Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

ΠΕΝΘΙΜΑ ΒΙΩΜΑΤΑ

Σχετική εικόνα



Ἐπί τῆ Ἁλώσει 
                                                                    
Χρόνια και χρόνια τη μέρα αὐτή με κατέχει ἕνας βαθύτατος πένθιμος συγκλονισμός. Ένα μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς μου το ἀφιέρωσα στη μελέτη-σπουδή καλύτερα-τῆς συγκλονιστικῆς ἱστορίας τῆς Μεσαιωνικῆς μας αυτοκρατορίας, τῆς χιλιοτραγουδισμένης Ρωμανίας, τοῦ θρύλλου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τοῦ Γένους, τῆς Αγιασοφιᾶς το μέγα μοναστήρι, τά ὀνομαστά Πατριαρχεῖα, τῶν μοναστήριῶν και τα προσκυνημάτων, τῶν ἁγιασμάτων και κυρίως τοῦ ὑπερλάμποντος Ἱερόῦ Παλατίου, τοῦ Ιππόδρομου, τῶν Μεγάλων ὁδῶν, τῶν
περίστυλων ἀγορῶν, τοῦ αὐτοκρατορικοῦ νεκροταφείου(Ἅγιοι ‘Απόστολοι), τοῦ μοναδικοῦ κι ‘ανεπανάληπτου θαάματος τῶν αἰώνων, τῶν χιλιόχρονων τείχῶν πού ὅμοιά τους δέν ὑπῆρξαν στόν κόσμο, τοῦ ὐπερούσιου ζωντανοῦ ὑπαρκτικοῦ βάθους τοῦ κόσμου ἐκείνου, τοῦ θείου, πού ὅραμα ἄλλο δεν εἶχε παρά τον ούράνιο παράδεισο, ἀφοῦ τόν γήινο τόν ἀπολάμβανε ἐντός τῶν τειχῶν τῆς Βασιλεύουσας.
( Ἄς σταματήσω τις δακρύβρεχτες(για μένα) αὐτές περιγραφές). Με παρηγορεῖ πώς ὅλα αὐτά ἔφυγαν με ἐμπεδωμένη μέσα τους την καλήν ἀλλοιωση ἐκείνου τοῦ κόσμου πού πολύ ἀγάπησε κι ὁραματίστηκε και πἀλαιψε να πραγματώσει, και τοῦτο(με παρηγορεῖ): τότε οἱ νεκροί πεθαίνουν, ὅταν τους λησμονοῦμε. Κι αὐτοί, οἱ ἀλλοιωμένοι με το ὐπερβατικό κάλλος, ἔμειναν και μένουν, για ὅσους ἀκόμη συνεχίζουν να ὀνειρεύονται και ὁραματίζονται, σαν τον τρελό ἐμένα. Κι εἶναι για πολλούς ἀδελφούς συνέλληνες μου-ὅλοι αὐτοί, ἡ μοναδική πηγή και ἔμπνευση τῆς συνειδητοποιοημένης ταυτότητάς μας. Ψάχνω γύρω μου να βρῶ ἕναν, βρέ ἀδελφέ, ἀνδριάντα τοῦ μέγιστου αὐτοῦ ὑπερανθρώπου πρωτοήρωα τοῦ Γένους. Πουθενά΄ ἐλπίζω στις καρδιές μας, και (ψευτο)παρηγοροῦμαι.Παρηγοροῦμαι πώς ὐπάρχουν ἀκόμη ἀσυμβίαστοι Ἕλληνες. Μά φοβᾶμαι πώς πλήθαιναν κι οἱ ριψάσπιδες κι οἱ ἕτοιμοι να προσκυνήσουν. Ἔχω τόν Κωνσταντῖνο πού μοῦ δίνει κουράγιο. Αὐτός θυσιάστηκε, ἐγώ οὔτε να ζήσω μπορῶ για την πατρίδα; Πῶς να συμβιβαστῶ με τις χιλίάδες προδοσίες και τους πολύεπαινούμενους συμβιβασμούς; Πῳς να φτύσω τά λόγια τοῦ Γέρου τοῦ Μωρηά; «Ἐμείς, Καπετάν Άμιλτον, ποτέ συμβιβασμόν δέν ἐκάμαμεν με τούς Τούρκους. Ἄλλους έκοψε, άλλους σκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς ἐμείς, ἐζούσαμεν έλεύθεροι ἀπό γεννεά εις γεννεά. Ὁ βασιλεύς μας ἐσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε. Ἡ φρουρά του εἶχε παντοτεινό πόλεμον με τους Τούρκους και δύο φρούρια ἦτον πάντοτε ἀνυπότακτα. – Με είπε, ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια.- Ἡ φρουρά τοῦ Βασιλέως μας εἶναι οἱ λεγόμενοι Κλέφται, τά φρούρια ἡ Μάνη καί τό Σούλι καί τά βουνά. Έτζι δέν με ὡμίλησε πλέον».
Σήμερα δεν γελῶ΄δεν μοῦ ἔρχεται΄ ἕνα δάκρυ εἶναι ἔτοιμο να κυλήσει. Σφίγγομαι. «Σε τέτοιο θάνατο ὁ θρῆνος δέν ταιριάζει(Καρυωτάκης). Οὔτε. λέω ἐγώ, συμβιβασμοί και προδοσίες.