Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019

Μνήμη Γεωργίου Σεφέρη


           
Στις 20 Σεπτεμβρίου 1971 έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος μας ποιητής Γιώργος Σεφέρης (1900-1971), που πρώτος αυτός από τους Έλληνες τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ, εκείνο της λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στα Βουρλά της Σμύρνης, αλλά κατάγεται από την οικογένεια του πατέρα του Στυλιανού Σεφεριάδη κι από τη γενιά της εκ μητρός γιαγιάς του (το γένος Πεστεμαντζόγλου που μετατράπηκε μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών σε Πεσματζόγλου) από την Καππαδοκία (κυρίως από τη Μουταλάσκη και από την Καισάρεια), ενώ από τη γενιά του πατέρα της μάνας του το γένος Τενεκίδη, ο Γιώργος Σεφέρης έλκει την καταγωγή του από το νησί της Νάξου.

Ο εκ πατρός προπάππος του Σεφέρη ονομαζόταν Σεφέρ Αγινάν Μπεήογλου (που σημαίνει "Σεφέρ Τελεταρχόπουλος"). Το όνομα του Καππαδόκη προπάππου του Σεφέρ (είναι λέξη αραβικής προέλευσης και σημαίνει «ταξίδι» και «εκστρατεία», εξ ου και η γνωστή λέξη «σαφάρι») χρησιμοποίησε ο μεγάλος μας ποιητής, προσθέτοντας την κατάληψη «-ης» (Σεφέρης).

Έτσι, δεν έγινε τυχαία το ταξίδι του Γιώργου Σεφέρη στην Καππαδοκία τον μήνα Ιούλιο του έτους 1950,  δηλαδή πριν ακόμη ο ελληνισμός και ο τουρισμός «ανακαλύψουν» την Καππαδοκία. Ήταν μια επιστροφή στα προγονικά εδάφη.  Κι έτσι εξηγούνται εν πολλοίς τα αυθεντικά συναισθήματα, η κατάθεση ψυχής κι η γνήσια συγκίνηση που αποπνέει το σχετικό με το ταξίδι στην Καππαδοκία κείμενο του μεγάλου μας ποιητή: «Τρεις μέρες στα πετροκομμένα μοναστήρια της Καππαδοκίας». Είναι η ψυχική γονυκλισία, ενός ανθρώπου που επιστρέφει στα πατρογονικά χώματα των αλησμόνητων πατρίδων.

Γράφει, μεταξύ άλλων, ο μεγάλος μας ποιητής κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Καππαδοκία (Γιώργος Σεφέρης: "Δοκιμές", δεύτερος τόμος (1948-1971), εκδόσεις Ίκαρος, 2003, σελίδες 57-93):

 «Όταν καθήσεις, καθώς γέρνει ο ήλιος, στην ταράτσα του Ισμαήλ, και κοιτάξεις γύρω σου τους τόνους του φωτός να γλιστρούν πάνω στα μονόπετρα, έχεις την εντύπωση πως το τοπίο ολόκληρο πιάνει έναν ακίνητο χορό, όπως στην Εκκλησιά των Σπαθιών οι χλαμύδες των Αποστόλων∙ πως σου μιλά μ’ έναν «αλάλητο στεναγμό». Πέρασες όλη τη μέρα, από την αυγή, προσπαθώντας να κάνεις τις αισθήσεις σου να χωρέσουν ό,τι δεν μπορούσαν να χωρέσουν σε τόσο μικρό διάστημα. Η μνήμη, ζαλισμένη, συνδυάζει σκορπισμένα μέλη και σχεδόν πονεί. Μόνο η όσφρηση κρατάει ακόμη την επίμονη μυρωδιά από λάδι και αγιοκέρι, που δεν εννοεί να ξεκολλήσει μέσα από τις άδειες εκκλησιές….
…Πρέπει να μπορεί κανείς να ζήσει με άνεση ένα διάστημα σ' αυτά τα μέρη. Να ιδεί και να ξαναϊδεί` ν' αργοπορήσει, να στοχαστεί και ν' αναμετρήσει` πρέπει να έχει κανείς τον τρόπο να παραβάλει και να κοιτάξει τι χάθηκε ανεπανόρθωτα και ό,τι μένει από τα καταπληκτικά τούτα αφιερώματα στο θεό ενός σβησμένου κόσμου. Κι αν τύχει και είναι Έλληνας, πρέπει να έχει τον πόθο να κοιτάξει από πιο κοντά τι χρωστάμε και τι δε χρωστάμε _ αλλά νομίζω ότι χρωστάμε πολλά_ στο σταυροδρόμι αυτής της Άκρης, που είναι συνάμα ένα ανυποψίαστο, για τους περισσότερους, χωνευτήρι ρευμάτων Ανατολής, Βοριά, Νοτιά και Δύσης. Πρέπει να ιδεί αυτό που λέμε ελληνική παράδοση, εν κινήσει, όπου το μικρό και το λησμονημένο μπορεί να έχει την ίδια σημασία με τα απαρασάλευτα μνημεία τέχνης...
…Στο Βυζάντιο, όπως και στην αρχαία Ελλάδα, υπάρχουν τόσα πράγματα που δεν τα υποψιαζόμαστε, που τα νομίζουμε αλλόψυχα, γιατί πιστεύουμε ελληνικό οι περισσότεροι _αλίμονο, ακόμη_ ό,τι φαίνεται από την Ακαδημία ή την πλατεία του Συντάγματος. Το συλλογίζεται κανείς αυτό, επίπονα, σε τούτες τις παρυφές.".

Αιωνία η μνήμη του Μεγάλου μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη.

Νικόλαος Γ. Ιντζεσίλογλου