης πανωλεθρίας, σημαντικό μέρος από τη φρουρά των οχυρών αποσπάστηκε από εκεί και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Βέλγιο, όπου το μόνο, το οποίο κατάφερε, ήταν να αιχμαλωτιστεί!
Αμέσως έπειτα από την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης, ο Γάλλος αρχιστράτηγος Maxime Weygand, δεν διέθετε παρά ελάχιστο χρόνο προκειμένου να προχωρήσει στην οργάνωση μιας νέας συνεχόμενης αμυντικής γραμμής, από τη Μάγχη έως τη Γραμμή Maginot, κατά μήκος του ρου του ποταμού Somme. Αυτή ακριβώς η νέα αμυντική γραμμή υπέστη από τις 5 Ιουνίου και κατόπιν το δεύτερο κύμα της γερμανικής επίθεσης. Πέντε ημέρες αργότερα, το μέτωπο διασπάστηκε και τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Heinz Guderian ξεχύθηκαν ανενόχλητα στις πεδιάδες της κεντρικής Γαλλίας, επιχειρώντας κυκλωτική κίνηση με κατεύθυνση Ν-ΝΑ, σε βάρος της γραμμής των οχυρών και των δυνάμεων του γαλλικού στρατού, που ήταν επιφορτισμένες με την άμυνα της Αλσατίας και της οροσειράς των Βοσγίων. Στις 17 Ιουνίου, οι γερμανικές προφυλακές έφτασαν στη μεθόριο της Γαλλίας με την Ελβετία, έχοντας αποκόψει πλήρως τη Γραμμή Maginot από την ενδοχώρα. Ταυτόχρονα με την παραπάνω εξέλιξη, η Ομάδα Στρατιών Γ΄ εξήλθε από την αδράνεια και επιτέθηκε κατά μέτωπο εναντίον των οχυρών. Τα τελευταία βρέθηκαν, επομένως, εγκλωβισμένα μεταξύ δυο πυρών. Ωστόσο, οι μεγαλύτερες δυσκολίες για τους υπερασπιστές της Γραμμής Maginot προκλήθηκαν από την προσπέλαση από Δυσμάς και όχι τόσο από την κατά μέτωπο επίθεση, την οποία υπέστησαν από τα ανατολικά. Φοβούμενος την πλήρη περικύκλωση, ο Weygand διέταξε γενική υποχώρηση. Μέρος της φρουράς των οχυρών παρήκουσε τις άνωθεν διαταγές και συνέχισε να μάχεται με ανδρεία και πέραν της υπογραφής της ανακωχής στις 22 Ιουνίου. Χρειάστηκε ολόκληρο το κύρος του νέου ηγέτη της Γαλλίας, στρατάρχη Pétain, προκειμένου οι μονάδες αυτές να πειστούν να καταθέσουν τελικά τα όπλα την 1η Ιουλίου 1940.
Les secrets de la Ligne Maginot
Από τους πρώτους μήνες του 1941, η 12η Γερμανική Στρατιά του στρατάρχη Wilhelm List είχε συγκεντρωθεί στη Βουλγαρία με την προοπτική να εισβάλλει στην Ελλάδα. Στις 27 Μαρτίου εκδηλώθηκε πραξικόπημα στο Βελιγράδι. Η κυβέρνηση, που μόλις είχε υπογράψει σύμφωνο φιλίας με τους Ναζί, ανατράπηκε. Αντικαταστάθηκε από μια άλλη, η οποία τάχθηκε δίχως χρονοτριβή στο πλευρό των Βρετανών και των Ελλήνων. H αντίδραση του Hitler ήταν ακαριαία: ταυτόχρονη εισβολή της Wehrmacht στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα. Κατόπιν τούτου, το τεθωρακισμένο Σώμα του στρατηγού von Kleist διατάχθηκε να εγκαταλείψει τα περίχωρα της Σόφιας, όπου στάθμευε, και να εισβάλλει εντός του γιουγκοσλαβικού εδάφους προς τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις: την κοιλάδα του ποταμού Μοράβα, το Βελιγράδι και τη Νις.

Επιχείρηση Marita: Οι τέσσερις άξονες της γερμανικής εισβολής κατά της Ελλάδας.
Για την εισβολή κατά της Ελλάδας επιστρατεύθηκαν τρία Σώματα της 12ης Στρατιάς. Δυο από αυτά (30ό και 18ο) προορίζονταν, το μεν πρώτο να διαβεί την ελληνοβουλγαρική μεθόριο στο ύψος της Ροδόπης και κατόπιν να συνεχίσει προς την Αλεξανδρούπολη και την Ξάνθη, το δε δεύτερο να κατέλθει έως τις ακτές του Αιγαίου μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα, έχοντας προηγουμένως διασπάσει τη Γραμμή Μεταξά. Την ίδια στιγμή, η τεθωρακισμένη μεραρχία του 18ου Σώματος, διερχόμενη μέσα από το έδαφος της νότιας Γιουγκοσλαβίας και την κοιλάδα του Αξιού, θα παρέκαμπτε τα οχυρά έχοντας ως αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Ένα τρίτο Σώμα (11ο μηχανοκίνητο) ήταν επιφορτισμένο με μια ευρεία κυκλωτική κίνηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων. Από την κοιλάδα του Άνω Αξιού θα κατευθυνόταν προς Νότο, κάνοντας χρήση του οδικού άξονα Σκοπίων-Μοναστηρίου-Φλώρινας. Το ζητούμενο ήταν η πλήρης αποκοπή του μακεδονικού επιχειρησιακού θεάτρου από το αντίστοιχο αλβανικό.
Στις 3 Απριλίου, στο ύψος της μεθορίου, σημειώθηκε επαφή μεταξύ Ελλήνων και Γιουγκοσλάβων για έναν καλύτερο συντονισμό των μεταξύ τους ενεργειών έναντι της γερμανικής απειλής. Οι Γιουγκοσλάβοι σχεδίαζαν να αναθέσουν την υπεράσπιση του νοτίου τμήματος της χώρας σε τέσσερις μεραρχίες. Όμως, η Wehrmacht προκατέλαβε τους πάντες. Τη νύκτα της 5ης προς 6η Απριλίου 1941, αναπτύχθηκε κατά μήκος των αξόνων, που περιγράφονται παραπάνω, εκπληρώνοντας ταχύτατα το σύνολο των αντικειμενικών στόχων ως προς το σκέλος του σχεδίου, το οποίο προέβλεπε την παράκαμψη από Δυσμάς της Γραμμής Μεταξά. Η 2η τεθωρακισμένη Μεραρχία κατέλαβε τη Στρώμνιτσα, παρόλη την εδαφική μορφολογία της περιοχής, η οποία εθεωρείτο δύσβατη για τα άρματα μάχης. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 9 Απριλίου, εισήλθε στη Θεσσαλονίκη. Ήδη από τις 7, είχε προηγηθεί η κατάληψη των Σκοπίων, των Βελεσσών και του Μοναστηρίου χάρη στις ενέργειες της δεξιάς πτέρυγας της γερμανικής ανάπτυξης. Η διπλή διείσδυση (ειδικότερα εκείνη, που προκλήθηκε από τη 2η τεθωρακισμένη Μεραρχία) έπεισε τον διοικητή του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ), αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Μπακόπουλο, να προσεγγίσει τους Γερμανούς. Η υπογραφή του πρωτοκόλλου συνθηκολόγησης το μεσημέρι της 9ης Απριλίου στο Γερμανικό Προξενείο Θεσσαλονίκης, ανάγκασε τη φρουρά των οχυρών να καταθέσει τα όπλα τρεις, μόλις, ημέρες έπειτα από την εκδήλωση της επίθεσης. Η παράδοση δεν οφειλόταν σε στρατιωτική ήττα. Ήταν προϊόν της διπλής υπερκέρασης, η οποία είχε προηγηθεί στον δυτικό τομέα του μετώπου.  Η συνθηκολόγηση περιλάμβανε εξαιρετικά έντιμους όρους για τους Έλληνες. Εν συνεχεία, ο διοικητής του ΤΣΑΜ διέταξε την κατάπαυση των εχθροπραξιών, κάτι που προκάλεσε δυσαρέσκεια στις μονάδες που διεξήγαγαν τον αγώνα τους με επιτυχία (κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με την περίπτωση της Γαλλίας).
Η μετωπική επίθεση σε βάρος της Γραμμής Μεταξά δεν απέφερε σημαντικά αποτελέσματα και κόστισε ακριβά στους Γερμανούς σε επίπεδο ανθρωπίνων απωλειών.  Οι διάφορες γερμανικές αναφορές αποκαλύπτουν τις ανυπέρβλητες, σχεδόν, δυσκολίες, με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες οι δυο ορεινές μεραρχίες του 18ου Σώματος του στρατηγού Böhme. Η πληροφόρηση, που διέθεταν ως προς την οργάνωση του συστήματος των οχυρών αποδείχθηκε ανεπαρκής. Όσο για τις αναγνωριστικές αποστολές, στις οποίες οι Γερμανοί προέβησαν για τον ίδιο σκοπό επί ένα ολόκληρο δεκαπενθήμερο προτού εκδηλωθεί η επίθεση, δεν απέφεραν τίποτα το ουσιώδες. Ειδικότερα η 5η Μεραρχία Πεζικού του στρατηγού Ringel, που επιχειρούσε δυτικά του ορεινού αυχένα του Ρούπελ και ήταν επιφορτισμένη με την κατάληψη των γεφυρών του Στρυμόνα, προσέκρουσε επάνω σε οχυρώσεις από ενισχυμένο σκυρόδεμα, σκαμένες μέσα στον βράχο και οι οποίες επικοινωνούσαν μεταξύ τους με υπόγειες στοές. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του οχυρού Ιστίμπεη, με 29 πολυβολεία και φρουρά 13 αξιωματικών και 472 ανδρών. Η ισχύς πυρός του αποτελείτο κυρίως από πολυβόλα, 2 ελαφρά πυροβόλα και 4 αντιαεροπορικά, καθώς εξέλειπε πλήρως ο βαρύς οπλισμός. Νωρίς το πρωί της 6ης Απριλίου, το Ιστίμπεη δέχτηκε σφοδρά προπαρασκευαστικά πυρά. Είχε προηγηθεί βομβαρδισμός από αέρος με αεροσκάφη καθέτου εφορμήσεως (Stukas). Στόχος των τελευταίων ήταν τα επιφανειακά έργα της όλης κατασκευής και συγκεκριμένα οι πολεμίστρες, καθώς και η εξουδετέρωση των θωρακισμένων πολυβολείων. Το αποτέλεσμα αποδείχθηκε πενιχρό. Αποτελεσματικά καμουφλαρισμένοι μέσα στη φύση, οι στόχοι εντοπίζονταν με δυσκολία. Η προσέγγιση των εχθρικών αεροσκαφών ενεργοποιούσε τα συντονισμένα αντιαεροπορικά πυρά των αμυνομένων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ένας Γερμανός παρατηρητής να ομολογήσει αργότερα πως “ουδέποτε βρεθήκαμε αντιμέτωποι με παρόμοια κατάσταση στην Πολωνία και στη Γαλλία”.
Μόλις κατέπαυσε ο σφοδρός βομβαρδισμός, εκδηλώθηκε η επίθεση στην περιοχή της Κερκίνης από την 5η Ορεινή Μεραρχία (85ό Σύνταγμα Ορεινών Καταδρομών, 100ό Σύνταγμα Ορεινών Καταδρομών, 95ο Σύνταγμα Μηχανικού, 95ο Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού κ.ά.). Διεξήχθη σκληρός και φονικός αγώνας και ολόκληρα τμήματα των εισβολέων αποδεκατίστηκαν. Επανειλημμένες προσπάθειες των Γερμανών για την κατάληψη του οχυρού απέτυχαν με βαρύτατες απώλειες. Γύρω στις 14.00 μ.μ., περί τους 200 Γερμανοί δυναμιστές είχαν επικαθήσει στην επιφάνεια του οχυρού και με ηλεκτρικά τρυπάνια προσπάθησαν να ανοίξουν τρύπες στο σκυρόδεμα και με εκρηκτικές ύλες και δέσμες δυναμίτιδας να καταστρέψουν τα έργα.  Ωστόσο εξουδετερώθηκαν. Έτσι, παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις, το οχυρό εξακολουθούσε να αντέχει στο σκληρό και άνισο αυτόν αγώνα. Με τη σειρά τους, πρωτοβουλίες για ελληνική αντεπίθεση ή αποστολή ενισχύσεων από εφεδρικά τμήματα δεν καρποφόρησαν.

Τομή του οχυρού Ιστίμπεη (Θεσσαλονίκη, Πολεμικό Μουσείο).
Πολυβολείο στην κορυφή του όρους Μπέλες (υποτομέας Ρουμπέσκο – υψόμετρο 1 919 μέτρα).
Παρά το γεγονός ότι ορισμένα πολυβολεία είχαν τεθεί εκτός μάχης, το κεντρικό στεγανό παρέμενε άθικτο, τα δε παρακείμενα πολυβολεία σφυροκοπούσαν με συντονισμένα πυρά όσους Γερμανούς βρίσκονταν στην οροφή. Το ΙΙΙ/85 Τάγμα εξουδετερώθηκε πλήρως.  Η κατάσταση επιδεινώθηκε εξαιτίας της βροχής και της ελαφράς χιονόπτωσης, που δυσχαίρεναν τη ρύθμιση από αέρος των πυρών του πυροβολικού. Η πτώση της νύκτας υπήρξε τελικά εκείνη, που επέτρεψε την απόσυρση του Τάγματος. Εξουθενωμένο, εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης, αφήνοντας επί τόπου 40 νεκρούς. Αντικαταστάθηκε από το ΙΙ/85 Τάγμα, ενισχυμένο με μια μονάδα του Μηχανικού, ειδικευμένη στα εκρηκτικά και εξοπλισμένη με φλογοβόλα. Η εν λόγω μονάδα κατάφερε να διοχετεύσει εντός του οχυρού ασφυξιογόνα αέρια, καπνογόνα, βενζίνη, κροτίδες, δέσμες δυναμίτιδας και εκρηκτικές ύλες, καθιστώντας τις συνθήκες ανυπόφορες για τους αμυνόμενους. Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 7ης Απριλίου, διεξήχθησαν μάχες σώμα με σώμα μέσα στις ίδιες τις στοές. Γύρω στις 11.00 π.μ., ο διοικητής του οχυρού, ταγματάρχης ΠΖ Ξάνθος Πικουλάκης, κρίνοντας την κατάσταση μη αναστρέψιμη, διέταξε την παράδοση. Ωστόσο, τα παραπλήσια οχυρά συνέχισαν να βάλουν κατά του εχθρού, με αποτέλεσμα να μην έχει επιτευχθεί η διάσπαση της Γραμμής Μεταξά και η διείσδυση των Γερμανών προς νότο μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα όταν, στις 9 Απριλίου, υπογράφηκε στη Θεσσαλονίκη το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης. Αντίθετα, τα οχυρά Εχίνου και Νυμφαίας είχαν πέσει στα χέρια των Γερμανών. Επρόκειτο για μεμονωμένα έργα στη Θράκη, τα οποία βρίσκονταν ανατολικά της Γραμμής Μεταξά.
 Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα Η μάχη των οχυρών Η Μηχανή του Χρόνου ΕΤ-1
Συμπερασματικά, η μοίρα επιφύλαξε κοινή τραγική έκβαση στα δυο μεγάλα αυτά οχυρωματικά έργα. Υψηλού κόστους, προϊόντα επίπονης κατασκευής, δεν κατάφεραν, τελικά, να ανταποκριθούν στις προσδοκίες και να αντεπεξέλθουν στην αποστολή τους. Αναγκάστηκαν να παραδοθούν μέσα σε λίγες ώρες μόλις, επειδή είχαν υπερκεραστεί από τα δυτικά. Ωστόσο, δύναται κανείς να κάνει λόγο για αρνητικό απολογισμό; Ως προς αυτό θέμα, η απάντηση είναι σχετική. Αμφότερα τα οχυρωματικά συστήματα εκπλήρωσαν την αποτρεπτική αποστολή, η οποία εκ των πραγμάτων τους αναλογούσε, εξαναγκάζοντας τον αντίπαλο να επιχειρήσει κυκλωτική κίνηση δια μέσου ουδετέρου εδάφους. Η Wehrmacht εισέβαλε στις 10 Μαΐου 1940 στην Ολλανδία και στο Βέλγιο, ακριβώς επειδή επιθυμούσε να αποφύγει μια μετωπική σύγκρουση με την πανίσχυρη Γραμμή Maginot. Από τη δική της πλευρά, έντεκα μήνες αργότερα, στις 6 Απριλίου 1941, η 12η Στρατιά του List έκανε  χρήση του εδάφους της νοτίου Γιουγκοσλαβίας, προκειμένου να μη ριψοκινδυνέψει πιθανή καθυστέρηση, που θα επέβαλε μια σθεναρή αντίσταση εκ μέρους των οχυρών της Γραμμής Μεταξά. Επιπρόσθετα, τα οχυρωματικά συστήματα προσφέρουν το πλεονέκτημα της εξοικονόμησης ανθρώπινου δυναμικού. Η Γραμμή Μεταξά ανταποκρίθηκε σε αυτή την αποστολή στην εντέλεια. Από τον Οκτώβριο 1940 έως τον Απρίλιο 1941, όταν η ενεργοποίηση του αλβανικού θεάτρου επιχειρήσεων κατά του ιταλικού στρατού απαιτούσε το μέγιστο της αποστολής και συγκέντρωσης εκεί των εφεδρειών, την περιφρούρηση της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου η φρουρά των οχυρών.
Στην περίπτωση της Γραμμής Maginot η κατάσταση, ως προς το συγκεκριμένο αυτό σημείο, ήταν διαφορετική. Εάν εξετάσει κανείς από κοντά την κατανομή των αγγλογαλλικών δυνάμεων, έτσι όπως την είχε αποφασίσει πριν από την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης ο στρατηγός Gamelin από τα σύνορα της Γαλλίας με την Ελβετία έως τις ακτές της Μάγχης, διαπιστώνει ότι το μέγεθος και το δυναμικό της φρουράς της Γραμμής Maginot δεν υστερούσε καθόλου σε σχέση με εκείνα των μονάδων, οι οποίες, συγκεντρωμένες στα βόρεια γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας, τελούσαν εν αναμονή της διαταγής εισόδου στο Βέλγιο.
Η ίδια η διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων απέδειξε πως και στις δυο περιπτώσεις, τα εν λόγω οχυρωματικά συστήματα διέθεταν ποιοτικές αρετές υψηλού επιπέδου, παρά τις εμφανείς ελλείψεις σε ισχύ πυροβολικού στην περίπτωση της Ελλάδας. Το δράμα ενός οχυρωματικού συστήματος συνίσταται στο ότι το τελευταίο είναι στατικό και στερείται ευελιξίας. Μπορεί να ανταποκρίνεται στο έπακρο στις προδιαγραφές, με τις οποίες έχει κατασκευαστεί καθώς και στην αποστολή, που του αναλογεί. Συνάμα, όμως, η ίδια η ύπαρξή του απειλείται από μια ολόκληρη σειρά αστάθμητων παραμέτρων, ικανών να επιφέρουν το τέλος με βίαιο τρόπο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Papagos (Alexander), The battle of Greece, 1940-1941, Athens, 1949.
Terkazis (Angelos), The Greek epic, 1940-1941, Athens, 1990.
Das Deutsche Reichund der zweite Weltkrieg, vol. 3: Der Mittelmeerraum und Südosteuropa von der “non belligeranza” Italiens bis zum Kriegseintritt der vereinigten staaten, Suttgart, 1984.
Buchner(Alex), “Kampf um die Metaxas-Linie”, in Allgemeine Schweizerische Militär Zeitschrift, October 1957, p. 727-737.
Le Goyet (Pierre), La défaite (10 mai – 25 juin 1940), Paris, 1990.
Delmas (Jean), Mai – juin 40, les combattants de l’ honneur, Paris, 1980.
http://metaxasline.org/                        
Το παρόν άρθρο με τίτλο: “Ligne Maginot, Ligne Métaxas,  même combat, même destin” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον τόμο των Πρακτικών του Διεθνούς Επιστημονικού Συμποσίου Η Ελλάδα και ο πόλεμος στα Βαλκάνια (1940-1941) /  Greece and the War in the Balkans (1940-1941), Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1992, σ. 67-76.

O στρατηγός Jean Delmas (Bois-Colombes 1925 – Παρίσι 2018), διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, διετέλεσε διευθυντής σπουδών της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου της Γαλλίας (1989-1997), διευθυντής των Γαλλικών Στρατιωτικών Αρχείων (1980-1986), πρόεδρος της Γαλλικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (1989-1999) και αντιπρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας. Υπήρξε μέλος της επιστημονικής επιτροπής του Historial de la Grande Guerre (Somme), του Mémorial de Caen (Νορμανδία), του Musée du Général Leclerc de Hauteclocque et de la Libération de Paris και του Musée Jean Moulin του Παρισιού. Τιμήθηκε με την ανώτατη διάκριση (παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής – Légion d’ Honneur). Επισκέφθηκε κατ επανάληψη τη χώρα μας, συμμετέχοντας σε διεθνή συνέδρια στρατιωτικής ιστορίας.