Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2019

Μακρόν αλά ελληνικά;

Του Γιώργου Καραμπελιά,

Ο οριστικόςενταφιασμός της μεταπολίτευσης αλλά και της παραδοσιακής εμφυλιοπολεμικήςδιαίρεσης, αριστεράς-δεξιάς, ολοκληρώθηκε με τις εκλογές της 7ης Ιουλίουτου 2019 και τη συγκρότηση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκηςσχημάτισε μία κυβέρνηση πουπροσπαθεί να ανταποκριθεί στο αίτημα της υπέρβασηςαριστεράς-δεξιάς, γεγονός που αντανακλάται τόσο στη σύνθεση της κυβέρνησήςτου όσο και στις προγραμματικές της δηλώσεις, και αυτό, παρ’ ότι εξελέγηεπικεφαλής του παραδοσιακού πόλου της ελληνικής κεντροδεξιάς.

Πράγματι, οΜητσοτάκης και οι περί αυτόν (καθόλου τυχαία, στους βασικούς του συμβούλουςπεριλαμβάνεται ο παλαιός γραμματέας της ΚΝΕ και στενός συνεργάτης  τουΛαλιώτη, Τάκης Θεοδωρικάκος, και ο πρώην διευθυντής των Νέων,Δημήτρης Μητρόπουλος) επιχείρησαν να τετραγωνίσουν τον κύκλο. Από τη μία πλευρά, να στηριχτούν στη μόνηυπαρκτή πολιτική δύναμη την οποία διέθεταν, δηλαδή τη Νέα Δημοκρατία, και απότην άλλη, να την υπερακοντίσουν μέσα από μια «μακρονική» λογική. Έτσι, καισε προγραμματικό επίπεδο, στη διάρκεια μιας μακράς προεκλογικής περιόδου, όσοκαι στα πρώτα δείγματα γραφής της νέας κυβέρνησης, επέλεξαν έναν προγραμματικόλόγο που αρνείται τις παραδοσιακές διαιρέσεις.

1.      Όλοι θεωρούσαν, και εν μέρει είναιακριβές, πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η στενή του ομάδα εμφορούνται από φιλελεύθερεςαντιλήψεις. Δηλαδή, στοχεύουν στηπεραιτέρω αποδυνάμωση της κρατικής παρέμβασης και την ενίσχυση των μηχανισμώντης αγοράς. Ωστόσο, κάτι που εξέπληξε πολλούς, στο μείγμα που επιχείρησε ναδιαμορφώσει, συμπεριλαμβάνει και μία διάσταση πατριωτισμού. Σε σχέση με τη Συμφωνία των Πρεσπών, κατόρθωσε να αποκρούσει τα σχέδια τουΤσίπρα να προκαλέσει ρήγμα στο εσωτερικό της κεντροδεξιάς και να μεταβάλει αυτήτη συμφωνία σε όπλο για την κατίσχυση επί του ΣΥΡΙΖΑ. Στην ίδια κατεύθυνσηαναφέρθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης της αμυντικής βιομηχανίας, στη δημογραφικήενδυνάμωση της χώρας με μέτρα ενίσχυσης της τεκνοποιίας, καθώς και σε μέτρα γιατο μεταναστευτικό.

2.      Εγκολπώθηκε το αίτημα νόμουκαι τάξης, σε ό,τι αφορά τα Εξάρχεια, το άσυλο, την επιβολή του νόμου καιτην ασφάλεια γενικότερα, που παραδοσιακά εκφραζόταν από τις πιο δεξιέςσυνιστώσες της Νέας Δημοκρατίας.

3.      Απευθύνθηκε, παράλληλα, προνομιακάστα μεσαία στρώματα, με την άμεση μείωση του ΕΝΦΙΑ και τιςφορολογικές ελαφρύνσεις που υιοθέτησε αλλάταυτόχρονα –και εξέπληξε πολλούς– στράφηκε και στα φτωχότερα λαϊκάστρώματα, μέσα από τη διατήρηση του μειωμένου αφορολόγητου, τη μείωσητου ΦΠΑ και τη διατήρηση των επιδομάτων που είχε θεσμοθετήσει προεκλογικά οΣΥΡΙΖΑ.

4.      Όσο για τον «νεοφιλελευθερισμό»,αυτός αφορά κατεξοχήν την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων και των ξένωνεπενδύσεων (με προνομιακά πεδία την επένδυση στον χρυσό της Χαλκιδικής και τοΕλληνικό).

5.      Τέλος, προσέφερε απαρχές παρεμβάσεωνσε σχέση με τα ζητήματα του

    πολιτισμού,με την ανακοίνωση ενοποίησηςΠολυτεχνείου-Αρχαιολογικού Μουσείου. Παράλληλα, συνέχισε τα ανοίγματα προςτα λαϊκά στρώματα, κυρίως στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας, με το σχέδιοαπομάκρυνσης των φυλακών Κορυδαλλού και τη χωροθέτηση του πρώτου πρότυπουσχολείου στο Περιστέρι.

Αυτή ηστρατηγική Μητσοτάκη δεν αποτελεί μόνο μια προσπάθεια ικανοποίησης διαφορετικώνστρωμάτων, τάξεων και ευαισθησιών, αλλά αποτελεί οργανικό στοιχείο της πρότασής του. Αυτό διαφαίνεται από την πορείατην οποία ακολούθησε μέχρι τώρα. Προσωπικά, με είχε ήδη εκπλήξει η άρνησήτου να υπερψηφίσει, το 2015, μόνος αυτός, από όλη τη κοινοβουλευτική ομάδα τηςΝέας Δημοκρατίας, την υποψηφιότητα του Προκόπη Παυλόπουλου για τη προεδρία τηςΔημοκρατίας. Ενέργεια που έδειχνε, ήδη από εκείνη την εποχή, όχι μόνο μία ριζική αντιπαλότητα με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και με τους συμβιβασμούς τηςκαραμανλικής πτέρυγας του κόμματος.

Εξ άλλου, η εκλογή του Μητσοτάκη στην ηγεσία τηςΝέας Δημοκρατίας επιτεύχθηκε μέσα από μια κωμικοτραγική καραμπόλααντιπαραθέσεων ανάμεσα στις παραδοσιακές νεοδημοκρατικές δυνάμεις (Μεϊμαράκης,Τζιζικώστας) και την τελική κινητοποίησηγια την εκλογή Μητσοτάκη από ψηφοφόρους μη μέλη της Νέας Δημοκρατίας. ΟΚυριάκος υπήρξε ο εκπρόσωπος αυτού που χαρακτηρίζουμε νέα μικροαστικά και ανώτερα μεσαία στρώματα, δηλαδή εκείνα τωνεπαγγελματιών της πληροφορικής, της οικονομίας, των στελεχών επιχειρήσεωνκ.λπ. Κατόρθωσε, εκμεταλλευόμενος τις αντιπαραθέσεις των υπολοίπωννεοδημοκρατικών ομάδων και χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα τα παραδοσιακά δίκτυα τηςοικογένειας Μητσοτάκη, να επικρατήσει, παρότι μειοψηφία, στο εσωτερικό τουκόμματος. Από τότε, διαμόρφωσε μιαστρατηγική που συνίσταται στη σταδιακή διεύρυνση της απεύθυνσής του, κατεξοχήνπρος τον χώρο του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ και των εκβλαστήσεών του (Ποτάμικλπ.). Κατέληξε έτσι να αποκτήσει μία βάση κατά πολύ ευρύτερη εκείνης της ΝέαςΔημοκρατίας (σύμφωνα με τα στοιχεία του exit poll, στις εκλογές της 7ης Ιουλίου,μόνο το 28% των ψηφοφόρων φέρεται να ταυτίζεται με τη Νέα Δημοκρατίαιδεολογικά, ενώ το υπόλοιπο 12%, προέρχεται από άλλες πολιτικές οικογένειες).

Σε αυτή τηστρατηγική, βρήκε αναπάντεχους αρωγούς την ηγεσία του Ποταμιού και του ΚΙΝΑΛ. Ηπροσέγγιση του Θεοδωράκη με τον ΣΥΡΙΖΑ, επί τη βάσει της συμφωνίας τους για τιςΠρέσπες, διέλυσε αυτό το κόμμα και έστειλε το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρωνκαι σημαντικό αριθμό στελεχών του στη Νέα Δημοκρατία. Τέλος, τα «κολλητιλίκια» μεγάλου μέρους τηςηγεσίας του ΠΑΣΟΚ με τον ΣΥΡΙΖΑ –με αποτέλεσμα την εκπαραθύρωση τουΒενιζέλου– του προσέφεραν ένα σημαντικό μέρος των ψήφων του ΠΑΣΟΚ καιεκατοντάδες στελέχη του, που προσχώρησαν μαζικά στο περιβάλλον του ΚυριάκουΜητσοτάκη. Πρόκειται για μια προσχώρηση λιγότερο γνωστή από τη προσχώρησητων παλαιοπασόκων στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλάαφορά, στην πραγματικότητα, το δυναμικότερο κομμάτι των νεαρών στελεχών τουσημιτικού ΠΑΣΟΚ.

Ηεκπαραθύρωση του Βενιζέλου και ο αποκλεισμός οποιασδήποτε πιθανότηταςμετεκλογικής συνεργασίας Νέας Δημοκρατίας–ΚΙΝΑΛ ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τοεγχείρημα Μητσοτάκη, στον βαθμό που η μηαυτοδυναμία του προοιωνιζόταν ακυβερνησία και αστάθεια. (Προσοχή)==Αυτόήταν το καίριο χτύπημα που επέφερε στο ΚΙΝΑΛ η εσωκομματική «πέμπτη φάλαγγα» του ΣΥΡΙΖΑ (Παπανδρέου, Μαλέλης,Λαλιώτης, Λιβάνης, Κρεμαστινός και προπαντός ο αθέατος καναλάρχης ενορχηστρωτής;;;), ανοίγοντας τον δρόμο για τη οριστική πολιτική του εξαφάνιση.

Επειδή η ζωήκαι η πολιτική δεν ανέχονται το κενό, οΚυριάκος Μητσοτάκης εφόρμησε κυριολεκτικώς στον χώρο του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ,θέλοντας να τον αποσπάσει οριστικά από την επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε νασυγκροτήσει μία κυριολεκτικά ευρεία κεντρώα-κεντροδεξιά παράταξη. Και μετάτις εκλογές, με δεδομένο το σημαντικό ποσοστό που διατήρησε ο ΣΥΡΙΖΑ, προχώρησε ακόμη περισσότερο σε αυτή τηκατεύθυνση. Όχι μόνο διόρισε δεκάδες υπουργούς, υφυπουργούς και γενικούςγραμματείς, προερχόμενους από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ (οι Χρυσοχοΐδης,Πιερρακάκης, Θεοδωρικάκος, Μενδώνη είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου) αλλά,και σε επίπεδο κυβερνητικών εξαγγελιών, φρόντισε να προχωρήσει πολύ πιο πέρααπό το ίδιο το προεκλογικό του πρόγραμμα. Το αποτέλεσμα όλων αυτών τωνκινήσεων φάνηκε πολύ καθαρά στη αφωνίατου ΣΥΡΙΖΑ και τις αναποτελεσματικές κραυγές της Φώφης. Ο Μητσοτάκηςεπιχειρεί, με μια «μακρονικού» τύπου απόπειρα, να καλύψει όλο τον κενό χώρο από τη Δεξιά μέχρι τις παρυφές της Κεντροαριστεράς,εμφανιζόμενος ως ο Έλληνας εκφραστής της μακρονικής υπέρβασης του σχήματος«Αριστερά-Δεξιά».

Ο διορισμόςδεκάδων υφυπουργών που δεν προέρχονται από το κοινοβούλιο εντάσσεται στην ίδιαστρατηγική, της μερικής απόσπασης της κυβερνητικής λειτουργίας από τιςσυνηθισμένες πολιτικές και μικροκομματικές δουλείες των κοινοβουλευτικώνυπουργών (κάτι που για πρώτη φορά γίνεται στην Ελλάδα). Ο Μητσοτάκης,πατώντας σε μια ισχυρή παράταξη, δημιουργείένα είδος «ήπιου βοναπαρτισμού», απευθυνόμενος και εντάσσοντας στο σχέδιό τουτις βασικές δυνάμεις των νέων μεσοστρωμάτων.

Βεβαίως, τοβασικό όπλο του Κυριάκου Μητσοτάκη, που του επέτρεψε να επιχειρήσει αυτό τοπολιτικό aggiornamento, ήταν… ο Αλέξης Τσίπρας! Η παροιμιώδης αποτυχία της κυβέρνησηςΣΥΡΙΖΑ, που απεδείχθη ανίκανη να πραγματοποιήσει μια «αριστερή» τεχνοκρατικήδιαχείριση –όπως φαίνεται να επιτυγχάνει η αριστερά στην Πορτογαλία, π.χ.–, ταερείπια που επισώρευσε σε όλους τους τομείς του κυβερνητικού έργου, η αναλγησίαπου έδειξε στο Μάτι και τη Μάνδρα, η εθνομηδενιστική ιδεοληψία της εξωφρενικήςΣυμφωνίας των Πρεσπών, η διαφθορά των κότερων, όλα αυτά μαζί, προσέφεραν στονΚυριάκο Μητσοτάκη, στο πιάτο, το έδαφος της ηγεμονίας.

Οι προσπάθειες του ΣΥΡΙΖΑ της τελευταίας περιόδου να συγκροτήσει ένα τεχνοκρατικόαντίστοιχο της μητσοτακικής ομάδας (με την άνοδο της νεότερης γενιάς τωνγιάπηδων του ΣΥΡΙΖΑ: Χαρίτσης, Αχτσιόγλου, Ηλιόπουλος κ.λπ.) ήρθαν ιδιαίτερακαθυστερημένα και παρέμεινανμειοψηφικές. Διότι ο ΣΥΡΙΖΑπαρέμεινε ένα κόμμα με προφίλ και πρακτικές Μαυρογιαλούρου της δικαιωματιστικήςΑριστεράς , οι οποίες αντανακλούν το ίδιο το προφίλ του αρχηγού του, τουΤσίπρα. Ο Τσίπρας αποτελεί ένα σώμα με τον Παπά, τον Πολάκη, τη Νοτοπούλου, τονΚαρανίκα και τον Φλαμπουράρη, και είναι αδύνατον να εκφράσει οργανικά κάτι πουδεν είναι. Γι’ αυτό και στην ουσία, άμεσα, ο Μητσοτάκης δεν απειλείται σοβαράστο εσωτερικό πολιτικό επίπεδο.

Και το ίδιοσυμβαίνει και στο ενδοκομματικό πεδίο. Πράγματι, όπως προαναφέραμε, η επικράτηση του Μητσοτάκη στο εσωτερικότης ΝΔ ήταν εκείνη ενός «αουτσάιντερ», απέναντι στις παραδοσιακές ηγετικέςδυνάμεις του κόμματος, κυρίως εκείνες των «Καραμανλικών», αλλά και τωνιδιαίτερα αποδυναμωμένων, μετά την ήττα του 2015, Σαμαρικών. Και εν πολλοίςεπετεύχθη μια και ο εσωτερικός καβγάς, μεταξύ των δύο «καραμανλικής» προέλευσηςυποψηφίων, έδωσε τη δυνατότητα στο «αουτσάιντερ» να επιβληθεί. Διότι η ΝέαΔημοκρατία βάδιζε προς μια ιστορική ενδόρρηξη εξ αιτίας των αλλεπάλληλωνεκλογικών πληγμάτων αλλά και διότι είχε πληγεί καίρια από την παρασπονδία των«καραμανλικών», αυθεντικών ή θρυλούμενων τέτοιων, οι οποίοι, στον ένα ή άλλοβαθμό, τορπίλισαν την κυβέρνηση Σαμαρά και συνέβαλαν αποφασιστικά στην άνοδοτου Τσίπρα στην εξουσία: Η δημιουργία του κόμματος Καμμένου –που αποτέλεσετον βασικό δίαυλο της παροχέτευσης δυνάμεων της «λαϊκής δεξιάς» στο νέοκυβερνητικό σχήμα– ήταν μόνο μία παράμετρος αυτής της πολύπλευρης συμπόρευσης,αν όχι και ανοικτής στήριξης. Η εκλογήτου Προκόπη Παυλόπουλου στην Προεδρία της Δημοκρατίας, η επιλογήΠαπαγγελόπουλου στο υπουργείο Δικαιοσύνης και η συμπαράταξη των «καραμανλικών»ανώτερων δικαστικών με τη νέα κυβέρνηση, ακόμα και η παρουσία προσωπικοτήτωνήσσονος σημασίας, όπως η Παπακώστα, εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική. Μια στρατηγικήπου συμπεριλάμβανε σημαντικό αριθμό από δημοσιογράφους, εφημερίδες,ηλεκτρονικές ειδησεογραφικές σελίδες κ.λπ. Στην πραγματικότητα, όπως έχουμεεπισημάνει και σε άλλες περιπτώσεις, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, εκτός από τηνανοικτή δημόσια στελέχωσή της από τα δύο κυβερνητικά κόμματα, είχε εξασφαλίσειτην αρωγή και τη συμπαράσταση, όχι πάντα τόσο αθέατη, μιας πασοκικής και μιαςνεοδημοκρατικής  πτέρυγας. Και αυτό το έκαναν με το έωλο επιχείρημαότι έτσι εξασφάλιζαν τον έλεγχο  του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να μην… εκτραπεί. Χωρίςβέβαια να τους περάσει από το μυαλό ότι έτσι στην πραγματικότητα διασφάλισαντην άνοδο και τη διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία!



Απαιτείταιμια οραματική επανάσταση

Ο Μητσοτάκης,  αν απειλείται από κάτι, είναι από το τεράστιο βάρος τωνπροβλημάτων που έχει απέναντί του και κατεξοχήν από τη παρουσία του Ερντογάνκαι της νεοθωμανικής Τουρκίας. Η Ελλάδα είναι μία χώρα σε παρακμή ηοποία απειλείται με ιστορική υποβάθμιση σε ακόμα κατώτερα επίπεδα τηςπαγκόσμιας κοινωνίας των εθνών και εκεί βρίσκεται η αχίλλειος πτέρνα κάθεανορθωτικής απόπειρας(Το φαινόμενο λέγεται πολιτικη και πολιτιστικη Υποστροφή)ΓΚ). Επιζητεί μια «κανονικότητα» και επιδιώκει μια τεχνοκρατικήαποτελεσματικότητα σε μία χώρα που απαιτεί ταυτόχρονα μια μεγάλη και οραματική πανστρατιά γιατην επιβίωσή της

. Εκεί, οι, εθνομηδενιστικώνκαταβολών και αντιλήψεων, σύμβουλοίτου, από τον Κωνσταντίνο Ζούλα μέχρι τους ανοικτά σημιτικούς, δεν είναι εύκολο, ίσως είναι και αδύνατο, να επωμιστούν μια τεράστιαπροσπάθεια στην οποία η τεχνοκρατική αποτελεσματικότητα πρέπει να συμβαδίζειμε τον ύψιστο πατριωτισμό και ένα όραμα βυθισμένο στην ιστορική παράδοση καιτον πολιτισμό του ελληνικού έθνους. Όσο και εάν ένα τμήμα των νεογιάπηδων πουπεριστοιχίζουν τον Μητσοτάκη έχει αρχίσει να εισάγει κάποια ψήγματα πατριωτικήςευαισθησίας στον λόγο του, είναι άραγε αυτά αρκετά για να ανταποκριθούν αμέσωςστα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία; Έτσι, για την ανάκαμψη της δημογραφικής κρίσης, δεν θα αρκέσουν τα επιδόματατων δύο χιλιάδων ευρώ για κάθε νέο παιδί. Πρέπει να υπάρξει μία ιδεολογικήεπανάσταση στο ζήτημα της αντιμετώπισης της υπογεννητικότητας και των προτύπωνκοινωνικοποίησης. Με άλλα λόγια, αφ’ ενός οι ενισχύσεις θα έπρεπε να είναιπερισσότερες και κλιμακωτές, με βάση τον αριθμό των γεννώμενων τέκνων και, αφετέρου, το εκπαιδευτικό σύστημα να αλλάξει σε βάθος σε ό,τι αφορά τιςαξίες τις οποίες διαχέει στη κοινωνία.

Για νααντιμετωπιστεί η τουρκική απειλή στηνΚύπρο, θα χρειαστεί η χώρα να επανέλθει, έστω σταδιακά, στο ενιαίο αμυντικόδόγμα Ελλάδας-Κύπρου, ενώ η Τουρκία θα πρέπει να εισπράξει ένα μήνυμαανυποχώρητης υπεράσπισης των ελληνικών εδαφών και των ελληνικών θαλασσών. Άραγεμπορεί κάτι τέτοιο να το κάνει ένας Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης;

Το ζήτηματων προσφύγων και των μεταναστών,που αποτελεί μια ωρολογιακή βόμβα για ένα φθίνον έθνος, όπως το ελληνικό, καιτο οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα, πριν από την εγκατάστασηεκατοντάδων χιλιάδων μουσουλμανικών πληθυσμών στην Ελλάδα, μπορεί νααντιμετωπιστεί από τον συμπαθή αλλά εξαιρετικά ήπιο κ. Κουμουτσάκο; Ή μήπως οι ποικίλες σχέσεις της οικογένειαςΜπακογιάννη με τις ΜΚΟ μπορούν να επιτρέψουν την άμεση αποδυνάμωση του ρόλουτους στην Ελλάδα; Ξαναδιαβασέ το)

Εάν ηΤουρκία προχωρήσει σε κινήσεις στο Καστελόριζοή στο Αιγαίο, όπως είναι πολύ πιθανό να συμβεί μετά από μερικούς μήνες, τίμπορεί να κάνει μια κυβέρνηση (το ζήτημα είναι εξαιρετικά δύσκολο γιαοποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση) η οποία προσπαθεί να κερδίσει χρόνοεξορκίζοντας εν πολλοίς το απευκταίο;

Και το μεγάλο πρόβλημα, με το οποίοβαρύνεται ο λεγόμενος εκσυγχρονιστικόςχώρος στην Ελλάδα –εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, τύπου Γεωργιάδη ήΒορίδη, που προέρχονται από την «εθνική» δεξιά–, είναι ότι έχει συνδεθεί ιδεολογικά με τις δύο τελευταίες δεκαετίεςεθνομηδενιστικής ηγεμονίας στον χώρο των διανοουμένων, κατεξοχήν στον λεγόμενοεκσυγχρονιστικό χώρο.

Οι Έλληνες τεχνοκράτες ζουν σε ένα φαντασιακό σύμπαν, που ορίζεται από το Harvard, τηLondon School of Economics και τις Βρυξέλλες, ενώ βρίσκονται σε μια χώρα πουαντιμετωπίζει μια ευθεία απειλή για την εθνική της επιβίωση, γειτνιάζει με τηΜέση Ανατολή και βρίσκεται σε μια μακρόχρονη περίοδο παρακμής. Επομένως, όσοκαι εάν το αίτημα της «κανονικότητας» είναι πραγματικό και δίνει φτερά στοεγχείρημα του Μητσοτάκη, από την άλλη, επειδήη σημερινή Ελλάδα έχει πήλινα πόδια, «πρέπει ναβγάλει φτερά και να πετάξει». Αυτό είναι το νόημα της ανάγκηςενός ισχυρού οράματος, που το ιδεολογικό περιβάλλον της κυβέρνησης Μητσοτάκηδεν φαίνεται να διαθέτει ή, μάλλον, διαθέτει μονάχα μερικές από τις συνιστώσεςτου, χωρίς την ιδεολογική του ραχοκοκαλιά. Μια ραχοκοκαλιά που δεν εἶναι άλλη από την  ανάγκη ενός εκσυγχρονισμού που ναπατάει στην ελληνική παράδοση, να μην είναι εισαγόμενος και εν τέλειπαρασιτικός. Βέβαια, επειδή «το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη», οι άνθρωποιαυτοί, αν θέλουν να ανατάξουν πραγματικάτην ελληνική κοινωνία, είναι υποχρεωμένοι ναεγκολπωθούν μία τέτοια οραματική οπτική, εγκαταλείποντας ταχύτατα τις όποιεςεθνομηδενιστικές αυταπάτες τους, διαφορετικά θα αποτύχουν. Μήπως επειδήψυχανεμίζονται την ανάγκη μιας τέτοιας οραματικής διάστασης, πρότεινε οΜητσοτάκης μια μεγάλη εθνική επιτροπή για τον εορτασμό της Επανάστασης του1821; Με ποιους όμως θα το κάνει; Με την παγκοσμιοποιητική και εθνομηδενιστικήδιεύθυνση του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος;

Υπάρχουνιστορικές στιγμές κατά τις οποίες το πολιτικό σύστημα ρέπει προς έναν ιδιότυπο«μονοπολισμό» (κλασικά σύγχροναπαραδείγματα ήταν, στην Ελλάδα, η ηγεμονία του Ανδρέα Παπανδρέου, κατά τηνπρώιμη μεταπολίτευση, ή εκείνη του Πούτιν στη Ρωσία και του Ερντογάν στηνΤουρκία). Όμως, η ελληνική κοινωνία δεν θα παραμείνει εσαεί στις συνθήκες αυτούτου ιδιότυπου «βοναπαρτισμού» που εκπροσωπεί η σημερινή ηγεμονία του«συστήματος Μητσοτάκη» και η εκσυγχρονιστική του απόπειρα.

Εξάλλου, χωρίς τη συμμετοχή και την κινητοποίηση τωνλαϊκών τάξεων –και όχι απλά τη συναίνεσή τους–, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ηανόρθωση της χώρας. Και αυτή τηλαϊκή συμμετοχή δεν μπορούν να την επιτύχουν οι κοινωνικέςκαι πολιτικές δυνάμεις που στηρίζουν τον Μητσοτάκη. Χρειάζονται άλλες πολιτικέςδυνάμεις, άλλες οραματικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο(ἐννοεῖ τον ἑαυτό του,τον Ἀριστερο Πατριωτικό χῶρο, λέω).



Μπορεί νααντιδράσει ο ΣΥΡΙΖΑ;

Προφανώς δε,και παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, οΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αναδειχτεί, τουλάχιστον άμεσα, σε έναν δεύτερο πόλο τουπολιτικού συστήματος. Η πολιτική επιβίωση του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑστις πρόσφατες εκλογές με ένα σχετικά υψηλό ποσοστό δημιουργεί τηναυταπάτη πως αποτελεί έναν δεύτερο, περίπου ισότιμο πόλο, στην ελληνικήπολιτική πραγματικότητα, ο οποίος θα δοκιμάσει άμεσα να επανέλθει στο ελληνικόπολιτικό προσκήνιο, ενσωματώνοντας ό,τι έχει απομείνει από το παλαιό ΠΑΣΟΚ.Πέραν του ότι αυτό το γεγονός αντανακλά την καχεξία των κοινωνικών τάξεων στηνΕλλάδα, στην πραγματικότητα, πρῶτον,ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαθέτει το πραγματικό κοινωνικό βάθος που θα του επέτρεπε να κινηθεί ηγεμονικά στην ελληνική πολιτική σκηνή. Κατ’ αρχάς,διότι ο μαυρογιαλούρικος κρατισμός τουΣΥΡΙΖΑ, και η διαρκής κατάρρευση της Ελλάδας σε όλους τους διεθνεῖςδείκτες ανταγωνιστικότητας, έχουν δημιουργήσει μία ισχυρότατη ιδεολογικήυπεροχή των αντικρατικιστικών δυνάμεων· δεύτερον, διότι, καιστο επίπεδο των προβλημάτων που σχετίζονται με τα εθνικά θέματα (Σκόπια,Τουρκία, μεταναστευτικό), αντιπροσωπεύουν μια καταφανώς μειοδοτικότερη εκδοχήαπό τη Νέα Δημοκρατία και τη νέα κυβέρνηση· και τρίτον,διότι η σχετική υπεροχή του σε ένα τμήμα των λαϊκών στρωμάτων αποτελούσεσυνέπεια της παρουσίας του στον κυβερνητικό θώκο και της επιβίωσης εν μέρειτων παλαιών πολιτικών αφηγήσεων εμφυλιοπολεμικού χαρακτήρα· και πλέονδεν ανταποκρίνονται σε κάποια ενεργό κοινωνική αντιπαράθεση. Το γεγονός ότι,στο εγγυημένο κοινωνικό εισόδημα, στο αφορολόγητο και στα διάφορα κοινωνικάεπιδόματα, η Νέα Δημοκρατία ακολουθεί τουλάχιστον ανάλογη πολιτική με τονΣΥΡΙΖΑ, αφαιρεί κάθε δυνατότητα αντιπροσώπευσης των λαϊκών στρωμάτων,τουλάχιστον για μια ορισμένη, σημαντική, χρονική περίοδο( ἀπ΄πο τον ΣΥΡΙΖΑ).

Ποια είναιτα κοινωνικά στρώματα και ομάδες στις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να εξακολουθεί ναδιαθέτει μία σημαντική επιρροή και να εκπροσωπεί λίγο-πολύ τα συμφέροντάτους; Πρώτον, ένα τμήμα τωνολιγαρχών που ήταν άμεσα συνδεδεμένοι με τις κρατικές προμήθειες και τα ΜΜΕ– τους περιβόητους «νταβατζήδες», με τους οποίους είχε επιχειρήσει να έρθει σεαντιπαράθεση ανεπιτυχώς ο Κώστας Καραμανλής. Ένα μεγάλο μέρος τους, όμως, λόγωτης απώλειας της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ, θα προσανατολιστεί προς τους νέουςδιαχειριστές του κρατικού κορβανά. Δεύτερο, ένα μέρος των δημοσίων υπαλλήλων που θα πληγούν απότις διαδικασίες των μετατάξεων και της αξιολόγησης, καθώς και των συνδικαλιστώντων ΔΕΚΟ, ιδιαίτερα της ΔΕΗ, των οποίων η ισχύς θα πληγεί, με τιςιδιωτικοποιήσεις και τις μειώσεις των απολαβών τους. Σημαντικό ρόλο θαδιαδραματίσουν εδώ οι εκπαιδευτικοί, ιδιαίτερα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,που είχαν εθιστεί σε ένα καθεστώς μειωμένων αποδόσεων και ευθυνών, ενώ είχανδιαποτιστεί από εθνομηδενιστικές και αποδομητικές αντιλήψεις. Τρίτον,ένα σημαντικό τμήμα της διανόησης καιτων καλλιτεχνών, στα πανεπιστήμια, στα ιδρύματα και στα ΜΜΕ, ο ρόλος τωνοποίων πιθανά θα υποβαθμιστεί εξ αιτίας της ανόδου των τεχνοκρατικών μεσαίωνστρωμάτων, ενώ κάποιοι από αυτούς θα πληγούν, σε βάθος χρόνου, από τη μείωσητης ιδεολογικής τους ισχύος και εξουσίας. Μαζί τους, ως ο δυναμικός βραχίοναςτων αντιδράσεων, οι δεκάδες χιλιάδες αμειβόμενοι των ΜΚΟ, σε συνέργεια καισυνεπαφή με ένα μεγάλο κομμάτι παρασιτικών στρωμάτων των μεγάλων πόλεων,εκφραστών των πιο ακραίων παγκοσμιοποιητικών, δικαιωματιστικών καιεθνομηδενιστικών αντιλήψεων, μαζί με κάποια τμήματα της φοιτητικής νεολαίας.

Αυτές οικοινωνικές ομάδες και κατηγορίες προφανώς δεν είναι αμελητέες, δεν αρκούν όμως για να αποτελέσουν έναισχυρό κοινωνικό υπόστρωμα που να αντιστοιχεί στην πολιτική τους υπεραντιπροσώπευση στοκοινοβούλιο, μέσω του ΣΥΡΙΖΑ, του ΜέΡΑ25 και εν μέρει του ΚΙΝΑΛ.  Κατάσυνέπεια, οι ευσεβείς πόθοι για τη μεταβολή του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα νέο ΠΑΣΟΚ δενέχουν πραγματική βάση. Οι κοινωνικές δυνάμεις τις οποίες εκπροσωπούνείναι εξαιρετικά ισχνές για να μπορούν να επιτύχουν τα…. 170 χιλιάδες μέλη (απότις 20-30 χιλιάδες που είναι σήμερα), που ονειρεύεται ο Τσίπρας, και τη μόνιμηκαι σταθερή επιβίωση του ΣΥΡΙΖΑ ως ενός δευτέρου πόλου του πολιτικούσυστήματος, λίγο πολύ ισότιμου με το «σύστημα Μητσοτάκης».

Αντίθετα, ηισχνότητα αυτών των κοινωνικών δυνάμεων κινδυνεύει να σπρώξει τον ΣΥΡΙΖΑ στηνταύτιση με σχετικά μικρές κοινωνικές ομάδες, που αναπόφευκτα θα αντιδράσουνστις ιδιωτικοποιήσεις και κυρίως στο σύνθημα «νόμος και τάξη» της κυβέρνησης,στη κατάργηση του ασύλου, στη «διευθέτηση» των Εξαρχείων, των διαμαρτυρόμενωνμεταναστών κ.ο.κ. Και μια τέτοια συμπόρευση με δυνάμεις μειοψηφικές κινδυνεύεινα συρρικνώσει ακόμη περισσότερο την κοινωνική βάση του ΣΥΡΙΖΑ και ναχαντακώσει οριστικά την απόπειρα της πασοκοποίησής του και της ενσωμάτωσης τουΚΙΝΑΛ. Πόσο μάλλον εάν οξυνθούν και οι αντιπαραθέσεις στα εθνικά θέματα, όπου οΣΥΡΙΖΑ έχει μία παραδοσιακά ενδοτική πολιτική και δεν είναι δυνατόν να ενδυθείκάποια πατριωτική λεοντή. Θα εμφανίζεται λοιπόν ως πολιτικός «γίγας» και ωςκοινωνικός «νάνος» για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρις ότου, είτε άμεσα από τηκοινωνία είτε μέσα από το πολιτικό σύστημα, είτε και τα δύο μαζί, θααναδειχθούν νέες πολιτικές δυνάμεις που θα επιχειρήσουν να εγγραφούν στη νέαιστορική περίοδο ως φορείς μιας αυθεντικά πατριωτικής εγχώριας εκδοχής τουεκσυγχρονισμού, και να δημιουργήσουν ένα νέο κοινωνικό μπλοκ ενσωματώνοντας ταλαϊκά στρώματα της πόλης και της περιφέρειας.





                                 Μια νέαιστορική εποχή

Όλα ταπαραπάνω σημαίνουν πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν μπορεί να καλύψει ολόκληρο τοπεδίο της ελληνικής πολιτικής και ιδεολογικής πραγματικότητας. Όσο και αν διαθέτει ένα πραγματικόmomentum –που της προσέφερε η καθυστερημένη επανεισαγωγή των ιδεολογικών κοινώντόπων της μεταπολίτευσης, τους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε, αποτυχαίνονταςοικτρά, να ξαναζεστάνει–, η νέα εποχήαπαιτεί την ύπαρξη κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων έξω από το παρόν πολιτικόκαι ιδεολογικό σύστημα

Εν τέλει,λοιπόν, μέσα από οδύνες ανατροπών, που κράτησαν κυριολεκτικά δεκαετίες, ηΕλλάδα μπαίνει στη νέα ιστορική εποχή, που ακολουθεί τη μεταπολίτευση, έχονταςχάσει έναν δεκαετή οικονομικό πόλεμο. Συνεπώς, αυτή η νέα εποχή ενδύεται αναγκαστικά τα χαρακτηριστικά της ανοικοδόμησης,την οποία και θέλει να εκπροσωπήσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Εν τούτοις,το αίτημα της «ανοικοδόμησης», μόνο του, δεν αρκεί για να απαντήσει στοβαθύτερο αίτημα της αναστροφής της παρακμής του ελληνισμού, που σοβεί εδώ καιδεκαετίες, και εκεί θα κριθεί σε βάθος χρόνου και η κυβέρνηση Μητσοτάκη και οιεπόμενες ελληνικές κυβερνήσεις. Και το αίτημα αυτό, μαζί με τις κοινωνικές τουαντιστοιχίσεις, θα αναδυθεί αναπόφευκτα, τουλάχιστονμεσοπρόθεσμα.

Εισήλθαμε στην εποχή της μεγάλης μάχης για τηνεπιβίωση του ελληνισμού και αυτό απαιτεί μια μεγάλη εθνική και λαϊκήκινητοποίηση, πρωτοφανών διαστάσεων, στη διάρκεια την οποίας θα πρέπει νααντιστοιχηθεί η πολιτική διαδικασία και το οραματικό πρόταγμα.

Εάν, αμέσωςμετά την κατάρρευση του παλαιού συστήματος και την απαρχή της εποχής τωνμνημονίων, πολλοί ήλπιζαν ότι θα μπορούσε να ανοίξει άμεσα η νέα ιστορικήεποχή, με επικεφαλής τα θύματα τηςκρίσης, απεδείχθη ότι τα τελευταία δεν διέθεταν το κοινωνικό και ιδεολογικόυπόβαθρο για κάτι τέτοιο. Αντίθετα, ηαπάντηση έμελλε να έρθει από δυνάμεις εντός του πολιτικού συστήματος, που επωμίστηκαν το αίτημα τηςμετάβασης σε μια νέα ιστορική εποχή. Άραγε, το ίδιο δεν είχε συμβεί το 1974 μετον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας; Η μεγάληδιαφορά, είναι πως, τότε, την ιδεολογική ηγεμονία την είχαν οι δυνάμεις τηςΑριστεράς και της Κεντροαριστεράς. Σήμερα, την ηγεμονία την έχουν οι δυνάμειςτης Δεξιάς και του εκσυγχρονιστικού Κέντρου, ηγεμονία την οποία οικοδόμησαν,μέσα από την απόρριψη, ακριβώς, της ηγεμονίας των πρώτων· μιας ηγεμονίας(ταῆςἈριστερᾶς) που σημάδεψε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική περίοδο και κατέληξε σε μιαγκροτέσκα φάρσα, την οποία οι ζωντανές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίαςεπιθυμούν διακαώς να αφήσουν οριστικά πίσω τους. Το ζήτημα είναι, και αυτό θα κριθεί τα επόμενα χρόνια, να υπάρξει καιμια άλλη πολιτική και κοινωνική δύναμη που θα δώσει το πραγματικό τηςπεριεχόμενο σε αυτή τη μεγάλη ανορθωτική επανάσταση. Διακόσια χρόνια μετά τηνεπανάσταση του 1821. «Σχέδιο 21», λοιπόν.