Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

Η Γερμανία θύμα του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ-Κίνας



Αποτέλεσμα εικόνας για Î¹Î½ÏƒÏ„Î¹Ï„Î¿Ï Ï„Î¿ εναλλακτικών πολιτικών ενα λογότυπο
ΔΙΠΛΗ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για Î³Î¹ÏŽÏ Î³Î¿Ï‚ καπόπουλος
του Γιώργου Καπόπουλου

Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ


Η ταυτόχρονη πολιτική αποσταθεροποίηση και η ύφεση στην οικονομία θέτουν στην αρχή του φθινόπωρου του 2019 τη Γερμανία, συνολικά, ως την απρόβλεπτη μεταβλητή, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να προκαλέσει γενικευμένη κρίση σε ΕΕ και Ευρωζώνη.

Το πολιτικό φόντο του γερμανικού «βραχυκυκλώματος» έχει διαμορφωθεί από την αρχή της χρονιάς.
Δίπλα στην μη αντιστρέψιμη, απ’ ότι φαίνεται, δυναμική ελεύθερης πτώσης των Σοσιαλδημοκρατών καταγράφεται η πτωτική τάση της Χριστιανοδημοκρατίας, η ανοδική τάση των Πρασίνων, οι οποίοι την άνοιξη κατέγραψαν δημοσκοπική πρωτιά, αλλά και η τάση ανάδειξης της Εναλλακτικής για την Γερμανία σε δεύτερο κόμμα στην πρώην Ανατολική Γερμανία.
Το ερώτημα που τίθεται από την αρχή του χρόνου είναι πόσο θα αντέξει ο σημερινός κυβερνών μεγάλος συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών με τους δεύτερους να βρίσκονται στις «συμπληγάδες» της παρατεταμένης πρόσδεσης στη Μέρκελ αλλά και στο κόστος μιας ρήξης, που όχι μόνον μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές, αλλά και σε μια παρατεταμένη μετεκλογική αστάθεια, με δεδομένο το θρυμματισμό του πολιτικού τοπίου.
Στο παραπάνω πολιτικό σκηνικό έρχεται να προστεθεί η είσοδος της γερμανικής οικονομίας σε περίοδο ύφεσης, ως παρενέργεια κατά κύριο λόγο των αρνητικών εξελίξεων στην παγκόσμια οικονομία, με κεντρικό σημείο αναφοράς την πολιτική πυγμής του Τραμπ απέναντι στην Κίνα.
Ακόμη χειρότερα, οι αρνητικές εξελίξεις στο παγκόσμιο εμπόριο, που πυροδοτεί η πολιτική «Πρώτα η Αμερική» του Τραμπ, συμπίπτουν με την προεξόφληση του κόστους από ένα ενδεχόμενο σκληρό Βrexit, συνθέτοντας μαζί το χειρότερο δυνατό σενάριο για το Βερολίνο: Η επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ να συμπέσει χρονικά με την χαοτική επόμενη μέρα ενός ασύντακτου Brexit και έτσι η αυτοκινητοβιομηχανία της Γερμανίας να χάσει ταυτόχρονα τους δύο σημαντικότερους εξαγωγικούς προορισμούς της, την αμερικανική και τη βρετανική αγορά.
Το παραπάνω σκηνικό θα μπορούσε να επισπεύσει την αλλαγή γραμμής πλεύσης στο Βερολίνο, την εγκατάλειψη της εμμονικής προσήλωσης στην πολιτική των μηδενικών ελλειμμάτων και την υιοθέτηση πολιτικών αναθέρμανσης της οικονομίας μέσω αύξησης της ζήτησης.
Τα παραπάνω, όμως, δεν προσλαμβάνονται ως υποχρεωτικός μονόδρομος από την κυβερνώσα ελίτ της Γερμανίας, η όποια ελπίζει ακόμα ότι μπορεί να αντιμετωπίσει την ύφεση χωρίς δημοσιονομική χαλάρωση.
Αντί, δηλαδή, της αύξησης της ζήτησης να επιλεγεί ως γραμμή πλεύσης η μείωση του κόστους παραγωγής με μισθολογική καθήλωση και μείωση των εισφορών, μια επιλογή που σύμφωνα με πρόσφατο κύριο άρθρο της εφημερίδας Le Monde θα ήταν «θανατηφόρα» για τις οικονομίες της Γαλλίας και της Ιταλίας.
Στην παραπάνω κατεύθυνση το Βερολίνο εμφανίζεται πρόθυμο για υποχωρήσεις τόσο απέναντι στις ΗΠΑ όσο και απέναντι στο Ηνωμένο Βασίλειο, ώστε να αποφευχθεί η ταυτόχρονη αντιμετώπιση ενός σκληρού διατλαντικού εμπορικού πολέμου με τις παρενέργειες ενός ασύντακτου Brexit.
Η δύναμη της αδράνειας, της εμμονής δηλαδή του Βερολίνου, στη μόνιμη δημοσιονομική λιτότητα στην Ευρωζώνη είναι πολύ πιθανόν να πριμοδοτήσει την περιχαράκωση και όχι την αλλαγή γραμμής πλεύσης.
Όλα τα παραπάνω στην σκιά μιας κυρίαρχης πολιτικής αβεβαιότητας για τον αν σημερινή κυβέρνηση Μεγάλου Συνασπισμού θα ολοκληρώσει την θητεία της, που λήγει τον Σεπτέμβριο του 2021.
Ενδεχόμενη αποχώρηση των Σοσιαλδημοκρατών από την κυβέρνηση ανοίγει τρεις διαφορετικές προοπτικές που έχουν ως κοινό παρονομαστή την αποχώρηση της Μέρκελ από την Καγκελαρία:
-Εναλλακτικό κυβερνητικό συνασπισμό με τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους, μια επανέκδοση δηλαδή της φόρμουλας «Τζαμάικα» που επιχειρήθηκε αμέσως μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2017
-Κυβέρνηση μειοψηφίας των Χριστιανοδημοκρατών
-Πρόωρη προσφυγή στις κάλπες από τις οποίες, με τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα, θα προκύψει μια πανηγυρική επιβεβαίωση της πολυδιάσπασης και του κατακερματισμού της πολιτικής σκηνής της χώρας.
Ένα είναι βέβαιο, η εποχή που το Βερολίνο συνδύαζε μία ανάπτυξη στηριγμένη στις εξαγωγές εκτός Ευρώπης με ταυτόχρονη περιοριστική πολιτική στην Ευρωζώνη ανήκει στο παρελθόν. Στο παρελθόν φαίνεται να ανήκει και η πολιτική σταθερότητα που κληρονόμησε η Δημοκρατία του Βερολίνου από την Δημοκρατία της Βόννης.
Ούτε η φόρμουλα του Μεγάλου Συνασπισμού της κυβερνητικής συνεργασίας των δυο μεγαλύτερων κομμάτων δηλαδή ούτε η συνταγή της στήριξης του πρώτου κόμματος από ένα μικρότερο κόμμα μπορούν με τα σημερινά δεδομένα να δώσουν σταθερή κυβερνητική πλειοψηφία. Τρικομματικοί κυβερνητικοί συνασπισμοί σημαίνει μειωμένη σταθερότητα και προβλεψιμότητα στο Βερολίνο τόσο για τη Γερμανία όσο και για ΕΕ και Ευρωζώνη.
Τέλος, λοιπόν, στην Δημοκρατία του Βερολίνου και στην κληρονομιά της Δημοκρατίας της Βόννης σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης. Ο παραλληλισμός με την Δημοκρατία της Βαϊμάρης θα ήταν υπερβολικός, όχι όμως η αναζήτηση αναλογιών με την κρίση της Πρώτης Ιταλικής Δημοκρατίας στις αρχές της δεκαετίας του ΄90.


 
 
 

Sent: Saturday, September 14, 2019 2:39 PM
Subject: [Dialogos-DEP] Η Γερμανία θύμα του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ-Κίνας
 
 

ΕΠΟΜΕΝΟ ΒΗΜΑ: ΗΠΑ vs. ΓΕΡΜΑΝΙΑ;


Ιδού και η ματιά ενός outsider, του κορυφαίου αμερικανού οικονομολόγου Πολ Κρούγκμαν, ειδικού σε θέματα διεθνούς εμπορίου και οικονομικής γεωγραφίας, που πήρε το βραβείο Νόμπελ το 2008 για το έργο του σ’ αυτούς τους τομείς. Εξετάζει το πρόβλημα «Γερμανία» από τη σκοπιά των Αμερικανών και υποστηρίζει ότι το εμπορικό έλλειμμα που έχουν οι ΗΠΑ  στις εμπορικές συναλλαγές τους με τη χώρα αυτή δεν μπορεί να λυθεί με εμπορικό πόλεμο (δηλ. με επιβολή δασμών), που είναι η προσφιλής μέθοδος του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο Κρούγκμαν, ένας εμπορικός πόλεμος «είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται η Αμερική ή η Ευρώπη». Προσθέτοντας με πικρό χιούμορ: «Πράγμα που σημαίνει ότι ο Τραμπ κατά πάσαν πιθανότητα θα το κάνει»!..
Νομίζω ότι το ενδεχόμενο να εγκαινιάσει ο Τραμπ τους επόμενους μήνες έναν νέο εμπορικό πόλεμο με τη Γερμανία και την ΕΕ είναι πολύ πιθανό, για τον απλούστατο λόγο ότι θα διανύουμε προεκλογική περίοδο (το 2020 είναι έτος εκλογών) και ο εμπορικός πόλεμος προσφέρεται για επικοινωνιακό σόου του τύπου «let’s make America great again»! Η μόνη περίπτωση να μην το τολμήσει είναι αν ξεσπάσει μεγάλη πιστωτική κρίση και η οικονομία πάει πολύ άσχημα. Διαφορετικά μπορεί άνετα να κηρύξει έναν τέτοιο εμπορικό πόλεμο και να διαμηνύσει στα αλαλάζοντα πλήθη ότι τον κερδίζει και έτσι ξανακάνει την Αμερική μεγάλη. Είναι γνωστό ότι ο Τραμπ δεν πολυσκοτίζεται για «αντικειμενικά γεγονότα». Κατασκευάζει δικά του γεγονότα, κομμένα και ραμμένα στα μέτρα του και με βάση αυτά επιχειρηματολογεί. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι η οικονομία πρέπει να πάει εκείνη την περίοδο τουλάχιστον σχετικά καλά…

Γιώργος Δουράκης

ΥΓ. Σας παραθέτω το ενδιαφέρον άρθρο που μετέφρασα για τους αναγνώστες του Διαλόγου:



Σχετική εικόνα
Η Γερμανία Είναι Ένα Παγκόσμιο Πρόβλημα
Η έμμονη ιδέα του χρέους που διέβρωσε την οικονομία
Σχετική εικόνα
του Πολ Κρούγκμαν*

THE NEW YORK TIMES, 9 Αυγούστου 2019

Ίσως να νομίζετε ότι τα πρόσφατα γεγονότα -αναταραχή στις αγορές, εξασθένιση της ανάπτυξης, μείωση της βιομηχανικής παραγωγής- πρέπει να προκαλούν κάποια διάθεση αυτοκριτικής στον Λευκό Οίκο, ιδίως όσον αφορά την άποψη του Ντόναλντ Τραμπ ότι «οι εμπορικοί πόλεμοι είναι καλοί και εύκολα τους κερδίζεις». Τουτέστιν μπορεί να κάνατε αυτή τη σκέψη, αν δεν είχε υποπέσει καθόλου στην αντίληψή σας η προγενέστερη συμπεριφορά του Τραμπ.
Φυσικά αυτό που κάνει στην πραγματικότητα ο αμερικανός πρόεδρος είναι να θεωρεί ότι τα προβλήματα της οικονομίας οφείλονται σε μια πελώρια συνωμοσία ανθρώπων που θέλουν να τον πλήξουν. Και οι πρόσφατες δηλώσεις του, αν μη τι άλλο, υπαινίσσονται ότι ετοιμάζεται να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στον εμπορικό πόλεμο, αυτή τη φορά εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία λέει ότι «μας αντιμετωπίζει φρικτά βάζοντας εμπόδια, δασμούς, φόρους».
Το αστείο είναι ότι υπάρχουν ορισμένες πτυχές της ευρωπαϊκής πολιτικής, ιδίως της γερμανικής οικονομικής πολιτικής, που πλήττουν την παγκόσμια οικονομία και πρέπει να καταδικαστούν. Αλλά ο Τραμπ ακολουθεί λάθος δρόμο. Στην πραγματικότητα η Ευρώπη δεν μας αντιμετωπίζει με κακό τρόπο. Οι αγορές της είναι ανοιχτές στα αμερικανικά προϊόντα, σχεδόν όσο και οι δικές μας αγορές στα ευρωπαϊκά προϊόντα. (Εξάγουμε περίπου τρεις φορές περισσότερα προϊόντα στην ΕΕ απ’ ό,τι στην Κίνα.)
Το πρόβλημα αντιθέτως είναι ότι οι Ευρωπαίοι -και ιδιαίτερα οι Γερμανοί- αντιμετωπίζουν οι ίδιοι τον εαυτό τους άσχημα, με μια καταστροφική εμμονή στο ζήτημα του δημόσιου χρέους. Και το κόστος αυτής της εμμονής εξαπλώνεται σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Ιδού το σχετικό ιστορικό. Γύρω στο 2010, πολιτικοί και ειδήμονες και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού πέρασαν ένα κακό περιστατικό πυρετού λιτότητας. Κατά κάποιον τρόπο έχασαν το ενδιαφέρον τους για την καταπολέμηση της ανεργίας, παρόλο που αυτή εξακολουθούσε να κυμαίνεται σε καταστροφικά υψηλά επίπεδα και αντ’ αυτής επέβαλαν περικοπές δαπανών. Και αυτές οι περικοπές, πρωτοφανείς για εξασθενημένη οικονομία, επιβράδυναν την ανάκαμψη και καθυστέρησαν την επιστροφή στην πλήρη απασχόληση.
Ενώ ο πανικός για το χρέος κυριάρχησε τόσο εδώ όσο και στην Ευρώπη, τελικά έγινε σαφές ότι υπήρξε μια ουσιώδης διαφορά στα βασικά κίνητρα αυτής της συμπεριφοράς. Στην πραγματικότητα τα δικά μας δημοσιονομικά γεράκια αποδείχτηκε ότι ήταν υποκριτές, οι  οποίοι ξαφνικά έχασαν το υποτιθέμενο ενδιαφέρον τους για το χρέος μόλις ένας Ρεπουμπλικανός εισήλθε στον Λευκό Οίκο. Αντίθετα, ο πανικός των Γερμανών ήταν πραγματικός.
Είναι αλήθεια ότι η Γερμανία ανάγκασε τις χώρες της Νότιας Ευρώπης που αντιμετώπιζαν προβλήματα χρέους να προβούν σε τιμωρητικές περικοπές δαπανών,  που ήταν καταστροφικές για την κοινωνία, αλλά επέβαλε αυστηρή λιτότητα και στον εαυτό της. Τα εγχειρίδια της οικονομίας λένε ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να ακολουθούν πολιτική ελλειμματικού προϋπολογισμού σε περιόδους υψηλής ανεργίας, αλλά η Γερμανία ουσιαστικά εξαφάνισε το έλλειμμά της το 2012, όταν η ανεργία στη ζώνη του ευρώ ήταν πάνω από 11% και στη συνέχεια άρχισε να πραγματοποιεί διαρκώς αυξανόμενα πλεονάσματα.
Γιατί αυτό είναι πρόβλημα; Η Ευρώπη πάσχει από χρόνιο έλλειμμα ιδιωτικής ζήτησης: οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις δεν φαίνεται να θέλουν να δαπανήσουν αρκετά για να διατηρήσουν την πλήρη απασχόληση. Οι αιτίες αυτού του ελλείμματος είναι θέμα μεγάλης συζήτησης, αν και ο πιο πιθανός ένοχος είναι η δημογραφία. Η υπογεννητικότητα έχει αφήσει την Ευρώπη με μειωμένο αριθμό ενηλίκων στην πιο παραγωγική ηλικία τους, πράγμα που σημαίνει χαμηλή ζήτηση νέων κατοικιών, γραφείων κ.ο.κ.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ΕΚΤ -αντίστοιχη της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας FED- προσπάθησε να αντιμετωπίσει αυτή τη χρόνια αδυναμία με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια. Στην πραγματικότητα έχει κάνει τα επιτόκια αρνητικά, πράγμα που οι οικονομολόγοι πίστευαν ότι ήταν αδύνατο να συμβεί. Και οι επενδυτές ομολόγων αναμένουν σαφέστατα ότι οι ακραίες αυτές πολιτικές θα διαρκέσουν για πολύ καιρό. Στη Γερμανία ακόμη και τα μακροπρόθεσμα ομόλογα –έως και τα τριακονταετή!- πληρώνουν αρνητικά επιτόκια.
Ορισμένοι αναλυτές πιστεύουν ότι τα αρνητικά αυτά επιτόκια βλάπτουν τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε, αλλά είναι σαφές πως, με τη νομισματική πολιτική να φτάνει στα έσχατα όριά της, η Ευρώπη δεν θα έχει πια κανέναν τρόπο να απαντήσει όταν τα πράγματα πάνε στραβά. Στην πραγματικότητα μεγάλο μέρος της Ευρώπης μπορεί να είναι ήδη σε ύφεση και ελάχιστα πράγματα μπορεί να κάνει η ΕΚΤ, αν όχι τίποτα, για να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα.
Υπάρχει ωστόσο μια προφανής λύση: οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις -και ιδίως η Γερμανία- πρέπει να τονώσουν τις οικονομίες τους με δανεισμό και αύξηση των δαπανών. Η αγορά ομολόγων τους ικετεύει πραγματικά να το κάνουν. Ουσιαστικά είναι έτοιμη να πληρώσει τη Γερμανία για να την κάνει να δανειστεί, παρέχοντάς της δάνεια με αρνητικό επιτόκιο. Και έχει πού να δαπανήσει τα χρήματα αυτά: οι υποδομές της Γερμανίας, όπως και της Αμερικής, είναι ετοιμόρροπες και χρειάζονται επειγόντως επισκευή. Αλλά δεν πρόκειται να κάνει τέτοιες δαπάνες.
Το μεγαλύτερο μέρος του κόστους της γερμανικής δημοσιονομικής εμμονής πέφτει στους ώμους της Γερμανίας και των γειτόνων της, αλλά υπάρχουν μερικές παρενέργειες και στον υπόλοιπο κόσμο. Τα προβλήματα της Ευρώπης συνέβαλαν στην εξασθένιση του ευρώ, πράγμα που καθιστά τα προϊόντα των Η.Π.Α. λιγότερο ανταγωνιστικά και αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους η αμερικανική βιομηχανική παραγωγή συρρικνώνεται. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη εκμεταλλεύεται την Αμερική και όποιος υποστηρίζει κάτι τέτοιο κάνει μεγάλο λάθος και δεν βοηθάει καθόλου στην αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος.
Τι θα βοηθούσε; Αν σκεφτούμε ρεαλιστικά, η Αμερική δεν έχει την ικανότητα να πιέσει τη Γερμανία να αλλάξει τις εσωτερικές πολιτικές της. Ίσως να μπορούσαμε να της απευθύνουμε μια μικρή ηθική παραίνεση, εάν η δική μας ηγεσία είχε κάποια πνευματική ή πολιτική αξιοπιστία, αλλά φυσικά δεν έχει. Υπάρχει μια αίσθηση ότι όλος ο κόσμος αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα που λέγεται «Γερμανία», αλλά εναπόκειται στους ίδιους τους Γερμανούς να το λύσουν.
Ένα πράγμα είναι σίγουρο: ο εμπορικός πόλεμος με την Ευρώπη είναι αμοιβαία επιζήμιος, ακόμη περισσότερο και από τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα. Είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται η Αμερική ή η Ευρώπη. Πράγμα που σημαίνει ότι ο Τραμπ κατά πάσαν πιθανότητα θα το κάνει.
*Ο Πολ Κρούγκμαν είναι τακτικός αρθρογράφος των New York Times από το 2000, αλλά και Διακεκριμένος Καθηγητής στο City University του New York Graduate Center. Κέρδισε το Νόμπελ Οικονομίας το 2008 για το έργο του στο Διεθνές Εμπόριο και στην Οικονομική Γεωγραφία.

 
 
 
 

Sent: Friday, August 09, 2019 7:03 PM
Subject: [Dialogos-DEP] Η Γερμανία θύμα του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ-Κίνας

 

ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΜΥΩΠΙΑ

 

 

Το διεθνές εμπόριο άρχισε να γίνεται συγκρουσιακό μετά το 2010. Ουσιαστικά τη χρονιά εκείνη η παγκόσμια οικονομική κρίση έμπαινε στην τέταρτη φάση της. Ξεκίνησε ως πιστωτική κρίση των τραπεζών (Α΄ φάση). Στη συνέχεια έπληξε και την πραγματική οικονομία, προκαλώντας σοβαρή ύφεση (Β΄ φάση). Για να αντιμετωπίσουν την τραγική αυτή οικονομική κατάσταση (τη χειρότερη πιστωτική κρίση και οικονομική ύφεση των τελευταίων ογδόντα ετών), οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να παρέμβουν δαπανώντας τεράστια ποσά -που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο- για να διασώσουν τις τράπεζες και να στηρίξουν την πραγματική οικονομία. Μοιραία, με τον τρόπο αυτό, οι ζημιές των μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών και επιχειρήσεων κοινωνικοποιήθηκαν και η κρίση μετεξελίχθηκε σε δημοσιονομική κρίση των κρατών, σε κρίση χρέους (Γ΄ φάση). Τον Ιούνιο του 2010, υπό τον φόβο των ελλειμμάτων και των χρεών, οι ηγέτες του G20 (της ομάδας των 20 οικονομικά ισχυρότερων χωρών του πλανήτη) αποφάσισαν να αποσύρουν πρόωρα τα μέτρα στήριξης των οικονομιών τους. Να εγκαταλείψουν δηλαδή το καθοριστικής σημασίας εργαλείο της εσωτερικής δημοσιονομικής πολιτικής, παρ’ όλο που η κρίση δεν είχε ακόμα τελειώσει. Από κει και πέρα, αναπόφευκτα, όλες οι κυβερνήσεις περίμεναν την ανάκαμψη από τις εξαγωγές. Έτσι μπήκαμε στη φάση των «συναλλαγματικών πολέμων» (currency wars) (Δ΄ φάση). Επρόκειτο για ανταγωνιστικές υποτιμήσεις εθνικών νομισμάτων με σκοπό την αύξηση των εξαγωγών. Ο λόγος είναι απλός. Δεν υπήρχε πια άλλος δρόμος για την ανάκαμψη, παρά μόνον οι εξαγωγές και τα εμπορικά πλεονάσματα. Τη θεωρία των 4 σταδίων της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης την διατύπωσα ήδη από το 2010 (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε Γιώργος Δουράκης, «Παγκόσμια Οικονομική Κρίση και Οικονομικές Πολιτικές: Επιστροφή του John Maynard Keynes;», σσ. 71-93), τη δίδασκα και εξακολουθώ να τη διδάσκω στα προπτυχιακά και στα μεταπτυχιακά μαθήματά μου και την παρουσίασα το 2011 με μια σειρά πέντε ανοικτών για το κοινό μαθημάτων για την παγκόσμια οικονομική κρίση και τις οικονομικές πολιτικές στο συνεδριακό κέντρο ΚΕ.Δ.Ε.Α. του Α.Π.Θ. (βλ. εδώ ). Και φυσικά την αναφέρω επανειλημμένως και στην αρθρογραφία μου στον τύπο (βλ. π.χ. εδώ).

Αν και όλες οι κυβερνήσεις του G20 είχαν δεσμευτεί από την αρχή της κρίσης ότι δε θα καταφύγουν στη λήψη προστατευτικών μέτρων -επειδή είχαν υπόψη τους τις αρνητικές συνέπειες του προστατευτισμού κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30- ο κίνδυνος του εμπορικού πολέμου ήταν κατά τη γνώμη μου υπαρκτός και εξαιρετικά σοβαρός. Η εκτίμησή μου αυτή στηριζόταν στις τρομακτικές πιέσεις που δημιουργούσε η ταυτόχρονη στροφή όλων των χωρών προς τις εξαγωγές και τα εμπορικά πλεονάσματα, σ’ ένα υφεσιακό διεθνές περιβάλλον που κάθε άλλο παρά ευνοούσε τις εξαγωγές. Ιδού τι έγραφα για τον κίνδυνο να ξεσπάσει εμπορικός πόλεμος πριν από εννιά ολόκληρα χρόνια, το 2010:

«Το σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται για λεκτικές υπερβολές και αψιμαχίες. Ο κίνδυνος του συναλλαγματικού και του εμπορικού πολέμου είναι όντως υπαρκτός από τη στιγμή που -η μια μετά την άλλη- όλες οι προηγμένες χώρες εγκαταλείπουν το δρόμο της επεκτατικής οικονομικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της ύφεσης και θέτουν ως άμεση προτεραιότητα τη δημοσιονομική εξυγίανση. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο μόνος δρόμος που απομένει για την πολυπόθητη ανάκαμψη είναι η προώθηση των εξαγωγών με οποιονδήποτε τρόπο (επιδοτήσεις, ανταγωνιστικές υποτιμήσεις, έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων, δασμοί κτλ.), ώστε να δημιουργηθούν εμπορικά πλεονάσματα. Αλλά με την πρακτική αυτή, το διεθνές εμπόριο μετατρέπεται σε συγκρουσιακό παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, στο οποίο ισχύει το «ο θάνατός σου, η ζωή μου», με όλες τις οδυνηρές συνέπειες για τις διεθνείς σχέσεις και την παγκόσμια ειρήνη. Μέχρι στιγμής οι χώρες του G20, έχοντας πλήρη επίγνωση των δυσμενών επιπτώσεων που είχε ο εμπορικός πόλεμος κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης (1929-1933), κατόρθωσαν να αποφύγουν τη λήψη μέτρων γενικευμένης δασμολογικής προστασίας. Ωστόσο, το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό αλλάζουν δραματικά οι συνθήκες στο διεθνές εμπόριο καθιστά πολύ πιθανό το ενδεχόμενο να μετατραπεί ο συναλλαγματικός πόλεμος σε ανοικτό εμπορικό πόλεμο μέσα από μια αναπόφευκτη διαδικασία δασμολογικών αντιποίνων «αμυντικού» πάντοτε χαρακτήρα» («Παγκόσμια Οικονομική Κρίση και Οικονομικές Πολιτικές: Επιστροφή του John Maynard Keynes;», σελ. 88-89).

Η εκτίμησή μου ότι ένας εμπορικός πόλεμος είναι πολύ πιθανός σε μια εποχή που οι περισσότεροι ειδικοί ή πολιτικοί ηγέτες τον θεωρούσαν εντελώς απίθανο, τελικά επαληθεύτηκε μετά από έξι χρόνια με την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Ντόναλντ Τραμπ.  Πράγματι ο νέος αμερικανός πρόεδρος πυροδότησε την έναρξη του εμπορικού πολέμου βάζοντας δασμούς σε πολλά εισαγόμενα κινεζικά προϊόντα. Και από τη στιγμή εκείνη το παίγνιο της παγκοσμιοποίησης -έτσι όπως την ξέραμε- άρχισε να αλλάζει δραματικά.

Από τη στιγμή που άρχισε ο εμπορικός πόλεμος, η δεύτερη εκτίμησή μου ήταν ότι η Γερμανία θα είναι η χώρα που θα αντιμετωπίσει τα περισσότερα προβλήματα, επειδή η ανάπτυξή της στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές και στα εμπορικά πλεονάσματα και άρα είναι εξαιρετικά ευάλωτη στο υπό διαμόρφωση νέο, προστατευτικό, σκηνικό της παγκόσμιας οικονομίας. Οι τρέχουσες εξελίξεις δείχνουν ότι και η δεύτερη αυτή εκτίμησή μου είναι πολύ πιθανό να επαληθευτεί. Όπως μας πληροφορεί και το άρθρο της DW που παραθέτω πιο κάτω, η Γερμανία αρχίζει ήδη να νοιώθει τις αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία της πριν καν ο Τραμπ βάλει δασμούς στα γερμανικά αυτοκίνητα, όπως απειλεί ότι θα κάνει από την αρχή ακόμη της θητείας του.

Οι ΗΠΑ είναι ο υπ’ αριθμόν 1 προορισμός (ο καλύτερος πελάτης) των εξαγόμενων γερμανικών προϊόντων και η Κίνα ο υπ’ αριθμόν 2 (ο δεύτερος καλύτερος πελάτης). Προς το παρόν οι επιπτώσεις του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ-Κίνας στη γερμανική οικονομία δεν είναι άμεσες, αλλά έμμεσες. Άμεσα πλήττονται μόνον οι κινεζικές εξαγωγικές επιχειρήσεις, οι οποίες όμως αγοράζουν τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό τους από τη Γερμανία. Αποτέλεσμα; Σπεύδουν να μειώσουν ή να ακυρώσουν τις παραγγελίες τους στους γερμανούς προμηθευτές, επειδή οι δουλειές τους δεν πάνε καλά. Εξ ου και η κάμψη στη γερμανική βιομηχανική παραγωγή. Αν ο Τραμπ βάλει δασμούς και στα γερμανικά προϊόντα (πράγμα διόλου απίθανο), το πλήγμα στη γερμανική οικονομία θα είναι διπλό και εξαιρετικά ισχυρό. Εκτός από έμμεσο που είναι τώρα, θα γίνει και άμεσο. Έτσι οι γερμανικές εξαγωγικές επιχειρήσεις θα δουν να περιορίζονται δραστικά τα μερίδια αγοράς τους στις δύο οικονομικά ισχυρότερες χώρες στις οποίες εξάγουν μέχρι σήμερα τα προϊόντα τους, στις ΗΠΑ και στην Κίνα.

Οι οικονομίες των ΗΠΑ και της Κίνας μπορούν να αντισταθμίσουν σε σημαντικό βαθμό τις αναμενόμενες ζημίες που θα υποστούν από τον εμπορικό πόλεμο στρεφόμενες στη μεγάλη εσωτερική αγορά τους. Η Γερμανία δεν έχει την εναλλακτική λύση της εσωτερικής ευρωπαϊκής αγοράς, επειδή με τη σκληρή λιτότητα που επέβαλε στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης περιόρισε δραματικά την αγοραστική τους δύναμη, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εισάγουν γερμανικά προϊόντα όπως έκαναν πριν από την κρίση. Η κρίση δεν επηρέασε το μέγεθος των γερμανικών εμπορικών πλεονασμάτων, που εξακολουθούν να αυξάνονται αλματωδώς μέχρι και σήμερα, άλλαξε όμως τη σύνθεσή τους. Τα εμπορικά αυτά πλεονάσματα δεν έχουν πια ενδοευρωπαϊκή προέλευση, δεν προέρχονται από τις εξαγωγές της Γερμανίας προς τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως γινόταν πριν από την κρίση (όπως φαίνεται στο δεύτερο διάγραμμα).  Μετά την κρίση (μετά το 2009) προέρχονται πρωτίστως από τις εξαγωγές της Γερμανίας προς χώρες εκτός ΕΕ (όπως φαίνεται στο πρώτο διάγραμμα).

 

 

Μπορεί άραγε να προστατευτεί η Γερμανία από τις αρνητικές συνέπειες που υφίσταται λόγω του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ-Κίνας και από το σοβαρό ενδεχόμενο ενός άμεσου εμπορικού πολέμου ΗΠΑ-ΕΕ; Η απάντηση είναι ναι, μπορεί. Αρκεί να θέσει ως βασικό στρατηγικό στόχο την ενίσχυση της εσωτερικής ευρωπαϊκής αγοράς, την οποία κατέστρεψε κατά τη διάρκεια της κρίσης με την επιβολή πολιτικών σκληρής λιτότητας. Πρέπει να (ανα)συγκροτήσει την εσωτερική (δηλ. την ενδοευρωπαϊκή) αγορά για να αντιμετωπίσει το πιθανό ενδεχόμενο ενός γενικευμένου εμπορικού πολέμου. Αυτή είναι η μόνη εναλλακτική λύση που μπορεί να έχει εν τοιαύτη περιπτώσει. Κλειδί γι’ αυτό είναι τα μεγάλα εμπορικά πλεονάσματά της, που αυξάνονται ασταμάτητα και απροσδόκητα ακόμη και κατά τη διάρκεια της κρίσης, παραβιάζοντας εμφανώς τον σχετικό κανόνα της ΕΕ που απαγορεύει την ύπαρξη υπερβολικών πλεονασμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Όλοι της συνιστούν να μειώσει το θηριώδες πλεόνασμά της, που γονατίζει τις λιγότερο ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές οικονομίες και προκαλεί την έντονη δυσαρέσκεια των ΗΠΑ, που απειλούν να επιβάλουν δασμούς. Είναι εύκολο να μειώσει το πλεόνασμα αυτό και μάλιστα χωρίς πολιτικό κόστος. Γιατί τι σημαίνει το εμπορικό αυτό πλεόνασμα; Σημαίνει ότι οι Γερμανοί καταναλώνουν λιγότερα απ’ όσα παράγουν! Η αποκατάσταση του εμπορικού ισοζυγίου στην περίπτωση αυτή είναι ένα ευχάριστο και πολιτικά ελκυστικό εγχείρημα. Σημαίνει τη λήψη μέτρων που θα είναι δημοφιλή και αρεστά στο εκλογικό σώμα.  Ιδού ποια μπορεί να είναι σε γενικές γραμμές τα μέτρα αυτά:

Πρώτον, γενναία αύξηση των μισθών. Αυτό βέβαια θα μειώσει σ’ ένα βαθμό την ανταγωνιστικότητα και τις εξαγωγές της, θα αυξήσει όμως την αγοραστική δύναμη των μισθωτών και τις εισαγωγές, δηλαδή θα βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των Γερμανών. Απώτερος στόχος της συμμετοχής μια χώρας στο διεθνές εμπόριο είναι η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της και όχι η δημιουργία και διατήρηση μεγάλων εμπορικών πλεονασμάτων. Όταν τα εμπορικά πλεονάσματα γίνονται αυτοσκοπός, τότε η χώρα γίνεται μερκαντιλιστική. Στόχος της είναι να χρησιμοποιεί διαρκώς τα πλεονάσματα αυτά ως όπλο εμπορικού και οικονομικού πολέμου, για να γονατίζει τους αντιπάλους και να προωθεί τα γενικότερα συμφέροντά της στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής. Αυτό ακριβώς κάνει σήμερα η Γερμανία στο πλαίσιο των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Λειτουργεί σαφέστατα ως νεομερκαντιλιστική δύναμη τόσο εντός της ΕΕ, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.

Δεύτερον, ένα φιλόδοξο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, που θα εκσυγχρονίσει τις φθαρμένες υποδομές της χώρας και θα στρέψει τη γερμανική οικονομία προς την πράσινη ανάπτυξη. Με άλλα λόγια ένα «Green New Deal». Ένα πρόγραμμα που στην περίπτωση της Γερμανίας, εκτός από οικονομικά εφικτό (αφού η χώρα δανείζεται αυτή τη στιγμή με μηδενικά ή και αρνητικά επιτόκια), είναι πολιτικά ελκυστικό και εκλογικά αποδοτικό, δεδομένου ότι οι γερμανοί πολίτες έχουν ανεπτυγμένη οικολογική συνείδηση, όπως φάνηκε κι από την εντυπωσιακή άνοδο των πρασίνων στις πρόσφατες ευρωεκλογές.

Με τη δραστική μείωση του τεράστιου εμπορικού πλεονάσματος μέσω της ουσιαστικής ενίσχυσης των μισθών και ενός φιλόδοξου «Green New Deal», η γερμανική οικονομία (που είναι η ισχυρότερη στην ΕΕ) μπορεί να παίξει τον ρόλο της ατμομηχανής που θα βοηθήσει και τις πιο αδύναμες ευρωπαϊκές οικονομίες να ανακάμψουν και να αναπτυχθούν με γρηγορότερους ρυθμούς. Για να γίνει όμως αυτό η Γερμανία πρέπει εγκαταλείψει τη στρατηγική της αέναης λιτότητας και τον παραλογισμό των συνταγματικά κλειδωμένων ισοσκελισμένων προϋπολογισμών που προσπαθεί να επιβάλει σ’ όλη την ΕΕ (βλ. Γιώργος Δουράκης, «Ισόβια δημοσιονομική λιτότητα»;σελ. 24).

Το ερώτημα είναι γιατί δεν το κάνει. Η μόνη λογική εξήγηση είναι ότι θέλει να λειτουργεί ως μερκαντιλιστική δύναμη, δηλαδή να χρησιμοποιεί συνειδητά τα εμπορικά πλεονάσματα με στρατηγικό τρόπο. Αυτά άλλωστε την βοήθησαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης να κατακτήσει αναίμακτα την ΕΕ με οικονομικά μέσα, ενώ είχε αποτύχει δύο φορές στο πρόσφατο παρελθόν με στρατιωτικά μέσα, προκαλώντας μυριάδες ανθρώπινα θύματα. Αλλά η κυριαρχία με το μαστίγιο της λιτότητας δεν είναι πια αποτελεσματική λόγω του εμπορικού πολέμου και των αλλαγών που έχουν επέλθει στην παγκόσμια οικονομία και στο μοντέλο της παγκοσμιοποίησης. Τίποτα δεν θα είναι πια όπως πρώτα. Από δω και στο εξής η Γερμανία έχει ανάγκη από μια ευημερούσα και αναπτυσσόμενη ΕΕ με μεγάλη και ισχυρή εσωτερική αγορά, γιατί δεν μπορεί πια να στηρίζει την ανάπτυξή της στις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ και την Κίνα. Εάν ο μη γένοιτο συνεχιστεί η λιτότητα, τότε κινδυνεύει να γίνει μπούμερανγκ, που θα πλήξει πρώτα απ’ όλα την ίδια τη Γερμανία. Και θα αποδείξει ότι η βιομηχανικά πανίσχυρη αυτή χώρα πάσχει από ανίατη στρατηγική μυωπία.

 

Γιώργος Δουράκης

Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας

Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ

 

 

 

 

 

Ο εμπορικός πόλεμος πλήττει τις γερμανικές εξαγωγές

 


Deutsche Welle, Τρίτη, 8 Αυγούστου 2019

Η εν εξελίξει εμπορική διαμάχη μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας που κλιμακώθηκε εκ νέου με φόντο την υποτίμηση του Γουάν πλήττει ήδη τη γερμανική οικονομία, εκτιμά ο γερμανός οικονομολόγος Σεμπάστιαν Ντούλιεν.
Με φόντο τον κλιμακούμενο εμπορικό πόλεμο μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ πυκνώνουν όλο και περισσότερο τα σύννεφα της οικονομικής αβεβαιότητας πάνω από τη Γερμανία, όπως εκτίμησε μιλώντας προς τη Γερμανική Ραδιοφωνία Deutschlandfunk ο Σεμπάστιαν Ντούλιεν, από το γερμανικό Ινστιτούτο Μακροοικονομίας και Ανάπτυξης.
«Θα έλεγα ότι η γερμανική ανάπτυξη βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Καταγράφουμε μια εξέλιξη την οποία δεν είχαμε ουδέποτε σε παλαιότερες φάσεις ανάπτυξης: ενώ μειώνεται η βιομηχανική ανάπτυξη ως απόρροια της ζήτησης για εξαγωγικά προϊόντα, δεν επηρεάζει η εσωτερική ζήτηση. Προς το παρόν δηλαδή η εσωτερική κατανάλωση και ο κατασκευαστικός κλάδος συνεχίζουν να δίνουν ώθηση στην οικονομία. Αυτό όμως δεν θα συνεχιστεί εσαεί. Διότι όταν οι βιομηχανίες αρχίσουν να απολύουν κόσμο, τότε θα μειωθεί και η καταναλωτική διάθεση και η Γερμανία θα μπορούσε να διολισθήσει άμεσα στην ύφεση».
Ως χώρα με ακραιφνή εξαγωγικό προσανατολισμό, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης πλήττεται ήδη από την εν εξελίξει εμπορική διαμάχη, εκτιμά ο ειδικός:
 «Μπορεί να μην έχουν επιβληθεί ακόμη αξιοσημείωτοι δασμοί σε γερμανικά προϊόντα, ωστόσο ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας πλήττει και τη γερμανική βιομηχανία. Ο λόγος είναι ότι πολλές βιομηχανικές επιχειρήσεις στην Κίνα και άλλοι ασιάτες προμηθευτές χρησιμοποιούν γερμανικά μηχανήματα και εγκαταστάσεις. Δεδομένου ότι για τις επιχειρήσεις αυτές ο εμπορικός πόλεμος συνιστά ήδη τεράστιο πλήγμα και πέραν τούτου δεν γνωρίζουν εάν θα μπορέσουν να συνεχίσουν την παραγωγή, έχουν παγώσει ή και ακυρώσει παραγγελίες. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που τα πράγματα για τον κλάδο των γερμανικών μηχανημάτων και βιομηχανικών εγκαταστάσεων για παράδειγμα, δεν πάνε καθόλου καλά».
Μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας
Πώς όμως θα έπρεπε να αντιδράσει τώρα η Γερμανία; Τι μέτρα θα μπορούσε να λάβει ενδεχομένως η κυβέρνηση για να περιορίσει τη ζημιά; «Το γερμανικό Ινστιτούτο Μακροοικονομίας και Ανάπτυξης, το ινστιτούτο μας, έχει προειδοποιήσει προ πολλού ότι ο προσανατολισμός της γερμανικής οικονομίας είναι υπερβολικά μονόπλευρος. Η ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων στηρίχθηκε μεν και από άλλους παράγοντες, όπως την κατανάλωση και τις κατασκευές. Ένας σημαντικός πυλώνας όμως εξακολουθεί να λείπει: οι δημόσιες επενδύσεις. Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι μια στοχευμένη και συγκεντρωτική δράση της κυβέρνησης που θα μπορέσει να μετριάσει και να σταθεροποιήσει τις προσδοκίες της γερμανικής βιομηχανίας».
Εξειδικεύοντας την πρότασή του ο ειδικός επισημαίνει ότι στο πλαίσιο αυτό «θα μπορούσε να εξεταστεί ένα μεγάλο, μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων με διάρκεια ορισμένων χρόνων. Και το οποίο δεν θα περιλαμβάνει μόνον κλασσικά έργα υποδομών αλλά και την ‘απανθρακοποίηση' της οικονομίας (σσ. απεξάρτηση του ενεργειακού κλάδου από τον άνθρακα). Η απανθρακοποίηση είναι κάτι που δημιουργεί και σε εμάς θέσεις εργασίας στη βιομηχανία διότι οι ανεμογεννήτριες και οι εγκαταστάσεις κατασκευάζονται στο εσωτερικό. Όταν δίνεις στις επιχειρήσεις την προοπτική της ζήτησης, μιας αξιόπιστης ζήτησης σε βάθος χρόνου, τότε αυτό μπορεί να σταθεροποιήσει το οικονομικό κλίμα».
«Οικονομικός παραλογισμός» τα μηδενικά ελλείμματα
Το ερώτημα που τίθεται βέβαια είναι πώς θα χρηματοδοτηθεί ένα τέτοιο πρόγραμμα και εάν θα πρέπει να θυσιαστεί ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός; «Τα μηδενικά ελλείμματα είναι ένας οικονομικός παραλογισμός. Δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα. Στην παρούσα φάση η Γερμανία δεν πληρώνει καν τόκους όταν δανείζεται. Χθες ήταν για πρώτη φορά αρνητικό ακόμη και το επιτόκιο του 30ετούς ομολόγου. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν δανειστεί σήμερα η χώρα για 30 χρόνια, θα επιστρέψει αργότερα απλά αυτό το ποσό χωρίς τόκους. Το να μην επενδύεις σε μια τέτοια φάση είναι επιπόλαιο. Υπάρχει ανάγκη για επενδύσεις και πολλά από αυτά που θα κάναμε θα ωφελήσουν και τις επόμενες γενιές. Εάν προχωρήσουμε με την απανθρακοποίηση, τα παιδιά και τα εγγόνια μας δεν θα πρέπει να εισάγουν πλέον πετρέλαιο στο μέλλον και θα γλιτώνουν χρήματα […]. Χρειάζεται λοιπόν μια συζήτηση που θα θέσει εν αμφιβόλω τα μηδενικά ελλείμματα και εν τέλει και το χρεόφρενο».

Γιούργκεν Τσουρχάιντε (DLF)
Επιμέλεια: Κώστας Συμεωνίδης