Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

Γλώσσα, επιστήμη και πολιτική – Για τη «μακεδονική» γλώσσα των Σκοπίων

Τριανταφυλλιά Καδόγλου



Με αφορμή το ζήτημα της γλώσσας συνυφασμένο με το ονοματολογικό ζήτημα της ΠΓΔΜ στο πλαίσιο της συζήτησης για την επικύρωση της περίφημης Συμφωνίας των Πρεσπών, ορισμένοι ακαδημαϊκοί κύκλοι, πλήρως εναρμονισμένοι με την κρατούσα πολιτική τάξη που αναγνωρίζει όλως παραδόξως -σε αντίθεση με τις σλαβόφωνες χώρες Σερβία και Βουλγαρία και κόντρα στη θέληση και το κοινό περί δικαίου αίσθημα του ελληνικού λαού σχεδόν στο σύνολο του- την ύπαρξη ξεχωριστής μακεδονικής γλώσσας, επικυρώνουν και αυτοί με τη σειρά τους ‘’επιστημονικά’’ αυτή την άποψη.


Με άλλα λόγια, προτάσσοντας την επιστήμη, ενισχύουν τον κυρίαρχο λόγο και το τρέχον γεωγλωσσικό πολιτικό μοντέλο άρρηκτα συνδεδεμένο με τα γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα που συγκρούονται επικίνδυνα, όπως πάντοτε άλλωστε συνέβαινε, στην εύφλεκτη περιοχή των Βαλκανίων. Για παράδειγμα, οι Θ. Μαρκόπουλος, Ά. Ρούσσου και Α.Τερζή, υπερασπιζόμενοι πρόσφατα, ως ακαδημαϊκοί και ειδικοί γλωσσολόγοι, αυτή τη θέση, επικαλούνται, όπως λένε, την επιστήμη, την καθαρή επιστήμη και τίποτ’ άλλο επισημαίνοντας ότι η : « γλωσσολογία, ως επιστήμη, αγαπάει περισσότερο και από την πολιτική τα πραγματικά δεδομένα: την ‘’αλήθεια’’» (Θ. Μαρκόπουλος, Ά. Ρούσσου και Α.Τερζή, 2019).

Από την άλλη, αυτοαναιρούνται και αυτοαποδομούνται καθώς καταρρίπτουν το « ψευτοδίλημμα», όπως τονίζουν, για το αν «η Γλώσσα [των Σκοπίων και νυν Βόρειας Μακεδονίας] είναι διάλεκτος της βουλγαρικής»(ό.π.), μέσα από την πλήρη αποδόμηση των εννοιών γλώσσας/διαλέκτου/ γλωσσικής ποικιλίας συγκλίνοντας τελικά με την πολιτική άποψη που αποφασίζει « ποια γλωσσική ποικιλία θεωρείται γλώσσα και ποια διάλεκτος» : επικυρώνουν έτσι επιστημονικά τη « Γλώσσα χωρίς όνομα; » ως μακεδονική, αρνούμενοι, ως ειδικοί ερευνητές που κατέχουν την αληθινή γνώση και τον ορθό επιστημονικό λόγο, οποιαδήποτε αντίστοιχη ονομασία όπως ‘’σλαβική,’’ ‘’σερβοβουλγαρική’’ ή ‘’σλαβομακεδονική’’ ( ό.π.).


Είναι φανερό ότι αυτοί οι πανεπιστημιακοί κύκλοι προσπαθούν να επιβάλουν, όπως το επισημαίνει ο Michel Foucault ( Michel Foucault, 1982, 1984), ένα είδος εξουσιαστικής επιστημονικής γνώσης που αρνείται στην ουσία την αληθινή γνώση αλλά με τέτοιο τρόπο όμως που να φαίνεται ότι χειραφετούν αντί να εξουσιάζουν. Επομένως αδίκως και ψευδώς επικαλούνται δήθεν την επιστήμη και την αληθινή γνώση διότι στην πραγματικότητα, δρώντας σε « αυτό το μεταμοντέρνο υπερσχετικιστικό νοηματικό πλαίσιο» (Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, 2015), η επιστημονική γνώση που παράγουν, είναι από πολιτική άποψη συστημική καθώς προσαρμόζεται, ταυτίζεται και εντέλει συμπορεύεται με την πολιτική εξουσία! Επιβεβαιώνουν στην ουσία αυτό που ισχυρίζεται ο Foucault, ότι δηλαδή «τα επιστημονικά παραδείγματα που κατορθώνουν να ισχύσουν έχουν περισσότερο σχέση με την άσκηση και την επιβολή της εξουσίας παρά με την αναζήτηση της [επιστημονικής] αλήθειας» ( Δεληγιώργη, ό.π.). Αυτό που αντίστοιχα υποστηρίζουν και οι Jules Deleuze και Felix Guattari οι οποίοι, αναλύοντας τα αξιώματα της γλωσσολογίας, αποδεικνύουν ότι το « επιστημονικό μοντέλο με βάση το οποίο η γλώσσα γίνεται αντικείμενο μελέτης είναι ένα και το αυτό με το πολιτικό μοντέλο (…)»( Gilles Deleuze-Félix Guattari, 1980). Είναι αυτό που τονίζει στο βιβλίο του, Le Discours balkanique : des mots et des hommes( Ο Βαλκανικός λόγος: λέξεις και άνθρωποι » (Paul Garde 2004) και ο έγκριτος σλαβολόγος και ειδικός εμπειρογνώμων και συνεργάτης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης σε θέματα που αφορούν στην πρώην Γιουγκοσλαβία, Paul Garde: ότι οι γλωσσολόγοι απέδειξαν εδώ και πολύ καιρό την ύπαρξη μιας ευρείας βουλγαρομακεδονικής διαλεκτολογικής ζώνης και ότι η ανακήρυξη των διαλέκτων σε επίσημες γλώσσες είναι αναμφίβολα προϊόντα πολιτικών αποφάσεων. Θα μπορούσε να συμβεί το ίδιο, επισημαίνει ο Garde, αν η Βελγική Βαλλονία έπαιρνε πχ. την πολιτική απόφαση να δημιουργήσει μια βαλλονική γλώσσα ξεχωριστή από τη γαλλική γλώσσα! (Jack Feuillet, 2005, 395).

Αναφερόμενος διαδοχικά στους σύγχρονους ‘’μακεδόνες’’ και στους αλβανούς των Σκοπίων, επισημαίνει ότι στα πλαίσια της ιστορικής αναζήτησης συνυφασμένης με την αναζήτηση των προγόνων ( Garde, 2004, 387-413) και τη μεγάλη σημασία που αποδίδεται από όλους τους βαλκανικούς λαούς στο Όνομα για την κατασκευή ταυτότητας, κάποιες ταυτοτικές εθνικές διεκδικήσεις προκαλούν μειδίαμα καθώς οι πρώτοι ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου και οι δεύτεροι θεωρούν σχεδόν δόγμα ότι οι πρόγονοι τους ήταν Ιλλυριοί. Η άρνηση των Βουλγάρων να αποδεχτούν την ύπαρξη ‘’μακεδονικής γλώσσας’’ και ‘’μακεδονικού έθνους’’, τονίζει επίσης ο Garde, δείχνει πόσο αδιαχώριστη, είναι στα Βαλκάνια η εθνική διεκδίκηση από τη γλωσσική!


Είναι ακριβώς αυτό που υποστήριξε στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Jοvan Cvijić, διακεκριμένος γεωγράφος, γεωμορφολόγος και εθνογράφος με διεθνή αναγνώριση από τους επιστημονικούς κύκλους της εποχής του χάρις των δημοσιεύσεων του στα γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά, κυρίως αυτών που αφορούσαν στους Σλάβους της Μακεδονίας∙ καθηγητής επίσης στο Τμήμα Γεωγραφίας του πανεπιστημίου του Βελιγραδίου και στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης μετά από πρόσκληση του γεωγράφου και πανεπιστημιακού Paul Vidal de La Blache και του πρυτάνεως Louis Liard ( Peurey, 2008). Το 1906 με τη μελέτη του, « Remarques sur l’ethnographie de la Macédoine »/ « Παρατηρήσεις πάνω στην εθνογραφία της Μακεδονίας » ( Jοvan Cvijić, 1906-1907), είναι ο πρώτος που εισάγει τη λέξη « μακεδονοσλάβος » ( Macédoslave ) χαρτογραφώντας, όπως το επισημαίνει η Joëlle Dalègre, Mακεδονοσλάβους, «εκεί όπου μέχρι τότε περιηγητές και χαρτογράφοι υπεδείκνυαν μόνο Βούλγαρους» (Joëlle Dalègre, 38-39| 2011, 8, Καδόγλου, 2012, 655-670).

Γνωστός για τη βαθιά του γνώση και την πραγματική του εμπειρία όσον αφορά τα Βαλκάνια, δηλώνει ότι τα Σκόπια ή το Τέτοβο δεν είναι η « Μακεδονία » αλλά η « παλιά Σερβία». Στα πλαίσια του ερευνητικού του έργου, έχοντας μάλιστα ζήσει αρκετό διάστημα με τους Μακεδονοσλάβους, όπως τους έχει ονομάσει, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η μάζα των Σλάβων της Μακεδονίας δεν έχει ξεκάθαρη εθνική συνείδηση, υιοθετώντας ανάλογα με τις συγκυρίες άλλοτε τη βουλγαρική και άλλοτε τη σερβική, δεν έχει δικό της ιστορικό παρελθόν ούτε λογοτεχνική γλώσσα (Cvijić 1906, όπ. 115-132). Καταγράφει επίσης τη σλαβο-‘’μακεδονική’’, όπως αναφέρθηκε παραπάνω και από τους σύγχρονους επιστήμονες-ερευνητές, σαν μια μορφή γλώσσας που «αποτελείται από διαλέκτους που διαμορφώνουν τη μετάβαση ανάμεσα στα βουλγάρικα και τα σερβοκροάτικα » ( ό.π., 123).
Στα ίδια συμπεράσματα είχε φτάσει λίγο νωρίτερα το 1903 και ο οξυδερκής δημοσιογράφος, ειδικός ερευνητής και απεσταλμένος από το πανεπιστήμιο του Cambridge, στην υπό οθωμανική κατοχή, Μακεδονία, για να συλλέξει αρχικά λαογραφικό υλικό, George Frederick Abbott, (George Frederick Abott, 1903, 2004-2005, 2006-2007, 2012). Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του, σπανίως είναι δυνατόν να αποδώσει κανείς «με οποιαδήποτε βεβαιότητα μια συγκεκριμένη εθνικότητα στους Σλάβους της Μακεδονίας » ( Άμποτ, 2004-2005, 2006-2007, 90) καθώς η « γλώσσα τους είναι αναμφίβολα μια σλαβική διάλεκτος, καθαρότερη στο βορρά και διαρκώς αναμεμειγμένη με τα Ελληνικά προς νότον» ( ό.π., 89-90) ) για να καταλήξει : στις προκηρύξεις τους, « οι ηγέτες του Σλαβομακεδονικού Κομιτάτου αναφέρονται στον Μέγα Αλέξανδρο ως εθνικό ήρωά τους. Μετά από αυτό, τείνω να πιστεύω ότι στα σχολικά βιβλία τους, ο Αριστοτέλης προβάλλεται σαν ένας μεγάλος βούλγαρος φιλόσοφος (…)» ( ό.π., 260. Η υπογράμμιση είναι δική μου).

Είναι σαφές λοιπόν ότι δεν καταγράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, μακεδονική γλώσσα, παρά μόνο ένα προφορικό σλάβικο γλωσσικό ιδίωμα, μια διαλεκτολογική εκδοχή της βουλγαρικής γλώσσας, η οποία είναι και η μόνη γλώσσα που υπάρχει μέχρι τότε, στις διεθνείς βιβλιογραφικές αναφορές. Οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί- ερευνητές, υπερασπιστές μιας ξεχωριστής ‘’μακεδονικής’’ γλώσσας και συνεπαγωγικά ‘’μακεδονικού έθνους’’, όπως οι Μαρκόπουλος, Ρούσσου και Τερζή, στο πλαίσιο της συζήτησης για την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, έχουν ως βασική πηγή αναφοράς και επιστημονικής τεκμηρίωσης, τον αμερικανό καθηγητή γλωσσολογίας, ρώσικης καταγωγής, στο πανεπιστήμιο του Σικάγου, Victor Freidman. Πρόκειται για έναν από τους γνωστότερους και φανατικότερους φίλους του σκοπιανού μακεδονισμού στον κόσμο, με περιορισμένη ακαδημαϊκή δραστηριότητα και μονομερή επιστημονική αναγνώριση από τα πανεπιστήμια των Σκοπίων, του Κοσόβου, της Αλβανίας και της Σερβίας από το 1990 και μετά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας!


Το 2009, ο Freidman παρουσιάζει σε Φλώρινα και Αθήνα « το πρώτο ελληνο-μακεδόνικο λεξικό » που εκδόθηκε στην Ελλάδα, όπως ο ίδιος λέει, « από το πολιτικό κόμμα των εθνικά Μακεδόνων, Ουράνιο Τόξο-Виножито » (Κατηγορία | ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ | Интервју, 1-12 -2011 Η υπογράμμιση είναι δική μου ). Ο ανώνυμος ‘’δημοσιογράφος’’ που έκανε τη σχετική συνέντευξη με τον Freidman, τον χαρακτηρίζει ως « έναν από τους μεγαλύτερους συναγωνιστές, υποστηρικτές των εθνικά Μακεδόνων στην Ελλάδα, στον αγώνα τους για αναγνώριση και ανθρώπινα δικαιώματα » ( ό.π. ). Εξ ορισμού λοιπόν ο Freidman δεν συνιστά καταφανώς αξιόπιστη πηγή υλικού που μελετά και επεξεργάζεται, όπως ισχυρίζονται οι παραπάνω Έλληνες ερευνητές, αντικειμενικά κριτήρια ικανά να εγγυηθούν, πέρα και έξω από την πολιτική, την αμερόληπτη εξαγωγή έγκυρων επιστημονικών πορισμάτων. Η επιστημονική εγκυρότητα του Freidman αμφισβητείται εξάλλου από Έλληνες επιστήμονες και άλλους ειδικούς βαλκανιολόγους στις ΗΠΑ (Theodore Spyropoulos, Marcus A. Templar, 2009) και στην Ευρώπη!
Διάσημοι επιστήμονες άλλωστε όπως ο ειδικός ερευνητής της Ιστορίας της Αρχαίας Μακεδονίας και γενικότερα της Βαλκανικής, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Bristol, Nicholas Hammond, αποδεικνύουν με επιστημονικά γλωσσικά, ιστορικά και εθνοκοινωνιολογικά επιχειρήματα την ελληνικότητα της ονομασίας ‘’Μακεδόνες.’’ Ο διάσημος Ιστορικός εξηγεί ότι η λέξη ‘’Μακεδόνες’’ σημαίνει «ορεσίβιοι» και είναι συνώνυμη με τα εθνωνύμια «Ορέσται/Ορείται » (N.G.L. Hammond, 1989, 12). Διευκρινίζει επίσης ότι μια πρότερη μορφή της ονομασίας των Μακεδόνων είναι οι « Μακέται » που προέρχεται από την λέξη «μῆκος», που στην αρχαία ελληνική σήμαινε και το ύψος (ό.π.). Ο κορυφαίος επιστήμονας, υψηλής ποιότητας και διεθνούς εμβέλειας σε Ευρώπη και Αμερική, Μιλτιάδης Χατζόπουλος το επιβεβαιώνει με τη σειρά του και επισημαίνει μάλιστα ότι το όνομα «Μακεδών» συναντάται επίσης και στην αρχαία θεσσαλική διάλεκτο ως «Μακετούν» στο αρσενικό και «Μακέτα» στο θηλυκό γένος (Miltiadis Ηatzopoulos, 2004, 794). Οι Hammond και Χατζόπουλος (2009) ερευνούν και επεξεργάζονται με συνέπεια και επιστημονικότητα, όπως ακριβώς κάνει και ο Garde, την Ιστορία, την έθνοκοινωνιολογική και γλωσσολογική δομή των βαλκανικών πληθυσμών, την καταγωγή ονομασιών και τη διαχρονική διαδρομή τους καθώς και τη σημασιολογική διεύρυνση τους στο χρόνο, αποδεικνύοντας έτσι την ελληνικότητα της Μακεδονίας, κατ’ επέκταση την επιβεβαίωση του ελληνικού λόγου των αρχαίων Μακεδόνων, και τη φυσική συνέχεια της μέσα στο ελληνικό και παγκόσμιο ιστορικό γίγνεσθαι.

Ο διακεκριμένος Έλληνας γλωσσολόγος Γεώργιος Μπαμπινιώτης επισημαίνει επίσης «τα χαρακτηριστικά της Μακεδονικής και της συγγένειάς της με τη Δωρική Διάλεκτο που ομιλούνταν στα Δωδεκάνησα, την Ανατολική Πελοπόννησο και τη Μακεδονία » (Γεώργιος Μπαμπινιώτης, 2012). Με σημείο αναφοράς μαρτυρίες « σχολιαστών, αρχαίων Ελλήνων ιστορικών, λεξικογράφων και ποιητών, από την εποχή του Ομήρου και του Ηροδότου, τον Ησύχιο, τον Απολλώνιο τον Δύσκολο, τον Ευστάθιο αλλά και τα λεξικά του Σούδα αλλά και το ετυμολογικό Magnum», εντοπίζει ακόμα ως ερευνητής λεξικογράφος, 240 λέξεις «που παραπέμπουν σε λέξεις της αρχαίας Μακεδονικής διαλέκτου» (ό.π.). Αυτή η επιστημονική τοποθέτηση τεκμηριώνεται περίτρανα και από τον κατάδεσμο που βρέθηκε στην Πέλλα το 1986 και δημοσιεύτηκε στο Hellenic Dialectology Journal το 1993.


Ως γλωσσολόγος και λεξικογράφος, σε μια διάλεξη του σε πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, ο Μπαμπινιώτης αναφέρεται με σεβασμό στη « γλώσσα, την ιστορία και τα έθιμα των κατοίκων της γείτονος χώρας » αλλά καθιστά σαφές ότι η χρήση του όρου ‘’«Μακεδονική» που χρησιμοποιούν για τη γλώσσα τους προκαλεί σύγχυση και είναι ιστορικά και πολιτιστικά απαράδεκτη, διότι, (…) δεν έχει καμία σχέση με τη διάλεκτο των Μακεδόνων » ( ό.π.).
Παρά λοιπόν την προσπάθεια διαστρέβλωσης και παραχάραξης της Ιστορίας που επιχειρείται εδώ και πολλά χρόνια σε πανεπιστήμια του εξωτερικού αντανακλώντας μοιραία και ένα μέρος της διεθνούς βιβλιογραφίας, η ιστορική αλήθεια είναι αμείλικτη και αργά ή γρήγορα πάντα λάμπει δικαιώνοντας την ιστορική μνήμη: γιατί είναι αυτή η μνήμη που διασώζει την Ιστορία, πέρα από όσα αναγκάζεται να υποστεί ένας λαός μέσα από πολιτικές πράξεις και αποφάσεις που παίρνουν άλλοι εις βάρος του, για δικά τους συμφέροντα! ‘Όταν προσβάλλεται βάναυσα το κοινό αίσθημα δικαίου ενός λαού όπως ο ελληνικός που μεταφέρει ως όχημα πολιτισμικής κληρονομιάς, εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια, η ιστορική μνήμη, τότε, όπως λέει η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ σε συνέντευξη της στη Ράνια Παπαδοπούλου για το Πρακτορείο Magazine με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου Ο Μέγας Αλέξανδρος των Βυζαντινών (Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ 2018), «(…) η ιστορία εκδικείται. Δεν επαναλαμβάνεται. Εκδικείται. Είναι τελείως διαφορετική»∙ για να καταλήξει : ««Αυτό είναι για εμένα το περίφημο σύνθημα. Για εμένα το μεγαλύτερο μάθημα είναι η Εθνική Αντίσταση σε οποιοδήποτε της χρώμα»
protothema