Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2019

Μείωση Φορολογικών Συντελεστών: «Αλήθειες και Μύθοι για την Προσέλκυση Επενδύσεων και την Οικονομική Ανάπτυξη»


Η μείωση των φορολογικών συντελεστών αποτελεί βασική προτεραιότητα για την προσέλκυση επενδύσεων και την επανεκκίνηση της οικονομίας. Ωστόσο, από μόνη της δεν αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για μακροχρόνια βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. O συνδυασμός της μείωσης των φορολογικών συντελεστών με μία σειρά διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων μπορεί να παγιώσει τις επενδύσεις και επομένως να επιτευχθεί η πολυπόθητη μακροχρόνια βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη στη χώρα μας.

1. Εισαγωγή
Στη διεθνή βιβλιογραφία, οι περισσότερες εμπειρικές μελέτες συγκλίνουν στην διαπίστωση ότι οι αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών επιδρούν αρνητικά στους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, ενώ οι μειώσεις θετικά. Όσον αφορά την Ελλάδα, ο Christodoulakis (2013) μελετώντας την περίοδο της κρίσης χρέους, διαπίστωσε ότι οι μειώσεις των συντελεστών οδηγούν σε μετριοπαθή ανάκαμψη, αλλά οι αυξήσεις των συντελεστών φορολογίας προκαλούν σημαντική πτώση της οικονομικής δραστηριότητας.
Επιπλέον, η μελέτη του ΙΟΒΕ & διαΝεόσις (2018) συμπεραίνει και στα τρία σενάρια ανάλυσης που πραγματοποίησε, ότι η μείωση του φορολογικού συντελεστή για τις επιχειρήσεις, οδηγεί στην αύξηση των ετήσιων πραγματικών επενδύσεων κατά 15% βραχυχρόνια και μακροχρόνια κατά περίπου 10%.
Όμως, τα ερωτήματα που προκύπτουν, όταν το ζητούμενο από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, εκτός από την προσέλκυση επενδύσεων για την τόνωση της ανάπτυξης είναι και η παγίωση των επενδύσεων με σκοπό τη μακροχρόνια βιώσιμη ανάπτυξη, είναι τα εξής:
α) Αποτελεί η μείωση των φορολογικών συντελεστών από μόνη της ικανή και αναγκαία συνθήκη για μακροχρόνια βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη;
β) Υπάρχουν συγκεκριμένα εμπόδια/αντικίνητρα της Ελληνικής οικονομίας στη προσέλκυση και στη παγίωση των επενδύσεων, που καθιστούν την Ελλάδα μη ανταγωνιστική;
2. Η φορολογία στην ΕΕ28 & ΕΖ19 (συγκριτικά στοιχεία)
Οι φορολογικοί συντελεστές στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη παρουσιάζουν έντονη ανομοιομορφία.
Συγκεκριμένα, τον υψηλότερο ανώτατο φορολογικό συντελεστή φυσικών προσώπων εμφανίζει η Σουηδία (57,1%) και ακολουθούν η Πορτογαλία (56,5%), η Δανία (55,8%), το Βέλγιο (53,7%), η Ολλανδία (52%), η Φιλανδία (51,6%) και η Γαλλία (50,2%). Στον αντίποδα, η Βουλγαρία (10%) έχει το χαμηλότερο ανώτατο συντελεστή και ακολουθούν η Τσεχία (15%), η Λιθουανία (15%), η Ουγγαρία (15%) και η Ρουμανία (16%). Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι οι αναπτυγμένες χώρες (Βόρειας & Κεντρικής Ευρώπης) έχουν υψηλότερους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές, εν αντιθέσει με τις Βαλκάνιες, τις Βαλτικές χώρες και της Ανατολικής Ευρώπης χώρες, που έχουν αρκετά χαμηλότερους.
Oι ανώτατοι συντελεστές φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων στην ΕΕ-28, κυμαίνονται από 10% έως 35%, με μέση τιμή το 22,5%. Η Ελλάδα με συντελεστή 29% βρίσκεται αρκετά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ-28. Μαζί με την Μάλτα (35%), την Γαλλία (34,4%), το Βέλγιο (34%), την Ιταλία (31,4), την Γερμανία (30,2%) και την Πορτογαλία (29,5%) συνθέτουν την ομάδα των κρατών με τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές. Αντίθετα, η Βουλγαρία (10%), η Κύπρος (12,5%) και η Ιρλανδία (12,5%) έχουν τους χαμηλότερους συντελεστές στην ΕΕ και ακολουθούν αρκετά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, εφαρμόζοντας πολιτική έντονου φορολογικού ανταγωνισμού.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι αναπτυγμένες χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία έχουν υψηλότερο συντελεστή φορολογίας εταιρικών κερδών από την Ελλάδα. Τέλος, σημειώνεται ότι στην Ελλάδα για τα νομικά πρόσωπα που τηρούν διπλογραφικά βιβλία επιβάλλεται συντελεστής παρακράτησης φόρου(15%) μερισμάτων σε περίπτωση διανομής κερδών για το 2018.
Από την συνδυαστική ανάλυση της τάσης μεταβολής των φορολογικών συντελεστών και των ρυθμών ανάπτυξης προκύπτει ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών σχετίζεται καταρχάς με την αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης και κατ’ επέκταση με την προσέλκυση επενδύσεων. Ωστόσο, χώρες, όπως η Γερμανία και η Σουηδία που κατά την πρώτη και δεύτερη εξεταζόμενη περίοδο είχαν αρκετά υψηλότερους συντελεστές φορολόγησης, σε σχέση με την Βουλγαρία και την Κύπρο, που εφαρμόζουν έντονο φορολογικό ανταγωνισμό, έχουν ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Μάλιστα, η Γερμανία και η Σουηδία κατά την δεύτερη εξεταζόμενη περίοδο μετά την χρηματοπιστωτική κρίση, ανακάμπτουν πιο γρήγορα και έχουν υψηλότερο μέσο ρυθμό ανάπτυξης από την Βουλγαρία, που εφαρμόζει flat tax rate 10%.
Επομένως, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες εκτός της μείωσης των φορολογικών συντελεστών που οδηγούν στην αύξηση των επενδύσεων και περαιτέρω στην οικονομική ανάπτυξη. Αυτοί είναι που εξηγούν το γεγονός ότι χώρες όπως η Γερμανία, η Σουηδία, η Γαλλία που έχουν συγκριτικά υψηλούς συντελεστές φορολόγησης, πετυχαίνουν ταυτόχρονα και ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, προσελκύοντας επενδύσεις.
3. Τα εμπόδια της Ελληνικής Οικονομίας στην προσέλκυση επενδύσεων
Τα εμπόδια σχετίζονται με μακροχρόνιες παθογένειες του Ελληνικής Οικονομίας, οι οποίες πρέπει να θεραπευτούν άμεσα με στρατηγικό σχεδιασμό.
3.1 Γραφειοκρατία - Διοικητικά Βάρη
Η έλλειψη ψηφιακού μετασχηματισμού της δημόσιας διοίκησης, καθορισμένων διαδικασιών, εκπαιδευμένου ανθρωπίνου δυναμικού και εν κατακλείδι η έλλειψη πολιτικής βούλησης και συναίνεσης για την πάταξη του φαινομένου αποτελούν αντικίνητρα για την προσέλκυση επενδύσεων.
Η Ελλάδα μαζί με την Ουγγαρία βρίσκονται στην τελευταία θέση με συνολικά διοικητικά βάρη από 5,4% έως 6,8% του ΑΕΠ, εκφρασμένο σε ευρώ από 10,31 δισ. € έως 12,98 δισ. € με βάση το έτος 2018. Στον αντίποδα, η Φιλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται στην πρώτη θέση με τα χαμηλότερα διοικητικά βάρη από 1,2% έως 1,5% του ΑΕΠ.
Επιπλέον, η Ελλάδα είναι μία από τις λιγότερο ελκυστικές χώρες της ΕΕ για το επιχειρείν, καθόσον έχει τη δεύτερη χειρότερη επίδοση μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Σύμφωνα με την έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας «Doing Business 2019», η Ελλάδα κατατάσσεται στην 72η θέση ως προς τη συνολική αξιολόγησή της μεταξύ 190 χωρών, από την 67η θέση στην περσινή έκθεση (Doing Business 2018).
3.2 Το τρίπτυχο «Πολυνομία, Κακονομία, Ανομία»
«Η συνεχής μεταβολή των νόμων ισοδυναμεί με μη εφαρμογή των νόμων», έλεγε ο Αριστοτέλης. H Ελλάδα κατατάσσεται σε μία από τις υψηλότερες θέσεις παγκοσμίως σε θέματα πολυνομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε η πρόεδρος των Διοικητικών Δικαστών Ειρήνη Γιανναδάκη (2016), συνολικά από το 1975 έως σήμερα έχουν εκδοθεί 4.100 νόμοι, 107 κάθε χρόνο, δηλαδή ένας νόμος κάθε 3,4 ημέρες. Αν σε αυτούς προστεθεί και το λεγόμενο «δευτερογενές δίκαιο», δηλαδή υπουργικές αποφάσεις, προεδρικά διατάγματα, τότε ο αριθμός τους εκτοξεύεται στις 115.000, συν 4.100, δηλαδή στις 119.000. Ο συνολικός αριθμός των νόμων αντιστοιχεί σε 3.132 κάθε χρόνο και σε 8,6 νόμους την ημέρα.
Και μέσα σ’ αυτό τον κυκεώνα της πολυνομίας φυσικό επακόλουθο είναι η κακονομία. Χαρακτηριστικά των ελληνικών νόμων είναι η αμφισημία, οι αλληλοσύγκρουση ή επικάλυψη των νόμων μεταξύ τους, τα κενά δικαίου, δηλαδή η ανεπάρκεια ρυθμίσεων ή οι ατελείς ρυθμίσεις περιπτώσεων, οι δυσερμήνευτες και πολύπλοκες διατυπώσεις, που επιδέχονται πολλές ερμηνείες.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αστάθεια του φορολογικού συστήματος (φορολογικής νομοθεσίας και φορολογικών συντελεστών) είναι ένα από τα σημαντικότερα αντικίνητρα για να επενδύσει κάποιος στην Ελλάδα.
3.3 Ταχύτητα Απονομής Δικαιοσύνης
H αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος και η ταχεία απονομή δικαιοσύνης αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική σταθερότητα. H Ελλάδα είναι ουραγός στην Ευρώπη και βρίσκεται στην 132η θέση από τις 190 χώρες του δείκτη «Doing Business 2019» ως προς την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης, καθόσον χρειάζονται 1.580 ημέρες, δηλαδή 4,5 χρόνια περίπου, για την επίλυση μιας συγκεκριμένου τύπου δικαστικής διαφοράς για μια επιχείρηση, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας για το 2018 . Απεναντίας, στην Γαλλία απαιτούνται 395 ημέρες (σχεδόν ένα έτος), στην Αυστρία 395 ημέρες, στο Βέλγιο 505 ημέρες, ενώ ο αντίστοιχος μέσος χρόνος στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι 582,4 ημέρες.
3.4 Διαφάνεια & Διαφθορά
H χώρα μας είναι ουραγός και στην καταπολέμηση της διαφθοράς, καθώς καταλαμβάνει την προτελευταία θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, σύμφωνα με την έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας για το έτος 2018, που δημοσιεύθηκε στις αρχές του 2019 και αφορά 180 χώρες. Η Ελλάδα έχασε το 2018 οκτώ ολόκληρες θέσεις στο Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς (CPI –Corruption Perception Index), υποχωρώντας στην 67η θέση συγκεντρώνοντας βαθμολογία μόλις 45/100 και ισοβαθμώντας με τη Σενεγάλη και το Μαυροβούνιο, όταν πέρυσι ήταν στην 59η θέση.
3.5 Έλλειψη Υποδομών – Περιορισμένη Έρευνα & Ανάπτυξη (R&D)
Το επενδυτικό κενό στις υποδομές ανέρχεται σε 0,7% του ΑΕΠ ή περίπου 1,4 δισ. € ετησίως σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με άλλα λόγια, η πτώση των επενδύσεων σε έργα υποδομών που σημειώθηκε την περίοδο 2009-2018 οδήγησε σε μόνιμο έλλειμμα ύψους 12,6 δις. € έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η αύξηση των επενδύσεων σε έργα υποδομών έχει ιδιαίτερα αξία για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας, επειδή οι επενδύσεις σε έργα υποδομών έχουν σημαντικό οικονομικό πολλαπλασιαστή της τάξης του 1,8x.
Όσον αφορά την Έρευνα & Ανάπτυξηη Ελλάδα βρίσκεται στη 18η θέση μεταξύ των χωρών μελών της ΕΕ. Το 2017 το ποσοστό των δαπανών Ε&Α επί του ΑΕΠ ανερχόταν στο 1,13%, ποσοστό που υστερεί από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (2,07%). Το 2017, ο υψηλότερος δείκτης έντασης Ε&Α καταγράφηκε στη Σουηδία (3,33%) και στην Αυστρία (3,16%), ενώ ακολουθούν η Δανία (3,06%) και η Γερμανία (3,02%). Η Έρευνα & Ανάπτυξη αποτελούν κινητήριο μοχλό της καινοτομίας και συνεπακόλουθα πόλο έλξης επενδύσεων που συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Σημειώνεται ότι η Ε.Ε. θέτει τον στόχο στο 3%, προκειμένου να αποκτηθεί προβάδισμα ανταγωνιστικότητας.
4. Προτάσεις για μακροχρόνια βιώσιμη ανάπτυξη
4.1 Σταθερό & Αξιόπιστο Φορολογικό Περιβάλλον
Δεδομένου ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών, καθώς και του συνολικού φορολογικού συντελεστή (συμπεριλαμβανομένων των εισφορών ασφάλισης), αποτελεί μονόδρομο για την επανεκκίνηση της οικονομίας και την προσέλκυση των επενδύσεων απαιτείται στη συνέχεια η δημιουργία ενός σταθερού και απλού φορολογικού συστήματος, χωρίς διακυμάνσεις, ώστε ο επενδυτής να σχεδιάζει μακροχρόνια. Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτούνται μία δέσμη μεταρρυθμίσεων στην φορολογική πολιτική και στην φορολογική διοίκηση. Συγκεκριμένα:
  • Πλήρης ψηφιοποίηση φορολογικών υπηρεσιών - Ηλεκτρονικά Βιβλία.
  • Κωδικοποίηση και απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας, σαφείς φορολογικές διαδικασίες (εγχειρίδια διαδικασιών) και αντικειμενικοί φορολογικοί έλεγχοι μέσω Risk Analysis
  • Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής που θα οδηγήσει στην διεύρυνση φορολογικής βάσης.
  • Ηλεκτρονική διασύνδεση επιχειρήσεων για πρακτικά άμεση απόδοση ΦΠΑ.
  • Ενίσχυση των φορολογικών υπηρεσιών με ανθρώπινο δυναμικό, συνεχής εκπαίδευση των στελεχών της φορολογικής διοίκησης, παροχή σύγχρονων μέσων ελέγχου και ειδικό συστήματος απολαβών. Επισημαίνεται ότι οι φορολογικές υπηρεσίες είναι υπο-στελεχωμένες και υπο-αμειβόμενες σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.
  • Επιτάχυνση επίλυσης φορολογικών υποθέσεων στα δικαστήρια.
  • Διεύρυνση δυνατοτήτων της φορολογικής διοίκησης για την επίλυση των φορολογικών διαφορών στη βάση συμβιβασμού και εισπραξιμότητας φόρων
4.2 Ελκυστικό και Αξιόπιστο Οικονομικό Περιβάλλον
Για την προσέλκυση και παγίωση των επενδύσεων δεν απαιτείται μόνον ένα σταθερό φορολογικό περιβάλλον, αλλά και ένα συνολικά αξιόπιστο οικονομικό περιβάλλον. Για το λόγο αυτό, επιπλέον απαιτείται:
  • Στρατηγικός σχεδιασμός τουλάχιστον 5ετίας με δέσμευση όλων των πολιτικών δυνάμεων για την δημιουργία και την υλοποίηση ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων
  • Μείωση πρωτογενών πλεονασμάτων.
  • Εκσυγχρονισμός και αναβάθμιση υποδομών.
  • Προσανατολισμός στην Έρευνα & Καινοτομία
  • Αξιοποίηση διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού υψηλής εξειδίκευσης (ανακοπή brain-drain)
  • Σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και εξασφάλιση πρόσβασης των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση
Τέλος, με την υλοποίηση των παραπάνω δομικών μεταρρυθμίσεων θα ικανοποιηθεί και η απαίτηση τόσο των πολιτών όσο και των επιχειρήσεων για αύξηση της ανταποδοτικότητας των φόρων. Στην Ελλάδα καταγράφεται χαμηλή ανταποδοτικότητα στην παροχή δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία, η κοινωνική πρόνοια, η αστυνόμευση και η ηλεκτρονική διακυβέρνηση.
5. Συμπέρασμα
Συνοψίζοντας, από την παραπάνω ανάλυση προκύπτει ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών αποτελεί βασική προτεραιότητα για την προσέλκυση επενδύσεων και την επανεκκίνηση της οικονομίας. Ωστόσο, από μόνη της δεν αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για μακροχρόνια βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Υπάρχει, δηλαδή ο κίνδυνος της ευκαιριακής και βραχείας επενδυτικής έκρηξης. Γι αυτό, ο συνδυασμός της μείωσης των φορολογικών συντελεστών με μία σειρά διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (όπως αυτές που αναφέρθηκαν) μπορεί να παγιώσει τις επενδύσεις και επομένως να επιτευχθεί η πολυπόθητη μακροχρόνια βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη στη χώρα μας.

Το πλήρες άρθρο (Πίνακες & Σχεδιαγράμματα) του κ. Μενέλαου Παπαποστόλου, με τίτλο «Μείωση Φορολογικών Συντελεστών: «Αλήθειες και Μύθοι για την Προσέλκυση Επενδύσεων και την Οικονομική Ανάπτυξη - Η περίπτωση της Ελληνικής Οικονομίας» δημοσιεύθηκε στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2019 του περιοδικού Epsilon7.