Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2019

Περιγραφή της Σμύρνης



Γράφει ο Γεώργιος Σκιάδης, 

Αλησμόνητες Πατρίδες, εκδ. Κεσσόπουλος. 

 Όλοι όσοι πέρασαν από τη Σμύρνη στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας βεβαιώνουν ότι έμεινε ελληνική και διατήρησε την όψη μιας ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, χάρη στην κάτω πόλη της, που ήταν κατοικημένη αποκλειστικά από Έλληνες και από τους λίγους Ευρωπαίους που ζούσαν εκεί. Και η βασίλισσα της Ανατολής, αρχοντική και γαλήνια, απλωμένη ανάμεσα στα βουνά και τη γαλάζια της θάλασσα, καμάρωνε την προκοπή των ανθρώπων της και την ήρεμη ζωή τους. 

Το καύχημα της Σμύρνης ήταν η παραλία της με το όμορφο λιμάνι της και όταν, το 1870, κατασκευάστηκε η καινούρια, σύγχρονη προκυμαία της, τότε ήταν που συμπληρώθηκε η ομορφιά της και η κοσμοπολίτικη εικόνα της. 
Ήταν το ιστορικό «Κε» (Γαλλικό quai=προκυμαία), η παραλία με τα πανέμορφα και καλόγουστα αρχοντικά σπίτια μέσα στους καταπράσινους κήπους τους, τα «παλατάκια», όπως τα έλεγαν. 
 Το Κε άρχιζε από τη νότια δυτική πλευρά της πόλης, εκεί που ήταν το Κονάκι και το Ταρσί (η μεγάλη τουρκική αγορά) και έφτανε μέχρι την Πούντα και το σταθμό του Αϊδινίου. Δεύτερος δρόμος προς το εσωτερικό, μετά την παραλίας, ήταν η λεωφόρος του Παραλλήλου, που τον ονόμασαν έτσι επειδή ακολουθούσε τη μεγάλη παραλιακή λεωφόρο παράλληλα, σε όλο της το μάκρος. Στην οδό Παραλλήλου βρισκόταν η Κοίμηση της Θεοτόκου, το εκκλησάκι του ελληνικού ορφανοτροφείου της Σμύρνης, όπου κάθε Κυριακή και γιορτή εκκλησιαζόταν όλη η καλή Κοινωνία της Σμύρνης. 
 Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη μεγάλη πυρκαγιά που αφάνισε τα κτίρια της παραλίας, οι Τούρκοι θέλησαν να εξαφανίσουν κάθε ίχνος που θα μπορούσε να θυμίζει την παλιά, ελληνική Σμύρνη και ισοπέδωσαν όλη την παραλία. 

Δημιούργησαν εκεί ένα μεγάλο πάρκο, με πολύ πράσινο, λουλούδια, λιμνούλες, παγκάκια και σιντριβάνια. Μέσα στο πάρκο αυτό έστησαν και ένα μεγάλο άγαλμα του Κεμάλ πάνω σε άλογο, ίσως για να δικαιώσουν τον Αμερικανό διπλωμάτη Μοργκεντάου, Που είχε πει: «Ο Τούρκος ήταν βάρβαρος, λαφυραγωγός. Νίκη γι’ αυτόν σήμαινε να κατασυντρίβει και να λεηλατεί τους λαούς». 

 Μετά την παραλία και προς το σταθμό του Κασαμπά απλωνόταν η συνοικία του Αγίου Γεωργίου, εκεί που βρισκόταν και η μεγάλη αγορά της πόλης και χτυπούσε η καρδιά της οικονομίας της. Άλλη μεγάλη συνοικία ήταν της Αγίας Φωτεινής, εκεί που ήταν η Μητρόπολη και τα «γυαλάδικα», τα πιο πολλά υαλοπωλεία της Σμύρνης, που έδιναν στη συνοικία το ξεχωριστό της χρώμα. 

Πιο βόρεια από την Αγία Φωτεινή βρισκόταν ο Φραγκομαχαλάς, που τον κατοικούσαν Ευρωπαίοι, Φραγκολεβαντίνοι αλλά και αρκετοί εύποροι Έλληνες, όπως εύποροι ήταν και όσοι κατοικούσαν στη γειτονική συνοικία του Αγίου Δημητρίου. Στο «Φαρδύ σοκάκι» του Αγίου Δημητρίου κατοικούσε παλαιότερα η αφρόκρεμα της κοινωνίας της Σμύρνης, όταν όμως τελείωσαν τα μεγάλα έργα της προκυμαίας, το «Κε» τράβηξε όλον τον καλό κόσμο και άρχισαν να χτίζονται τα παλατάκια του, όλα αυτά στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του19 αιώνα. 

 Με το Φραγκομαχαλά γειτόνευαν και άλλες δυο συνοικίες. Ήταν η συνοικία των Νοσοκομείων, με το ελληνικό νοσοκομείο του Αγίου Χαραλάμπους και του Αγίου Αντωνίου, που ήταν των Καθολικών. Η άλλη γειτονική συνοικία ήταν ο Φασουλάς, ο ξακουστός και ... επίφοβος, με τους Έλληνες παλικαράδες καβγατζήδες του -τους «νταήδες» του- όμως χάρη σ’ αυτούς δεν τολμούσε ούτε να περάσει Τούρκος από το σοκάκια του.

 Ήταν όμως και για κάτι άλλο ξακουστός Ο Φασουλάς: Στα πολυάριθμα μαγαζιά του, που όλα μαζί αποτελούσαν μια πολύβουη και γραφική αγορά τροφίμων, έβρισκαν οι νοικοκυρές της Σμύρνης ότι μπορεί να επιθυμήσει η ψυχή του κάθε καλοφαγά, ό,τι πια εκλεκτό έδινε η γη της Ιωνίας, του εσωτερικού αλλά και της πιο μακρινής Ανατολής της Αιγύπτου. 
 Κοντά στο Φασουλά υπήρχε τα παλιά χρόνια ένα μεγάλο και αρχοντικό κτίριο, που στέγαζε πολυτελέστατο Θέατρο, αλλά κάηκε το 1885 και δεν ξαναχτίστηκε ποτέ. Στη συνοικία του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου ήταν τα πολλά και μεγάλα μαγαζιά που πουλούσαν τα ναυτιλιακά είδη, κάβους και σκοινιά είδους και για κάθε πλεούμενο, έτσι που τα χρόνια τη συνοικία την είπαν και «Σκοινάδικα» και με το όνομα αυτό ήταν πιο γνωστή στον πολύ κόσμο.
 Αφήνοντας τις συνοικίες της παραλίας και τις συνεχόμενες, καθώς ξεμάκραινε κανείς από το «Κε» -προχωρώντας προς το εσωτερικό και το σταθμό του Κασαμπά, άρχιζε να συναντάει τις λαϊκές γειτονιές, όμορφες κι αυτές, γραφικές, με το δικό τους ιδιαίτερο χρώμα.
 Ήταν η Τσικουδιά, συνοικία του Αγίου Τρύφωνα, που πήρε το κοινό της όνομα χάρη στα ουζάδικα που αφθονούσαν στα σοκάκια της, τη Ταμπάχανα, όπου παλιά στεγάζονταν οι βιοτεχνίες που κατεργάζονταν τα δέρματα και, μετά, τα Μορτάκια και η Λυγαριά. Συνεχίζοντας και προχωρώντας Πίσω από το σταθμό του Κασαμπά, συναντούσες τη μεγάλη γέφυρα που περνώντας την βρισκόσουν στη συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου. Εδώ, στη συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου, τελείωνε η Κάτω Πόλη των ήσυχων και νοικοκύρηδων αστών όπως έπρεπε να τελειώνει και η όποια περιπλάνηση του ξένου επισκέπτη που ήθελε να χαζέψει τα αξιοθέατα τής Σμύρνης. 
Αν προχωρούσε, έμπαινε σε μια συνοικία διαφορετική από τις άλλες. Εκείνο που την έκανε να ξεχωρίζει ήταν ο μαχαλάς της που τον έλεγαν Χιώτικα, όπου έβρισκες καφενέδες και ταβερνεία ύποπτης καθαριότητας και αμφίβολης ηθικής. Οι θαμώνες της ήταν άνθρωποι της νύχτας και της Χυδαίας διασκέδασης και σύχναζαν εκεί αναζητώντας πιοτό και ρεμπέτικη ψυχαγωγία, όχι κατάλληλη για νοικοκύρηδες και οικογενειάρχες. Η Άνω Πόλη ήταν χτισμένη στις πλαγιές του Πάγου και την έλεγαν «πάνω μαχαλά». Εκεί κατοικούσαν οι Τούρκοι της Σμύρνης, καθώς και οι πολλοί Εβραίοι της, ενώ ελάχιστοι ήταν οι Έλληνες που ζούσαν ανάμεσά τους, όλοι σχεδόν από άλλα μέρη της Μ. Ασίας. 
 Οι Αρμένηδες είχαν την δική τους συνοικία που ήταν στο εσωτερικό της Κάτω Πόλης, κοντά στο σταθμό του Κασαμπά, με την εκκλησία τους τον Άγιο Στέφανο.
http://roykoymoykoy.blogspot.gr/ http://www.e-istoria.com/