Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ


                               
Θεόδωρος Ι. Δαρδαβέσης
Καθηγητής Υγιεινής - Κοινωνικής Ιατρικής
Τμήματος Ιατρικής
Κοσμήτορας Σχολής Επιστημών Υγείας Α.Π.Θ.


Εισαγωγή


Η γλώσσα, για κάθε λαό, αποτελεί την πύλη της πνευματικής του καλλιέργειας και της πολιτιστικής του ανάπτυξης. Σε επίπεδο ατόμου αποτελεί μοναδικό εργαλείο για την κατάκτηση γνώσεων, τη σύνθεση συλλογισμών, τη διαμόρφωση κρίσεων, την ανάπτυξη φαντασίας και την έκφραση των ουμανιστικών αισθημάτων του. Ανάλογα με την ποιότητα και τον λεκτικό της πλούτο μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά, ώστε ο κάθε καλός γνώστης και χρήστης της να οδηγηθεί σε αντίστοιχες βαθμίδες πολιτιστικής κλίμακας και πνευματικής συγκρότησης.


Η πορεία του ελληνικού κράτους, από την ίδρυσή του μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, σημαδεύτηκε από την ιδεολογική αντιπαράθεση δύο αδιάλλακτων στρατοπέδων διανοουμένων, τα οποία επεδίωκαν, το μεν ένα να προσδώσει στη φυσιογνωμία της χώρας μας ένα αμιγώς εξευρωπαϊσμένο πρόσωπο, το δε άλλο ένα πρόσωπο, το οποίο να αντικατοπτρίζει αμιγώς την παράδοση του ελληνικού λαού.
Η ιδεολογική αυτή αντιπαράθεση, όπως και η έξαλλη εκείνη αντιπαράθεση για το γλωσσικό ζήτημα, το οποίο βρήκε τελικά τη λύση του, φαίνεται ότι έχει καταλαγιάσει. Η Ελλάδα έχει πλέον ενταχθεί στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα αποδεχόμενη σταδιακά, αλλά με σταθερό βηματισμό τις αρχές της παγκοσμιοποίησης. Δείχνει, επίσης, τάσεις ενσωμάτωσης στο παγκόσμιο πολιτιστικό σύστημα. Αποδέχεται και αφομοιώνει ξένες επιρροές σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις του καθημερινού βίου και απενεχοποιεί τον όρο «ελληνικότητα» από τη διαστρέβλωση την οποία είχαν προσπαθήσει να επιβάλλουν τόσο οι «οικουμενιστές», όσο και οι «ελληνολάτρες».
Η «ελληνικότητα» όμως αποτελεί έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής, σκέψης και υιοθέτησης αρχών θεμελιωμένων πάνω σε παράδοση αιώνων και σε συγκεκριμένες πολιτιστικές και ηθικές αξίες, που συνολικά αποτυπώνονται στο πλουσιότατο ελληνικό λεξιλόγιο και εκφράζονται με τον προφορικό και γραπτό λόγο.
Αναδεικνύεται λοιπόν η σημασία και η ανάγκη της διαφύλαξης, αλλά και της διάδοσης της ελληνικής γλώσσας στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης ως του μόνου ίσως μέσου για τη διαφύλαξη της, χωρίς διαστρεβλώσεις, «ελληνικότητας» και όλων όσων αυτή συνεπάγεται.

Ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας


Η ελληνική γλώσσα αποκάλυψε, προσδιόρισε και κατέγραψε αφηρημένες έννοιες, ιδέες και θεσμούς. Εμπλούτισε με ρίζες όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση του γραπτού και προφορικού λόγου σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στη διεθνή επιστημονική ορολογία διακρίνεται εμφανώς η επίδραση της ελληνικής, ενώ στο βιβλίο του Α. Κωνσταντινίδη «Η οικουμενική διάσταση της ελληνικής γλώσσας» έχουν καταχωρηθεί 135.000 ξένες λέξεις, οι οποίες είναι αμιγώς ελληνικές. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι Αγγλοσάξονες, όταν αντιμετωπίζουν πρόβλημα κυριολεξίας, χρησιμοποιούν τη φράση «The Greeks had a word for everything».

Η παγκόσμια κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας


Η ανάδειξη της αγγλικής γλώσσας ως της παγκόσμιας «lingua franca» είναι το αποτέλεσμα αφενός της εξάπλωσης της βρετανικής αυτοκρατορίας στις πέντε ηπείρους και αφετέρου της διεθνούς οικονομικής και πολιτικής επιρροής των Η.Π.Α., η οποία άρχισε σταδιακά να εδραιώνεται μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.
Από τον 19ο αιώνα είχε γίνει αντιληπτή η δυνατότητα καλλιέργειας φιλοβρετανικών αισθημάτων με τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας σε μαθητές, διαπίστωση η οποία οδήγησε τις βρετανικές κυβερνήσεις στην ίδρυση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τύπου Ήτον σε όλες σχεδόν τις αποικίες της. Στα εκπαιδευτικά αυτά ιδρύματα γίνονταν δεκτά παιδιά της άρχουσας τάξης των γηγενών και παιδιά του λαού με ιδιαίτερα όμως πνευματικά χαρίσματα και δυνατότητες, δημιουργώντας σταδιακά μια ελίτ, η οποία αργότερα θα ήταν πιστή στην αυτοκρατορία, ώστε η Βρετανία να κατοχυρώσει την παρουσία της στις χώρες αυτές και η αγγλική να αναχθεί σε επίσημη γλώσσα των κατοίκων τους.
Ωστόσο, η αντίληψη ότι η γλώσσα αποτελεί εργαλείο πολιτικής και πολιτισμικής επιρροής εδραιώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, με αποτέλεσμα να εκπονηθεί ειδικό σχέδιο δράσης με στόχο την ανάδειξη της αγγλικής ως διεθνούς γλώσσας επικοινωνίας.
Η σύλληψη και η επεξεργασία του σχεδίου αυτού υπήρξε έργο του γλωσσολόγου Αυστραλού Ρεξ Λίπερ, ο οποίος, ως στέλεχος της υπηρεσίας προπαγάνδας του Υπουργείου Πληροφοριών διέκρινε τη διεθνή απειλή από τους στόχους του φασιστικού μηχανισμού πληροφόρησης των Ναζί, οι οποίοι προωθούσαν σχέδια για μία παγκόσμια γερμανόφωνη αυτοκρατορία. Ο Λίπερ, ως σχέδιο αντίδρασης στα γερμανικά οράματα, εισηγήθηκε το 1934 την ίδρυση ενός πολιτιστικού ιδρύματος, του «Βρετανικού Συμβουλίου», με στόχους «τη διάδοση των βρετανικών ιδεωδών και του αγγλικού τρόπου ζωής, καθώς και την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας με την πειθώ και όχι με την προπαγάνδα».
Επισήμως το «Βρετανικό Συμβούλιο» λειτουργούσε ως ανεξάρτητος Οργανισμός. Στην ουσία όμως ήταν το πολιτιστικό τμήμα των πρεσβειών, το οποίο λειτουργούσε με κρατική επιχορήγηση και με στόχους σαφώς πολιτικούς. Είναι ενδεικτικό, ότι τα πρώτα παραρτήματα λειτούργησαν σε περιοχές, όπως στη Μέση Ανατολή, με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για τη Βρετανία.
Παράλληλα, τέθηκε στη διάθεση της προσπάθειας διάδοσης της αγγλικής γλώσσας το B.B.C., το οποίο οργάνωσε ξενόγλωσσες ραδιοφωνικές εκπομπές, σημαντικό μέρος των οποίων αφορούσε στην από ραδιοφώνου διδασκαλία της αγγλικής. Οι ραδιοφωνικές αυτές εκπομπές συνεισέφεραν, ώστε να αναχθεί η αγγλική γλώσσα ως πολιτικό μέσο άσκησης επιρροής σε διάφορους λαούς, λόγω των μηνυμάτων τα οποία μετέδιδαν περί ελευθερίας, δημοκρατίας και πολιτισμού.
Με το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου τα αγγλικά ήταν η γλώσσα των νικητών, με την οποία εκατοντάδες χιλιάδες νέων ανθρώπων είχαν έρθει σε επαφή. Στην πλευρά όμως των νικητών ανήκαν και οι Σοβιετικοί, οι οποίοι εκτός των χωρών της Αν. Ευρώπης, τις οποίες είχαν απελευθερώσει και θέσει υπό την «εποπτεία» τους, επιχειρούσαν να αναπληρώσουν το κενό εξουσίας, το οποίο άφηναν πίσω τους οι Βρετανοί, Γάλλοι, Βέλγοι και άλλοι Ευρωπαίοι εγκαταλείποντας τις αποικίες τους.
Η ρωσική γλώσσα άρχισε να απειλεί την εδραίωση της αγγλικής με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση των Βρετανών και των Αμερικανών στο συγκεκριμένο πεδίο. Από κοινού εκπόνησαν πρόγραμμα αντιμετώπισης της γλωσσικής Σοβιετικής απειλής με κεντρικό άξονα τη διάδοση της αγγλικής γλώσσας ώστε «σε μια γενιά τα αγγλικά να καταστούν παγκόσμια γλώσσα, η δεύτερη γλώσσα σε όσες χώρες δεν είναι η πρώτη».
Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού οι Βρετανικές και οι Αμερικανικές κυβερνήσεις χρηματοδότησαν αδρά την ίδρυση και λειτουργία αγγλόφωνων κολεγίων, κέντρων γλωσσών και πανεπιστημίων σε όλες σχεδόν, τις εκτός Σοβιετικής επιρροής, αναπτυσσόμενες χώρες του κόσμου. Το αποτέλεσμα ήταν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας 1960-1970 περίπου 350 εκατομμύρια άνθρωποι, το ένα δέκατο του παγκόσμιου πληθυσμού, να μιλά, έστω στοιχειωδώς, την αγγλική. Στις μέρες μας η αγγλική γλώσσα ομιλείται σχεδόν από 2,5 δισεκατομμύρια πολίτες, το ένα τέταρτο των κατοίκων του πλανήτη, χωρίς να διακρίνεται στον ορίζοντα κάποιο αντίπαλο γλωσσικό δέος.
Η αγγλική φαίνεται ότι έχει κερδίσει την ιδιότητα της παγκόσμιας γλώσσας, ενώ η έκφραση «global English» κυριαρχεί πλέον στο παγκόσμιο λεξιλόγιο. Είναι ενδεικτικό, ότι το διαδίκτυο μονοπωλείται σχεδόν από την αγγλική. Στην Ινδία κυκλοφορούν περισσότερες από 3.000 αγγλόφωνες εφημερίδες, ενώ αεροπορικές εταιρείες 157 κρατών έχουν συμφωνήσει, ότι η γλώσσα της επικοινωνίας τους θα είναι η αγγλική.
Ανάλογες τάσεις φαίνεται να επικρατούν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Σύμφωνα με αποτελέσματα μεγάλης έρευνας, το 82% των Ολλανδών, το 78% των Ισπανών και το 76% των Ιταλών αποδέχονται να υιοθετηθεί η αγγλική ως η γλώσσα των πολιτών της Ε.Ε.
Η διεύρυνση της Ε.Ε. προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και κατά συνέπεια η γλωσσική διεύρυνση έδωσε νέα ώθηση στην κυριαρχία των αγγλικών. Βεβαίως, τα ευρωπαϊκά όργανα θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν αυτό το οποίο είχε διατυπώσει εύστοχα ο Ουμπέρτο Έκο, ότι «η γλώσσα της Ευρώπης είναι η μετάφραση». Πρακτικά, όμως, η χρήση 20 και πλέον εθνικών γλωσσών στις συναντήσεις, στις συζητήσεις και τις παρεμβάσεις των ευρωπαϊκών οργάνων, είναι ένας αγώνας δρόμου με πολλές δυσκολίες, ο οποίος συνηγορεί υπέρ του σκεπτικού για επιλογή της αγγλικής ως επικρατούσας γλώσσας. Στο πλαίσιο αυτής της πραγματικότητας είχε ανακοινωθεί προ ετών, από την τότε Γαλλική Προεδρεία της Ε.Ε., η πρόθεσή της να εισηγηθεί την κατάργηση των γλωσσών ορισμένων χωρών ως επισήμων γλωσσών της Ε.Ε., μεταξύ αυτών και της ελληνικής, με κύριο επιχείρημα την υπέρμετρη επιβάρυνση του κοινοτικού προϋπολογισμού από τον μεγάλο αριθμό μεταφραστών, οι οποίοι εργάζονται στις υπηρεσίες της. Στο ίδιο περίπου πνεύμα, της αντιμετώπισης πρακτικών αναγκών, φαίνεται ότι κινήθηκε πρώην Ελληνίδα Επίτροπος, διατυπώνοντας την πρόταση να καθιερωθεί η αγγλική ως δεύτερη επίσημη γλώσσα των Ελλήνων.
Κάποιοι, όμως, πνευματικοί άνθρωποι κάνουν λόγο για μία νέα μορφή ιμπεριαλισμού, η οποία δεν έχει να κάνει με εδαφικό, πολιτικό και οικονομικό έλεγχο, αλλά με κάτι πολυτιμότερο, το οποίο εάν απωλέσει την αυτονομία του θα οδηγήσει τελικά σε έμμεσο αλλά ολοκληρωτικό εδαφικό, πολιτικό και οικονομικό έλεγχο. Το πολύτιμο αυτό στοιχείο, το οποίο είναι ο στόχος του «αγγλικού γλωσσικού ιμπεριαλισμού», είναι η σκέψη και κατά συνέπεια η νοοτροπία και οι πολιτισμικές αξίες των μη αγγλόφωνων λαών του κόσμου.
Η παγκόσμια κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας δεν θα πρέπει να ανησυχεί τους Έλληνες. Άλλωστε, πάντα υπήρχε μία επικρατούσα γλώσσα, η οποία στην ελληνιστική περίοδο ήταν η ελληνική, μετέπειτα η λατινική και μέχρι πριν 150 περίπου χρόνια η γαλλική. Εκείνο, όμως, το οποίο αποτελεί κατ’ εξοχήν ανησυχητικό στοιχείο, είναι η αποδυνάμωση της γλώσσας μας λόγω της ελλειπούς διδασκαλίας της στη στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση, η κακή χρήση της κυρίως από τους νέους ανθρώπους και η συνειδητή ή μη υποτίμησή της από κάποιους πνευματικούς ανθρώπους και φορείς, οι οποίοι αντί να λειτουργούν ως μέντορές της, την υπονομεύουν.

Η αποδυνάμωση της ελληνικής γλώσσας


Η υιοθέτηση ξενόγλωσσων λέξεων και εκφράσεων, καθώς και η προσαρμογή τους στην ελληνική, αποτελεί μία καθόλα υγιή και φυσική διαδικασία στην εξέλιξη μιας γλώσσας, η οποία μάλιστα είναι περισσότερο έκδηλη τα τελευταία χρόνια στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Η διαδικασία όμως αυτή πρέπει να επιτελείται με μέτρο και σύμφωνα με τη ρήση του Α. Κοραή «…Ως κτήμα ιερόν του έθνους, πρέπει να ανακαινίζεται με ευλάβειαν και ησυχίαν».
Τη σημασία της «ανακαίνισης της γλώσσας με ευλάβεια και ησυχία» δε φαίνεται να την κατανοούν οι σύγχρονοι Έλληνες, οι οποίοι καταβάλλουν προσπάθειες να διαφθείρουν τη γλώσσα τους, να την αλλοιώσουν και την καταστρέψουν.
Ενδεικτικό στοιχείο του προβλήματος είναι οι προκλητικές ξενόγλωσσες επιγραφές των καταστημάτων, παρά την ύπαρξη διάταξης η οποία επιβάλλει την υποχρεωτική γραφή τους και στην ελληνική. Είναι ακόμη τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα οποία συχνά επιτρέπουν σε αμαθείς να εκφωνούν ειδήσεις ή να συντονίζουν συζητήσεις μεγάλης ακροαματικότητας ή τηλεθέασης. Είναι, επίσης, ο ημερήσιος και ο περιοδικός τύπος, ο οποίος, σε αρκετές περιπτώσεις, δε φαίνεται να διαθέτει ασφαλιστικές δικλείδες ελέγχου, ώστε τα δημοσιευμένα κείμενα των ειδήσεων και των άρθρων του να διακρίνονται για τα άψογα ελληνικά τους.
Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι, το πρόβλημα της αποδυνάμωσης της ελληνικής γλώσσας δεν είναι φαινόμενο μόνο των ημερών μας. Υπονομευτές της θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι φανατικοί αρχαιολάτρες, οι οποίοι υποστήριζαν την επιστροφή στα αρχαία ελληνικά μέσω της «λογίας γλώσσας». Υπονομευτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν και οι δογματικοί δημοτικιστές με τις απίθανες γλωσσικές ακρότητες τις οποίες επέμεναν να επιβάλλουν, αλλά και κάποιοι «ευρωπαΐζοντες», όπως ο Δ. Γληνός, ο οποίος σε άρθρο του το 1930 στο περιοδικό «Πρωτοπορία», είχε προτείνει την αντικατάσταση του ελληνικού αλφαβήτου από το λατινικό, χρησιμοποιώντας τα επιχειρήματα: «…γιατί πρώτα – πρώτα μας εισάγει μορφικά στην οικογένεια των εβρωπαϊκών λαών, έπειτα λύνει με μιας ολόκληρο το ορθογραφικό πρόβλημα».
Η ποιοτική διαφορά της αποδυνάμωσης της ελληνικής γλώσσας σε παλαιότερες εποχές σε σχέση με τη σημερινή αφορά στην ένταση του υφιστάμενου κινδύνου, η οποία συνδέεται με την ισοπεδωτική λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης, την απομόνωσή της σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τη μειωμένη παρουσία της στα σύγχρονα μέσα, όπως είναι το διαδίκτυο.

Το μέλλον της ελληνικής γλώσσας


Η ελληνική γλώσσα αποτελεί πολύτιμη πνευματική κληρονομιά και η σωστή χρήση της ως μέσο πρόσβασης στη γνώση και όχι μόνο, αποτελεί την ισχυρότερη δύναμη για την επιβίωση του ελληνικού πολιτισμού και των αξιών τις οποίες πρεσβεύει.
Υπονομευτές της γλώσσας μας είναι όσοι κάνουν εκούσια ή ακούσια κακηχρησία της, όσοι άκριτα θαυμάζουν και υιοθετούν κάθε τι το «ξένο» και όσοι με διάφορους τρόπους και επιλογές την απαξιώνουν. Ο μεγαλύτερος όμως κίνδυνος προέρχεται από την παγκοσμιοποίηση, η οποία, μη βρίσκοντας αντιστάσεις, σταδιακά και μεθοδικά, όχι μόνο αποδυναμώνει την ελληνική, αλλά παράλληλα αλλοτριώνει τρόπους σκέψης και συμπεριφορές.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος είναι κατά κύριο λόγο θέμα παιδείας, η οποία μαζί με το γλωσσικό της αντίκρισμα υπόκειται σε πολιτικές επιλογές, όπως ακριβώς η εξωτερική πολιτική, η οικονομική ανάπτυξη και η κοινωνική μέριμνα.
Πρωτεύουσα, λοιπόν, επιλογή για τη διασφάλιση της πορείας της ελληνικής γλώσσας προς το μέλλον είναι η χάραξη μιας μακρόπνοης και στην κυριολεξία εθνικής πολιτικής για την παιδεία με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων, τα οποία εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο και με τη συνδρομή αρμοδίων φορέων και προσωπικοτήτων του πνεύματος. Παράλληλα, πρέπει να οργανωθούν σε όλες τις πρεσβείες της χώρας μας στο εξωτερικό Πολιτιστικά Τμήματα με επικεφαλείς έμπειρους και ικανούς Μορφωτικούς Ακολούθους. Η περίπτωση του αείμνηστου φίλου Κ. Μοσκώφ και το έργο το οποίο επετέλεσε ως Μορφωτικός Ακόλουθος της χώρας μας στην Αίγυπτο, πρέπει να αποτελεί σημείο αναφοράς.
Είναι σημαντικό ακόμα να ενισχυθεί ουσιαστικά το έργο του αποδυναμωμένου σήμερα «Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού – Σ.Α.Ε.», του «Ιδρύματος Ελληνισμού», καθώς και της «Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας». Η τελευταία, ίδρυσε «Αρσάκεια Εκπαιδευτήρια» στα Τίρανα, καλύπτοντας αφενός τις ανάγκες της εκεί ελληνικής μειονότητας και προσελκύοντας αφετέρου, λόγω του υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης το οποίο παρέχουν, πολλούς Αλβανούς να τα επιλέξουν για τις σπουδές των παιδιών τους. Το επιτυχημένο αυτό εγχείρημα είναι σκόπιμο να επαναληφθεί και σε άλλες χώρες, δίδοντας προτεραιότητα στις χώρες της Βαλκανικής, στις οποίες η ελληνική γλώσσα χαίρει παραδοσιακά εκτίμησης και αποδοχής.
Η προσπάθεια διείσδυσης της ελληνικής στα σύγχρονα μέσα και ιδιαίτερα στο διαδίκτυο πρέπει να αναχθεί σε ζήτημα προτεραιότητας τόσο για την Πολιτεία, όσο και για τα ελληνικά Α.Ε.Ι. Στην προσπάθεια αυτή μπορούν να συνεισφέρουν και ιδιωτικοί φορείς του χώρου της πληροφορικής, οι οποίοι, άλλωστε, εδώ και χρόνια πήραν την πρωτοβουλία να «εξελληνίσουν» όρους και προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, όχι βεβαίως για λόγους ιδεολογικούς, αλλά λόγω της πίεσης του αγοραστικού κοινού.
Αξιόλογες προσπάθειες για την ενίσχυση της ελληνικής γλώσσας παρουσιάζουν ορισμένα σωματεία, όπως αυτό με την επωνυμία «Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά», το οποίο ιδρύθηκε με τη σύμπραξη προσωπικοτήτων της επιστήμης, των γραμμάτων, των τεχνών, της δημόσιας ζωής και του επιχειρηματικού χώρου. Ο εθελοντισμός και στο συγκεκριμένο τομέα μπορεί να λειτουργήσει θετικά και να αποδώσει τα μέγιστα, ιδιαίτερα εάν υπάρξει κρατική οικονομική ενίσχυση και όπου επιβάλλεται καθοδήγηση και εποπτεία.
Tα τελευταία χρόνια, ένας σημαντικός αριθμός αλλοδαπών επιστημόνων αξιοποιούν τις ευκαιρίες των υποτροφιών τις οποίες προσφέρουν το Ι.Κ.Υ., τα Υπουργεία Παιδείας και Εξωτερικών, τα διάφορα Α.Ε.Ι. και Ιδρύματα όπως το «Α. Ωνάσης» και «Σπ. Νιάρχος» και έρχονται στην Ελλάδα για την εκμάθηση της γλώσσας μας, γνωρίζοντας παράλληλα το σύγχρονο ελληνισμό.
Οι αλλοδαποί αυτοί επιστρέφοντας στις πατρίδες τους λειτουργούν ενθουσιωδώς ως φίλοι, θαυμαστές και υποστηρικτές της χώρας μας, η οποία άλλωστε είχε ανέκαθεν φιλέλληνες, οι οποίοι τη σπούδασαν, τη λάτρεψαν και θυσιάστηκαν ακόμα γι’ αυτή.
Οι συγκεκριμένες υποτροφίες, καθώς και οι υποτροφίες για πανεπιστημιακές σπουδές, πρέπει με κάθε θυσία να αυξάνονται κατ’ έτος με γεωμετρική πρόοδο, συνδυαζόμενες με διευκολύνσεις προς τους αλλοδαπούς υποτρόφους για άνετη και με χαμηλό κόστος διαμονή στη χώρα μας. Η πολιτική αυτή επιλογή είναι ίσως το μόνο αντιστάθμισμα απέναντι στη σοβαρή ζημιά την οποία υφίσταται ο ελληνισμός τις τελευταίες δεκαετίες και αφορά αφενός στην κατάργηση των κλασσικών σπουδών στα σχολεία της Ευρώπης και αφετέρου στη συρρίκνωση στα ξένα πανεπιστήμια εδρών Αρχαίων Ελληνικών, Ελληνικής Ιστορίας και Βυζαντινού Πολιτισμού.
Σε κάθε περίπτωση οι αρμόδιοι φορείς πρέπει να συντονίσουν τις δυνάμεις και τις προσπάθειές τους, ώστε οι αλλοδαποί φίλοι μας να γίνουν πολύ περισσότεροι και περισσότερο οικείοι μας.
Εκτός των προαναφερθέντων παρατηρήσεων και προτάσεων, δύο σημαντικές πρωτοβουλίες, οι οποίες συμβάλλουν στην ενδυνάμωση της ελληνικής, βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη στο εξωτερικό. Η πρώτη αφορά σε παραγωγή από την Εταιρεία Apple προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή για εκμάθηση της ελληνικής με παράθεση εικόνων και ήχου. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα έχει αναλάβει να το διανείμει σε παγκόσμιο επίπεδο το δίκτυο ενημέρωσης C.N.N., προορίζεται αρχικά για αγγλόφωνους και ισπανόφωνους και φέρει την κωδική ονομασία «Hellenic Quest».
Η δεύτερη πρωτοβουλία αφορά στην αποθησαύριση λεκτικών τύπων της ελληνικής σε προγράμματα ηλεκτρονικού υπολογιστή. Συντονίστρια του προγράμματος, το οποίο υλοποιείται στο πανεπιστήμιο Ιρβάιν της Καλιφόρνια των Η.Π.Α., είναι η ελληνίστρια Μακ Ντόναλντ. Μέχρι στιγμής έχουν αποθησαυριστεί έξι εκατομμύρια λεκτικοί τύποι με εκτίμηση να ανέλθουν κατά την ολοκλήρωση του προγράμματος σε 90 περίπου εκατομμύρια, όταν ο αντίστοιχος αριθμός για τη λατινική δεν υπερβαίνει τα εννέα και για την αγγλική γλώσσα το ένα εκατομμύριο λεκτικούς τύπους (Άλλη μία απόδειξη της συντριπτικής υπεροχής της ελληνικής έναντι των άλλων γλωσσών).
Η ανάγκη για ένα καλύτερο μέλλον της ελληνικής γλώσσας είναι στην εποχή μας επιβεβλημένη, όσο ποτέ άλλοτε, τόσο για μας τους έλληνες, όσο και για τους συνειδητούς πνευματικούς ανθρώπους όλου του κόσμου. Άλλωστε, κατά τον Δ. Σολωμό «…πάρεξ ελευθερία και γλώσσα».

Βιβλιογραφία


1. Βαρβιτσιώτης Ι. Αναζητώντας τα ελληνικά. Βήμα, 14 Σεπτεμβρίου 2003, σελ. 76.
2. Γέρου Θ. Η ελληνική παιδεία. Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης – Παιδεία, 1990.
3. Γεωργουσόπουλος Κ. Στο ιδίωμα της Αντι-Βαβέλ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 22-23 Μαΐου 2004, σελ. 14.
4. Γιανναράς Χ. Ανυπόφορη ύβρις. Καθημερινή, 8 Αυγούστου 2004, σελ. 26.
5. De Boel G, Στάμαλος Η. Το ζήτημα των γλωσσών στην ευρώπη των 25. Βήμα, 28 Μαρτίου 2004, σελ. 79.
6. Zolotas X. Remarks. International Bank for Reconstruction and Development – International Monetary Fund. Annual Meeting Boards of Governors. Washington D.C., 1957.
7. Zolotas X. Statement. International Bank for Reconstruction and Development – International Monetary Fund. Annual Meeting Boards of Governors. Washington D.C., 1959.
8. Hobley A. Αγγλική νίκη στον πόλεμο των λέξεων. Καθημερινή, 6 Οκτωβρίου 2002, σελ. 30.
9. Καρύδη Χ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση της πολυμορφίας. Καθημερινή, 8 Αυγούστου 2004, σελ. 12.
10. Κατσιφαράκης Κ. Η ελληνική γλώσσα σε νέες δοκιμασίες. Πανεπιστημιούπολη 2002, 9: 32-33.
11. Μπαμπινιώτης Γ. Οι άγνωστοι φίλοι της Ελλάδος. Βήμα, 1 Ιουνίου 2003, σελ. 91.
12. Παπαγγελής Θ. Ποιος σκότωσε τα ελληνικά. Βήμα, 28 Σεπτεμβρίου 2003, σελ. 87.
13. Παπαδόπουλος Δ. Τα γλωσσικά αίτια παρακμής του ελληνισμού. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 1999.
14. Pickering G. Language: The lost of learning in medicine and science. Lancet, 1961, 2: 115-119.

15. Τσολάκης Χ. Πεμπτουσία της εκπαίδευσης η προσφορά παιδείας. Μακεδονία, 9 Ιουνίου 2002, σελ. 74.