Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

Alan Wakefield: Χριστούγεννα στα χαρακώματα – Η εκεχειρία του 1914


Alan Wakefield

Χριστούγεννα στα χαρακώματα – Η εκεχειρία του 1914

Απευθύνοντας προς τη Στρατιά, που μάχεται στη Γαλλία, τις θερμότερες και από βάθους καρδίας ευχές για τα Χριστούγεννα και το Νέον Έτος, σπεύδω να εκφράσω για πολλοστή φορά τον θαυμασμό, τον οποίον μου εμπνέει η αξία και η αντοχή που έχει επιδείξει σε ολόκληρη αυτή την εκστρατεία. Ταυτόχρονα, την διαβεβαιώ πως το γεγονός ότι άσκησα τη διοίκηση τόσο αξιοθαύμαστων στρατευμάτων στο πεδίο των μαχών, θα αποτελεί εφεξής την πλέον περήφανη ανάμνηση της ζωής μου.
[Ημερήσια διαταγή του στρατηγού Sir John French, διοικητή του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, 25 Δεκεμβρίου 1914].

Η εκεχειρία των Χριστουγέννων του 1914 στο Δυτικό Μέτωπο αποτελεί ένα από τα γνωστότερα επεισόδια της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Παρότι υπολογίζεται πως κατά κύριο λόγο, το φαινόμενο αφορούσε Βρετανούς και Γερμανούς στρατιώτες της πρώτης γραμμής, σε αυτό αναμίχθηκε τελικά και περιορισμένος αριθμός Γάλλων και Βέλγων. Μεταξύ των 30.000, περίπου, Βρετανών αξιωματικών και οπλιτών, οι οποίοι έλαβαν μέρος στη συγκυριακή αυτή συμφιλίωση, συγκαταλέγονταν και Ινδοί (2/3rd Gurkha Rifles και 39th Garhwal Regiment, υπαγόμενο στην 7η Μεραρχία Meerut), οι οποίοι είχαν αποσταλεί από τον Οκτώβριο του 1914 στη Γαλλία προς ενίσχυση του ευρισκομένου εκεί Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος (British Expeditionnary Force).¹ Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης ότι οι ταυτοποιηθείσες Γερμανικές μονάδες, οι οποίες, από τη δική τους πλευρά ενεπλάκησαν στην όλη υπόθεση, προέρχονταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από τη Βαυαρία και τη Σαξωνία κι όχι από την Πρωσία. Μέχρι το πέρας του πολέμου, οι Βρετανοί ήταν πεπεισμένοι πως, εμπλεκόμενες σε έναν στατικό πόλεμο χαρακωμάτων, οι μη πρωσικές μονάδες του Γερμανικού Στρατού ήταν ψυχολογικά προετοιμασμένες να υποβαθμίσουν την ένταση των συγκρούσεων με τον αντίπαλο. Το παρόν άρθρο προσεγγίζει τις παραμέτρους εκείνες, που οδήγησαν στην εκεχειρία των Χριστουγέννων, περιγράφοντας τις πτυχές της αναπάντεχης συμφιλίωσης και τις συνέπειες της τελευταίας ως προς τη διεξαγωγή της αμέσως επόμενης φάσης του πολέμου. Αξιολογείται, επίσης, η δεσπόζουσα θέση, την οποία καταλαμβάνει στην όλη μυθολογία της εκεχειρίας το επεισόδιο της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης μεταξύ των αντιπάλων.

Η γραμμή του μετώπου στη Δυτική Ευρώπη τον Δεκέμβριο του 1914.

Περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 1914, το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα έλεγχε μια γραμμή μήκους 30 μιλίων (48 χλμ.), η οποία εκετεινόταν από το St. Eloi, νοτίως της Βελγικής πόλης Ypres, έως το Givenchy-en-Gohelle, εντός του εδάφους της Γαλλίας. Μεγάλο τμήμα από τον συγκεκριμένο τομέα του μετώπου ήταν πεδινό και βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από ένα εκτεταμένο δίκτυο αρδευτικών τάφρων και χειμάρρων, που το προστάτευαν από πλημμύρες. Δυστυχώς για τα στρατεύματα, τα οποία στάθμευαν εκεί, η δραστηριότητα του πυροβολικού σε συνδυασμό με την κατασκευή χαρακωμάτων, αχρήστευσε σε μεγάλο ποσοστό τη λειτουργία του όλου δικτύου. Με την έλευση του χειμώνα, η περιοχή μετατράπηκε σε έναν απέραντο βάλτο. Πρόχειρα κατασκευασμένα χαρακώματα, που το 1914 μόλις που υπερτερούσαν των κοινών τάφρων, προσέφεραν ελάχιστες ανέσεις στους στρατιώτες της πρώτης γραμμής. Ο υπολοχαγός Wilbert Spencer (2nd Wiltshires) έγραφε προς τους δικούς του πίσω στην πατρίδα στις 23 Δεκεμβρίου:
Μόλις επέστρεψα έπειτα από δυο μερόνυκτα παραμονής στα χαρακώματα. Αναρωτιέμαι κατά πόσο ο κόσμος γνωρίζει ποια είναι η πραγματική κατάσταση εκεί. Στις εφημερίδες διαβάζουμε πως διανέμεται εν αφθονία ζεστή σούπα, ανάβονται και διατηρούνται υπέροχες φωτιές κ.ο.κ. Στην πραγματικότητα υπάρχουν σημεία, όπου η λάσπη φτάνει μέχρι τα γόνατα. Δεν υπερβάλλω ως προς αυτό. Πιο συχνά ξεπερνά τους αστραγάλους. Η πρώτη νύκτα ήταν απαίσια. Δεν υπήρχε μέρος για να προστατευθεί κανείς. Είναι αξιοθαύμαστο το πως οι Tommies [χαρακτηρισμός των Βρετανών στρατιωτών] εξακολουθούν να στέκονται όρθιοι κάτω από τέτοιες συνθήκες…Θα άξιζε να μας βλέπατε σε ποια κατάσταση επιστρέψαμε στα μετόπισθεν, βουτηγμένοι στη λάσπη από πάνω έως κάτω, αξιοθρήνητοι και κουβαλώντας τον βαρύ οπλισμό μας. Ωστόσο, ούτε ένας από εμάς δεν έχει πτοηθεί.²
Η εκατέρωθεν προσπάθεια να προστατευθούν τα χαρακώματα από κατάρρευση και πλημμύρα είχε ως φυσιολογικό αποτέλεσμα να εξασθενίσει ο ρυθμός και η ένταση των ενόπλων αντιπαραθέσεων. Σε ορισμένους τομείς μάλιστα, διαμείφθηκαν αυτοσχέδιες, μικρής διάρκειας, εκεχειρίες, που επέτρεψαν στις αντιμαχόμενες πλευρές να εργάζονται ακάλυπτες υπό το φως της ημέρας, προκειμένου να μπορέσουν οι ζημιές να αποκατασταθούν. Επιπρόσθετα, υπήρξε μέριμνα ούτως ώστε να μην βάλλονται ως στόχοι όσοι μετέφεραν τα συσσίτια, αλλά και να αποφεύγεται η ανταλλαγή πυρών την ώρα του φαγητού. Είναι βέβαιο πως τέτοιου είδους καταστάσεις συνέβαλαν τα μέγιστα στη βελτίωση του κλίματος όπως επίσης και σε μια θετικότερη πρόσληψη της εικόνας του αντιπάλου.
Έως το βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου, ο καιρός ήταν σε γενικές γραμμές βροχερός. Ωστόσο, μια απότομη πτώση της θερμοκρασίας είχε ως αποτέλεσμα να παγώσει το έδαφος, κάτι που κατέστησε ευκολότερη τη διάβαση της νεκρής ζώνης την επομένη ημέρα. Καθώς έπεφτε το σκοτάδι τη συγκεκριμένη εκείνη παραμονή των Χριστουγέννων, οι Βρετανοί σκοποί διέκριναν μια ασυνήθιστη κινητικότητα στα απέναντι Γερμανικά χαρακώματα.


Η παραμονή των Χριστουγέννων στα Γερμανικά χαρακώματα.

Ο ταγματάρχης J. Q. Henriques (1/16th Londons), αναφέρει χαρακτηριστικά στο ημερολόγιό του πως:
Με την έλευση του σκότους έκαναν την εμφάνισή τους φώτα στις απέναντι γραμμές. Αρχικά, οι δικοί μας άρχισαν να πυροβολούν εναντίον τους, με αποτέλεσμα οι Γερμανοί να τα σβήσουν. Με την πάροδο του χρόνου, οι πυροβολισμοί σταμάτησαν. Η μυστηριώδης σιγή, η οποία ακολούθησε, μας ανησύχησε και μας κατέστησε άπαντες ιδιαίτερα επιφυλακτικούς, καθώς σχηματίσαμε την εντύπωση πως κάποιο τέχνασμα βρισκόταν σε εξέλιξη. Τα φώτα επανήλθαν και πολύ γρήγορα η γραμμή φωταγωγήθηκε στο σύνολό της. Εικάζω ότι είχαν κρεμάσει φανάρια πάνω σε ψηλούς ιστούς και τα είχαν τοποθετήσει τόσο μέσα στα χαρακώματα όσο και έξω από αυτά. Στη συνέχεια άρχισαν να τραγουδούν…καταλήγοντας με το πατριωτικό άσμα Wacht am Rhein, τον Γερμανικό και τον Αυστριακό εθνικό ύμνο. Τραγουδούσαν όμορφα και η εντύπωση που προκάλεσαν ήταν παράξενη στο έπακρο. Τότε ακριβώς άρχισαν να εκστομίζουν συνθήματα με αποδέκτες εμάς τους ιδίους, στα οποία απαντήσαμε με τη σειρά μας. Δεν μπορούσα, ωστόσο, να ακούσω ευδιάκριτα το περιεχόμενό τους. Εκείνη την παραμονή των Χριστουγέννων, ο καθένας από εμάς αναπολούσε την πατρίδα του. Στο νου μας κυριαρχούσε η νοσταλγία και η σκέψη των δικών μας ανθρώπων. Η νύκτα πέρασε δίχως να ακουστεί ούτε ένας πυροβολισμός. Παραταύτα, οι σκοποί βρίσκονταν σε διαρκή επαγρύπνηση και ομολογώ πως αυτή η ασυνήθιστη σιγή με έκανε να αισθάνομαι κάπως άβολα
Γεγονός είναι πως με την καθιέρωση φιλικών σχέσεων, το σκηνικό είχε στηθεί επιτρέποντας στους πιο τολμηρούς κάθε πλευράς να προχωρήσουν την εκεχειρία ένα βήμα παραπέρα. Ο τυφεκιοφόρος Jack Chappel (1/5th Londons), συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες των απίστευτων γεγονότων της επομένης:
Ανήμερα Χριστούγεννα, οι Γερμανοί μας φώναξαν πως σε περίπτωση κατάπαυσης του πυρός εκ μέρους μας ήταν διατεθειμένοι να μας μιμηθούν. Αυτό ακριβώς πράξαμε, όταν, εκατέρωθεν των χαρακωμάτων, στρατιώτες άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους αισθητή και να κινούνται οι μεν προς την κατεύθυνση των δε. Δυο Γερμανοί πλησίασαν άοπλοι τις γραμμές μας και δικοί μας άνδρες ανταποκρίθηκαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Συναντήθηκαν περίπου στο μέσο και αντάλλαξαν χειραψία, τσιγάρα και πούρα καθώς και άλλου είδους αναμνηστικά. Πολύ σύντομα η νεκρή ζώνη γέμισε από κόσμο. O Russel συστήθηκε σε έναν κουρέα ονόματι Liddle. Ένας άλλος Γερμανός τον ρώτησε σε καλά αγγλικά εάν επιθυμούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ο Russel τον ρώτησε ποιος ήταν ο τόπος διαμονής του κι εκείνος απάντησε πως ήταν το Λονδίνο, το οποίο ήλπιζε να επισκεφθεί σύντομα. Βρετανοί και Γερμανοί έθαψαν ακολούθως τους νεκρούς τους, οι σοροί των οποίων είχαν εγκαταληφθεί στη νεκρή ζώνη. Κατόπιν τούτου, οι Γερμανοί διατάχθηκαν από τους αξιωματικούς τους να επιστρέψουν στα χαρακώματά τους. Αμφότερες οι πλευρές συνέχισαν να επιδεικνύονται άφοβα η μια στην άλλη και να ανταλάσσουν από μακριά φιλικές κουβέντες. Ολόκληρη την ημέρα δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός παρόλο που έφθανε στα αυτιά μας ο απόηχος μακρυνών πυρών. Το πυροβολικό δεν είχε πάψει να αλληλοβομβαρδίζεται πάνω από τα κεφάλια μας.
Η αναφορά του Chappel στη δραστηριότητα του πυροβολικού σε γειτονικούς τομείς του μετώπου, αποδεικνύει πως η εκεχειρία των Χριστουγέννων δεν αποτελούσε ένα γενικευμένο φαινόμενο. Την ίδια μέρα, υπολογίζεται ότι 81 Βρετανοί στρατιώτες είχαν χάσει τη ζωή τους.

Η εκεχειρία των Χριστουγέννων στη μεγάλη οθόνη

Oh! What A Lovely War [1969]
Joyeux Noel [2005]
Η ανταλλαγή εδεσμάτων, ποτών και καπνού κυριάρχησε στην επικοινωνία μεταξύ των δυο πλευρών. Ανταλλάχθηκαν επίσης ενθύμια, όπως κουμπιά και σφαίρες. Σε ορισμένους τομείς (είναι η περίπτωση της οδού μεταξύ Sailly και Fromelles καθώς και εκείνη του Petillon, όπου στις 18 και 19 Δεκεμβρίου η 20ή Βρετανική Ταξιαρχία είχε εξαπολύσει επίθεση καταγράφοντας σημαντικές απώλειες) έλαβε χώρα η ταφή των νεκρών με την ενεργό συμμετοχή αμφοτέρων. Αλλού, στρατιώτες της μιας πλευράς επισκέφθηκαν τα χαρακώματα της άλλης, για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι τις συνθήκες διαβίωσης του αντιπάλου. Κοντά στο χωριό Neuve Chapelle, ο σκαπανέας J Davey (2nd Field Company, Royal Engineers), περιέγραψε τον τρόπο, με τον οποίο Άγγλοι, Ιρλανδοί και Γερμανοί στρατιώτες επιδόθηκαν από κοινού στο κυνήγι ενός λαγού πέριξ της νεκρής ζώνης πετώντας πέτρες, με την ελπίδα να δουν το ζώο να καταλήγει κάποια στιγμή στη χύτρα.
Μεταξύ των πολλαπλών μαρτυριών, σχετικών με την εκεχειρία των Χριστουγέννων, λιγοστές είναι εκείνες που αναφέρονται σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση στη μυθολογία γύρω από το υπό πραγμάτευση φαινόμενο. Πρόκειται για τη διεξαγωγή αγώνα ποδοσφαίρου μεταξύ Βρετανών και Γερμανών στρατιωτών. Στις επίσημες αναφορές, συμπεριλαμβανομένων των ημερολογίων των μονάδων εκείνων που συμμετείχαν ενεργά στην εκεχειρία των Χριστουγέννων, δεν γίνεται σχεδόν καθόλου μνεία για κάτι ανάλογο. Σε προσωπικές γραπτές μαρτυρίες Βρετανών στρατιωτών, γίνεται, πράγματι, αναφορά σε αγώνες ποδοσφαίρου, μεταξύ, όμως, ατόμων, τα οποία ανήκαν στην ίδια μονάδα. Ενδεικτική είναι η επιστολή του οπλίτη William Farnden (3rd Rifle Brigade), η οποία δημοσιεύτηκε στις 15 Ιανουαρίου 1915 στην εφήμερίδα Chelmsford Chronicle και ανέφερε πως: Βρισκόμασταν έξω από τα χαρακώματα συντροφιά με τους Γερμανούς, με τους οποίους τραγουδήσαμε και χορέψαμε, όταν δυο δικές μας ομάδες επιδόθηκαν σε αγώνα ποδοσφαίρου.⁵ Σε άλλες επιστολές, ημερολόγια και αναμνήσεις γίνεται λόγος για προτάσεις που υποβλήθηκαν με σκοπό τη διοργάνωση ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ Βρετανών και Γερμανών, οι οποίες, ωστόσο, δεν καρποφόρησαν. Σε πολλές περιπτώσεις αιτία ήταν η απουσία της κυρίας παραμέτρου, δηλαδή της ίδιας της μπάλας. Άλλες φορές το εγχείρημα προσέκρουσε στην αδυναμία ανεύρεσης κατάλληλου χώρου, στην απαγόρευση διεξαγωγής από τη στρατιωτική διοίκηση κλπ.. Τέλος, σε μια περίπτωση, ο αγώνας δεν κατάφερε να ξεκινήσει, καθώς την ίδια ακριβώς στιγμή ξέσπασε ανταλλαγή πυρών πυροβολικού.⁶


Η εξιδανίκευση της ποδοσφαιρικής αναμέτρησης σε σκαρίφημα της εποχής.

Παραταύτα, υπάρχουν απτές αποδείξεις περί τέλεσης αγώνων μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών σε δυο τομείς του μετώπου (Frelinghien και Wulverghem). Ως προς τον πρώτο, υπάρχουν καταγεγραμμένες μαρτυρίες από δυο Γερμανούς αξιωματικούς. Πρόκειται για τους υπολοχαγούς Johannes Niemann και Hugo Klemm. Αμφότεροι υπηρετούσαν στο 133ο Σύνταγμα Πεζικού της Σαξωνίας. Περιγράφουν αναμέτρηση με Σκωτσέζους, φέροντες το χαρακτηριστικό κιλτ (φούστα), και νικητές τους Γερμανούς με σκορ 3-2. Πρόσφατα ανακαλύφθηκε μια αναμνηστική κάρτα ενός τρίτου στρατιώτη της ιδίας μονάδας, όπου επίσης γίνεται μνεία περί ποδοσφαιρικής αναμέτρησης. Με δεδομένη την ακριβή τοποθεσία των χαρακωμάτων του 133 Σ/Π και την αναφορά σε αντιπάλους φέροντες σκωτσέζικη αμφίεση, δεν μπορεί παρά να πρόκειται για το 2ο Argyll and Sutherland Highlanders Σύνταγμα, τη μόνη σχετική μονάδα της 19ης Βρετανικής Ταξιαρχίας, η οποία ήταν επιφορτισμένη με την προστασία του συγκεκριμένου τομέα του μετώπου. Όσο για τη δεύτερη περίπτωση (Wulverghem), την φορά αυτή οι πληροφορίες προέρχονται από το Βρετανικό στρατόπεδο. Στο φύλο της 31ης Δεκεμβρίου 1914 της εφημερίδας Newcastle Evening Mail, δημοσιεύτηκε μια συνέντευξη του δεκανέα Frank Naden (6th Cheshires).Έκανε λόγο για ποδοσφαιρική αναμέτρηση ανδρών της μονάδας του με αντιπάλους Γερμανούς στρατιώτες. Πολλά χρόνια αργότερα, ο υπέργηρος, πλέον, Ernie Williams, ο οποίος είχε υπηρετήσει στην ίδια μονάδα, επιβεβαίωσε την πληροφορία συμμετέχοντας σε τηλεοπτική εκπομπή με κεντρικό θέμα την εκεχειρία των Χριστουγέννων. Επιπλέον στοιχεία είδαν το φως το 2014, οπότε ανακαλύφθηκε μια ιδιωτική επιστολή με συντάκτη τον λοχία Albert Wyatt (1st Norfolks). Γίνεται αναφορά στο ίδιο ακριβώς περιστατικό, καθώς η μονάδα του Wyatt μοιραζόταν το ίδιο χαράκωμα με εκείνη των προαναφερθέντων συναδέλφων του. Συνεπάγεται πως οι Naden, Williams και Wyatt υπήρξαν, άπαντες, μάρτυρες της αναμέτρησης, η οποία έλαβε χώρα ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1914. Παρά το γεγονός ότι, αποδεδειγμένα, οργανώθηκαν ποδοσφαιρικοί αγώνες μεταξύ Βρετανών και Γερμανών σε δυο, τουλάχιστον, διαφορετικά σημεία, η όλη υπόθεση αναγορεύτηκε σε κομβικό μύθο της εκεχειρίας των Χριστουγέννων. Στην πράξη, οι συγκεκριμένοι αγώνες δεν ξεπέρασαν το προκαταρκτικό στάδιο της απλής “κλωτσοπατινάδας” (kick abouts όπως χαρακτηριστικά τους βαπτίζει ο Ernie Williams) εμπλέκοντας, σε τελική ανάλυση, ελάχιστους από τους χιλιάδες στρατιώτες, οι οποίοι συμμετείχαν στην πρόσκαιρη συναδέλφωση του 1914.⁷


Andy Edwards, All Together Now. To γλυπτό τοποθετήθηκε το 2014 στον περίβολο του κατεστραμμένου από αεροπορικό βομβαρδισμό ναού St. Luke’s του Λίβερπουλ, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από την εκεχειρία των Χριστουγέννων.

Το χρονικό εύρος της εκεχειρίας ποικίλλει ανάλογα με τους διαφόρους τομείς του μετώπου. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπου οι αξιωματικοί διέταξαν την άμεση επάνοδο στα χαρακώματα. Αλλού, η συμφιλίωση συνεχίστηκε έως και τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων. Μάλιστα, σε επιστολή προς τη μητέρα του, ο υπολοχαγός Dougan Chater (2nd Gordon Highlanders), γνωστοποιεί ότι οι Γερμανοί, που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι από το τάγμα του, εισηγήθηκαν επανάληψη της εκεχειρίας ενόψει του Νέου Έτους, προκειμένου οι δυο πλευρές να διαπιστώσουν την ποιότητα των αναμνηστικών φωτογραφιών, οι οποίες είχαν τραβηχτεί μια εβδομάδα νωρίτερα.⁸ Πάντως, ανεξαρτήτως της διάρκειας της εκεχειρίας, οι περισσότερες από τις εμπλεκόμενες μονάδες υιοθέτησαν το αξίωμα “ζήσε και άφησε τους άλλους να ζήσουν”, αποφεύγοντας στο μέτρο του δυνατού τις μεταξύ τους συγκρούσεις μέχρι την απόσυρσή τους από την πρώτη γραμμή και την αντικατάστασή τους από ομόλογες, προερχόμενες από τα μετόπισθεν.
Καθώς η είδηση της αυτοσχέδιας εκεχειρίας έφτασε στην ανώτατη στρατιωτική ηγεσία αμφοτέρων των αντιμαχομένων, οι αντιδράσεις υπήρξαν ανάμικτες. Για παράδειγμα, αναφορές προερχόμενες από το στρατηγείο του 4ου Σώματος, το οποίο μεταξύ 22 και 31 Δεκεμβρίου είχε αναπτύξει επιχειρησιακή δραστηριότητα, αναφέρουν ότι δεν δόθηκε συνέχεια εκ μέρους της 8ης Μεραρχίας στα ανοίγματα των Γερμανών περί προσωρινής αναστολής των εχθροπραξιών την ημέρα των Χριστουγέννων. Την ίδια ακριβώς στιγμή, ο διοικητής της 7ης Μεραρχίας, στρατηγός Sir Thompson Capper, αποδέχτηκε την εκεχειρία της 25ης Δεκεμβρίου. Μάλιστα, επέκρινε τις μονάδες εκείνες, που ήταν έτοιμες να ξαναρχίσουν τις εχθροπραξίες μέσα στο επόμενο διήμερο. Σκοπός του ήταν η διασφάλιση πολύτιμου χρόνου για την ταφή των νεκρών και την απρόσκοπτη περάτωση των εργασιών συντήρησης στα χαρακώματα. Αρκεί η όποια πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση να τύγχανε προηγουμένως της έγκρισης της ανωτάτης διοίκησης.⁹
Ωστόσο, μόλις ολοκληρώθηκαν οι παραπάνω εκκρεμότητες, οι διοικητές των μονάδων συνειδητοποίησαν πως έπρεπε να επιστρέψουν το ταχύτερο δυνατό στην εμπόλεμη κατάσταση, προτού το αξιόμαχο των ανδρών προλάβει να υποστεί ανεπανόρθωτη φθορά. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, το Γερμανικό, στις 29 Δεκεμβρίου εκδόθηκε μια γενική διαταγή, η οποία δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες: οποιαδήποτε ενέργεια συναδέλφωσης με τον εχθρό χαρακτηριζόταν απερίφραστα ως πράξη εσχάτης προδοσίας. Οι υπόλογοι αντιμετώπιζαν την ποινή του θανάτου. Ήταν ο μόνος τρόπος, προκειμένου οι Γερμανοί στρατιώτες να αντιληφθούν τη σοβαρότητα της όλης κατάστασης. Από Βρετανικής πλευράς, οι αναφορές σε ενδεχόμενη επιβολή ποινών ήταν περισσότερο ασαφείς. Συγκεκριμένα, η 2η Στρατιά εξέδωσε σχετική διαταγή, όπου υπογραμμιζόταν πως οι ένοχοι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες, θα δικάζονταν από τα έκτακτα στρατοδικεία, ακριβώς έτσι όπως όριζε το καθεστώς του στρατιωτικού νόμου που βρισκόταν σε ισχύ. Ταυτόχρονα, η ανώτατη διοίκηση διέταξε έναρξη νέου γύρου εκτεταμένης δραστηριότητας του πυροβολικού κατά μήκος ολόκληρης της γραμμής του μετώπου, προκειμένου να επιταχυνθεί η ασφαλής επάνοδος στην παραδοσιακή επιχειρησιακή ετοιμότητα. Με τον τρόπο αυτό, όσοι υπέπεσαν σε πράξεις συναδέλφωσης με τον εχθρό, συνειδητοποίησαν πως η εκεχειρία δεν ήταν παρά μια σύντομη ανάπαυλα στο πλαίσιο ενός πολέμου, ο οποίος συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση και ρυθμό. Παραταύτα, υπήρξαν φορές, όπου επελέγη η καταφορά όσο το δυνατόν ηπιοτέρων κτυπημάτων σε βάρος των “φίλων”, οι οποίοι βρίσκονταν στην αντίπερα πλευρά της νεκρής ζώνης. Μεταξύ άλλων, πρόκειται για την περίπτωση του ανθυπολοχαγού Cyril Drummond (32nd Brigade, Royal Field Artillery), ο οποίος, σταλείς, στις 25 Δεκεμβρίου, ως προκεχωρημένος παρατηρητής πυροβολικού στα χαρακώματα του 2ου Τάγματος Τυφεκιοφόρων του Δουβλίνου (2nd Royal Dublin Fusiliers) βρέθηκε καταμεσίς της εκεχειρίας των Χριστουγέννων. Στον συγκεκριμένο τομέα του μετώπου η συναδέλφωση διήρκεσε επί μια εβδομάδα περίπου, έως ότου καταφτάσουν οι διαταγές περί επανέναρξης των εχθροπραξιών. Ο Drummond διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην όλη υπόθεση:
Έφτασαν διαταγές…σύμφωνα με τις οποίες το πυροβολικό έπρεπε να ανοίξει πυρ το επόμενο πρωί εναντίον ενός αγροκτήματος ακριβώς πίσω από τη γραμμή υποστήριξης των Γερμανών. Η δική μας συστοιχία καλείτο να διεκπεραιώσει δώδεκα βολές με ώρα έναρξης τις 11.00 π.μ.. Στην περίπτωση, η τύχη μας χαμογέλασε. Ο αξιωματικός, ο επιφορτισμένος με την ευθύνη ήμουν εγώ ο ίδιος. “Τι πρόκειται να πράξουμε;” ρώτησα τον Johnny Hawkesley. “Στις έντεκα θα πίνουν τον καφέ τους! Τους βλέπω να το πράττουν καθημερινά από το παρατηρητήριό μου”. “Πρέπει να ενεργήσουμε”, μου απάντησε εκείνος. “Γι αυτό, τράβα να μιλήσεις με τους Δουβλινέζους”. Πράγματι, συναντήθηκα με τον συνταγματάρχη Loveband, διοικητή της μονάδας. Αμέσως έστειλε κάποιον να ειδοποιήσει τους Γερμαναράδες. Την επομένη στις 11.00 εξαπέλυσα δώδεκα οβίδες των 18 κατά του αγροκτήματος. Φυσικά, το τελευταίο ήταν έρημο, καθώς όλοι είχαν φροντίσει να το εκκενώσουν εγκαίρως. Πάντως η ενέργεια αυτή είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί η εκεχειρία, στον δικό μας τομέα τουλάχιστον.¹º

Επιστολές στρατιωτών της πρώτης γραμμής, όπου περιγράφεται η εκεχειρία των Χριστουγέννων.

Από τα Βρετανικά ημερολόγια σε επίπεδο Στρατιάς, Σώματος Στρατού, Μεραρχίας και Ταξιαρχίας, διαφαίνεται πως ικανός αριθμός αξιωματικών καριέρας προβληματιζόταν για τις πιθανές συνέπειες της εκεχειρίας σε βάρος της δικής τους σταδιοδρομίας. Ως αντιστάθμισμα, σε πολλές αναφορές με αποδέκτες ανώτατους αξιωματικούς, υπογραμμίζεται η χρησιμότητα της πρόσκαιρης αναστολής των εχθροπραξιών ως χρυσή ευκαιρία για τη συλλογή πληροφοριών. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω περιγραφή, προερχόμενη από το 2ο Seaforth Highlanders, υπαγόμενο στη 10η Ταξιαρχία Πεζικού, προς τη διοίκηση της 4ης Μεραρχίας:
Χθες το βράδυ οι Γερμανοί έκαναν πολύ θόρυβο με τα τραγούδια και τις φωνές τους. Ορισμένοι από αυτούς, μάλιστα, πλησίασαν προς τις δικές μας γραμμές και μας κάλεσαν να συναντηθούμε. Δυο-τρεις δικοί μας ανταποκρίθηκαν. Βγήκαν από το χαράκωμά τους, μίλησαν με τους Γερμανούς και πλησίασαν στις απέναντι θέσεις. Διαπίστωσαν πως το αγρόκτημα της Ντουβ είχε καταληφθεί από μεγάλο αριθμό Γερμανών. Ορισμένοι από αυτούς έφεραν το χαρακτηριστικό μυτερό κράνος [picklehaube], οι περισσότεροι φορούσαν πηλίκιο ή το πρόσωπό τους ήταν τυλιγμένο με μάλλινη κουκούλα. Ο αριθμός του Συντάγματος, έτσι όπως φάνταζε στην επωμίδα της στολής τους, ήταν 10 και 25. Σήμερα το πρωί, πολλοί ήσαν αυτοί που πλησίασαν στο χαράκωμά μας. Τους φωνάξαμε να απομακρυνθούν, ειδάλλως θα ανοίγαμε πυρ. Οι αριθμοί στις στολές και στα πηλίκιά τους ήταν 7, 134 και 10. Κανείς τους δεν φορούσε κράνος. Δεν υπάρχει συρματόπλεγμα που να παρεμβάλλεται και τη θέση του οποίου να μην έχουμε εντοπίσει επακριβώς. Ουδεμία ανταλλαγή πυρών σήμερα. Χθες τη νύκτα, το Μηχανικό μας τοποθέτησε νέα σειρά από συρματοπλέγματα στην αριστερή πλευρά, επωφελούμενο από την ομίχλη.¹¹
Πέραν από την ταυτοποίηση των Γερμανικών Συνταγμάτων, υπήρχαν περιγραφές σχετικές με την ηλικία και την εκ πρώτης όψεως φυσική κατάσταση του αντιπάλου καθώς και εκτιμήσεις για το ανθρώπινο δυναμικό των μονάδων που στελέχωναν την πρώτη γραμμή. Σε ορισμένα σημεία, Βρετανοί αξιωματικοί και οπλίτες ξεναγήθηκαν εντός των απέναντι χαρακωμάτων από τους ίδιους τους Γερμανούς, οι οποίοι, μάλιστα, έσπευσαν να ικανοποιήσουν τις απορίες τους. Ο υπολοχαγός Belcher (1st East Lancashires) ρώτησε έναν Γερμανό ελεύθερο σκοπευτή να του αποκαλύψει τη θέση από την οποία συνήθιζε να πυροβολεί, προκειμένου να τον εντοπίσει μόλις ξανάρχιζαν οι μάχες και να τον εξουδετερώσει. Φυσικά, ο Γερμανός δεν ήταν αφελής ώστε να τον εφοδιάσει με τη σχετική πληροφορία.¹² Πολλές από τις παραπάνω λεπτομέρειες εντάχθηκαν σε επίσημες αναφορές. Αποκόμματα εφημερίδων σχετικά με την εκεχειρία, τα οποία διατηρούνταν επιμελώς ως ενθύμια από τους πρωταγωνιστές, συγκεντρώθηκαν και στάλθηκαν προς αξιολόγηση στις αρμόδιες υπηρεσίες πληροφοριών, εφόσον περιείχαν υλικό για το ηθικό και τις συνθήκες διαβίωσης των Γερμανών, για τις διαθέσεις τους έναντι των Βρετανών ή ακόμα για την κατάσταση που επικρατούσε στα μετόπισθεν του εχθρού.


Απόκομμα της εφημερίδας Daily Mirror του Ιανουαρίου 1915.

Όσα επιχειρήματα και αν προβλήθηκαν υπέρ της χρησιμότητας της εκεχειρίας των Χριστουγέννων, ένα είναι βέβαιο: η ανασφάλεια, από την οποία διακατέχονταν τόσο η Βρετανική όσο και η Γερμανική ανώτατη στρατιωτική ηγεσία. Κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από σειρά ολόκληρη προληπτικών μέτρων ενόψει των Χριστουγέννων του 1915. Οι Γερμανοί κατέστησαν σαφές πως κάθε περιστατικό συμφιλίωσης με τον εχθρό θα επέφερε επιτόπου εκτέλεση δια τυφεκισμού. Οι διαταγές, οι οποίες εκδόθηκαν από το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα, ήταν λιγότερο δρακόντειες. Χαρακτηριστικό του ύφους αποτελεί το εμπιστευτικό υπόμνημα της 140ής Μεραρχίας Πεζικού, με ημερομηνία 19 Δεκεμβρίου 1915:
Έχω εντολή από την Ανώτατη Διοίκηση να σας υπενθυμίσω την ανεπίσημη εκεχειρία, η οποία προέκυψε πέρυσι τα Χριστούγεννα σε έναν ή δυο τομείς του μετώπου και να σας επιστήσω την προσοχή πως τίποτε το ανάλογο δεν πρόκειται να γίνει ανεκτό φέτος. Το πυροβολικό θα διατηρήσει ολόκληρη την ημέρα μια χαμηλής εντάσεως δραστηριότητα κατά των αντιπάλων χαρακωμάτων, αρχής γενομένης από τα ξημερώματα. Όπως πάντα, καλείστε να αξιοποιήσετε κάθε δυνατότητα καταφοράς απωλειών, ειδικότερα σε περιπτώσεις όπου ο εχθρός θα αποκαλύψει τη θέση του, μη έχοντας μεριμνήσει προηγουμένως για λήψη μέτρων προστασίας.¹³
Ορισμένοι διοικητές Ταγμάτων φρόντισαν να διανθίσουν τις παραπάνω διαταγές με δικές τους, όπως αποδεικνύει το παράδειγμα του 1/8ου Londons:
Ο ταξίαρχος επιθυμεί να καταστήσετε σαφή τα παραπάνω προς πάσα κατεύθυνση και να επισημάνετε πως όποιος επιχειρήσει να επικοινωνήσει με τον εχθρό είτε λεκτικά, είτε με ανταλλαγή σημάτων ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, θα τιμωρηθεί αυστηρά. Οι ελεύθεροι σκοπευτές και οι χειριστές πολυβόλων καλούνται να βρίσκονται σε αυξημένη ετοιμότητα και να ανοίξουν πυρ σε βάρος όποιου Γερμανού κάνει αισθητή την παρουσία του υπεράνω του στηθαίου.¹⁴
Οι ανησυχίες δικαιώθηκαν, καθώς, ήδη από τον Νοέμβριο του 1915, διαπιστώθηκαν περιορισμένης, έστω, κλίμακας κρούσματα συμφιλίωσης μεταξύ Βρετανών και Γερμανών στον τομέα του St. Eloi, του βορειότερου άκρου της ζώνης ευθύνης του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος. Υπήρξαν και άλλα σημεία του μετώπου όπου οι σχέσεις παρέμειναν κατά κάποιο τρόπο φιλικές. Παρόλο που το σύνολο των διοικητών των μονάδων της εμπόλεμης ζώνης παρώτρυνε τους στρατιώτες να απορρίψουν επιδεικτικά τα όποια φιλειρηνικά ανοίγματα των αντιπάλων τους, ορισμένοι από τους διοικητές αυτούς εξέφρασαν δυσφορία, επειδή περιορίστηκαν μόνο σε έκδοση αποτρεπτικών διαταγών και τίποτα παραπάνω. Ο στρατηγός Α. Holland, διοικητής της 1ης Μεραρχίας, πέρασε την ημέρα των Χριστουγέννων του 1915 στην πρώτη γραμμή, προκειμένου να βεβαιωθεί ιδίοις όμμασι πως δεν επρόκειτο να προκύψουν περιστατικά συναδέλφωσης.
Προφυλάξεις αυτού του είδους δεν απέτρεψαν, τελικά, το απευκταίο. Στο Laventie, κοντά στο σημείο όπου, δώδεκα μήνες νωρίτερα, είχε πραγματοποιηθεί επαφή μεταξύ των αντιπάλων πλευρών, η κατάσταση επαναλήφθηκε. Ο στρατιώτης W. Tate (2nd Coldstream Guards) υπήρξε αυτόπτης μάρτυς:
To Γερμανικό πεζικό εξήλθε από τα χαρακώματα προχωρώντας προς τις δικές μας γραμμές. Δεν ανοίξαμε πυρ, γιατί δεν έφεραν ούτε όπλα, ούτε εξοπλισμό οποιουδήποτε είδους. Ορισμένοι δικοί μας τους μιμήθηκαν. Έδωσαν τα χέρια και αντάλλαξαν ευχές, χρήματα, τσιγάρα κλπ.¹⁵
Το προαναφερθέν επεισόδιο θορύβησε τον διοικητή της Μεραρχίας, στρατηγό Frederick Rudolph Lambart, 10 λόρδο Cavan. Ο τελευταίος έσπευσε να απευθύνει μια αναφορά προς το 11ο Σώμα, γραμμένη σε απολογητικό ύφος:
Με λύπη αναφέρω πως παρόλες τις σχετικές ειδικές διαταγές, διαπράχθηκε σήμερα το πρωί επικοινωνία μεταξύ της Μεραρχίας και του 13ου Βαυαρικού Συντάγματος Εφέδρων. Συναντήθηκα με τους αρμόδιους ταξιάρχους, οι οποίοι μετέβησαν επιτόπου προτού συμπληρωθούν είκοσι λεπτά της ώρας από τη στιγμή που πληροφορήθηκαν το συμβάν. Εντός 30 με 40 λεπτών, οι άνδρες μας είχαν επιστρέψει άπαντες στα χαρακώματά τους. Διέταξα για αύριο πλήρη διενέργεια ανακρίσεων ως προς το πως και γιατί οι σαφείς διαταγές μου δεν εισακούσθηκαν. Πρώτος που εμφανίστηκε ήταν μεγάλος αριθμός αόπλων Γερμανών. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο δικαιολογία και εκφράζω βαθύτατη θλίψη για ότι συνέβη.¹⁶
Ο Cavan αντέδρασε ταχύτατα. Στις 26 Δεκεμβρίου, η 1η και 2η Ταξιαρχία των Scots Guards προχώρησαν σε διεξαγωγή ανακρίσεων. Ο διοικητής του 11ου Σώματος, στρατηγός Sir Richard Haking, ενημερώθηκε σχετικά με τα πορίσματα της έρευνας από τον ίδιο τον Cavan προσωπικά. Τρεις ημέρες αργότερα, η όλη υπόθεση κλιμακώθηκε, καθώς η διοίκηση της 1ης Στρατιάς ζήτησε από το 11ο Σώμα λεπτομέρειες για την ακριβή διατύπωση των διαταγών περί απαγόρευσης συμφιλίωσης με τον εχθρό σε επίπεδο Ταξιαρχιών, Συνταγμάτων, Ταγμάτων και Λόχων καθώς και για τον τρόπο, με τον οποίο οι ίδιες διαταγές είχαν διεκπεραιωθεί στις μονάδες της πρώτης γραμμής. Στις 4 Ιανουαρίου 1916, οι συνέπειες της συναδέλφωσης έπληξαν την 1η Ταξιαρχία, η οποία είχε εμπλακεί και στην εκεχειρία του 1914. Την ημέρα εκείνη συνελήφθη ο προσωρινός διοικητής του Τάγματος προκάλυψης, λοχαγός Miles Barne καθώς και ένας διοικητής λόχου, ο λοχαγός Sir Iain Colquhoun. Στις 18 Ιανουαρίου, οι δύο συλληφθέντες αξιωματικοί παρουσιάστηκαν ενώπιον του αρμοδίου στρατοδικείου. Την υπεράσπιση αμφοτέρων είχε αναλάβει ο υπολοχαγός Raymond Asquith, πτυχιούχος του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, δικηγόρος και γιός του πρωθυπουργού Herbert Asquith. Ο Barne αθωώθηκε, ο δε Colquhoun γλύτωσε με απλή επίπληξη. Γρήγορα, ωστόσο, η ποινή διαγράφηκε από τον νέο ανώτατο διοικητή του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, στρατηγό Sir Douglas Haig, λόγω προτεραίας διακεκριμένης δράσης του Colquhoun στο πεδίο των μαχών. Παρόλο έναν πραγματικό χείμαρρο ερευνών και ανακρίσεων σχετικά με τα περιστατικά συμφιλίωσης του Δεκεμβρίου 1915 καθώς και μιας σειράς απειλών περί βαρυτάτων ποινικών συνεπειών, οι Barne και Colquhoun υπήρξαν τελικά οι μόνοι, οι οποίοι έφτασαν μέχρι το εδώλιο του κατηγορουμένου.

Τα διακριτά Χριστούγεννα του 1915 Γερμανών (πάνω) και Σκωτσέζων (κάτω).

Η περιορισμένη κλίμακα των περιστατικών συμφιλίωσης του 1915 δεν οφείλεται μόνο στις προειδοποιήσεις της ανωτάτης στρατιωτικής ηγεσίας. Η μεσολάβηση ενός ακόμη έτους αδιάκοπων συγκρούσεων, είχε μεταλλάξει τον πόλεμο σε μια βιομηχανική αντιπαράθεση με χρήση δηλητηριωδών αερίων, βομβαρδισμούς από αερόπλοια (Ζέππελιν), τορπιλλισμούς εμπορικών πλοίων από Γερμανικά υποβρύχια με χιλιάδες ανθρώπινες απώλειες, συμπεριλαμβανομένων των χιλίων, περίπου, επιβατών του υπερωκεανείου Lusitania, το οποίο βυθίστηκε στις 7 Μαΐου 1915 στον Ατλαντικό Ωκεανό. Με την προπαγάνδα να αξιοποιεί επιμελώς και να καυτηριάζει επιδεικτικά επιθέσεις αυτού του είδους σε βάρος αμάχων, ολοένα και λιγότεροι στρατιώτες της πρώτης γραμμής έδειχναν διατεθειμένοι να συμφιλιωθούν με τον εχθρό, ακόμα και σε εκείνες τις άγιες ημέρες των Χριστουγέννων.
Έτσι, η εκεχειρία του 1914 πέρασε στην Ιστορία ως ένα μεμονωμένο και έκτακτο επεισόδιο του Δυτικού Μετώπου, που θορύβησε τις ηγεσίες των αντιμαχομένων πλευρών. Ωστόσο, η υπέρμετρη ανησυχία της ανωτάτης στρατιωτικής διοίκησης αποδείχθηκε πέρα έως πέρα ανεδαφική. Ουδέποτε το φαινόμενο κινδύνευσε να διολισθήσει σε ένα είδος γενικευμένης ειρήνης κατόπιν πρωτοβουλίας των στρατιωτών. Η πλειονότητα των τελευταίων αντιμετώπισε την εκεχειρία ως εορταστική ανάπαυλα στο πλαίσιο διενέργειας ενός πολέμου, ο οποίος έπρεπε να γνωρίσει απαραίτητα νικηφόρα έκβαση. Τα Χριστούγεννα του 1914 ήταν τα πρώτα κατά σειρά εμφάνισης, μια πρωτόγνωρη εμπειρία για όλους όσους βρίσκονταν στο μέτωπο. Μακριά από τις οικογένειές τους και έπειτα από τέσσερις μόνο μήνες εμπόλεμου καθεστώτος, οι στρατιώτες της πρώτης γραμμής διέγνωσαν μια ευκαιρία στιγμιαίας απόδρασης από τη σκληρή πραγματικότητα. Η ευκαιρία αυτή τους επέτρεψε να αποκαταστήσουν διανοητικά και ψυχολογικά κάποιου είδους επαφή με το πρόσφατο ευτυχισμένο παρελθόν. Ταυτόχρονα, να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα όσο καλύτερα μπορούσαν, αλλά και να συναντηθούν με έναν αντίπαλο, ο οποίος, με δεδομένους τους κανόνες του στατικού πολέμου, παρέμενε πεισματικά αθέατος και αινιγματικός, αν και οντότητα διαρκώς παρούσα σε καθημερινή κλίμακα.
Christmas Truce

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Βραχυγραφίες: IWM (Imperial War Museum), ΝΑΜ (National Army Museum), TNA (The National Archives).
¹ IWM, Documents.12327, Diary of Brigadier P. Mortimer, 3rd Company Meerut Divisional Train, καταχωρίσεις των 26 και 27 Δεκεμβρίου 1914.
² IWM, Documents.1684, Letters of Lieutenant Wilbert Spencer, 2nd Wiltshires.
³ NAM, 1989-01-105-2, Diary of Major J. Q. Henriques, 1/16th Londons.
⁴ IWM, Documents.1674, Letters of Lieutenant Colonel H. J. Chappell, London Regiment.
⁵ Αναφέρεται στο Baker, C., The Truce – The Day the War Stopped, Amberley, Stroud, 2014. Η συγκεκριμένη πραγματεία προσφέρει μια εξαιρετική ανάλυση της ποδοσφαιρικής διάστασης, υιοθετώντας την περιορισμένη έκταση, την οποία κατέλαβε εν τέλει το φαινόμενο. Βλ. ειδικότερα σελ. 159-163.
⁶ Για σχετικά παραδείγματα βλ. IWM Documents.1694, Brigadier C. A. F. Drummond, Royal Field Artillery; IWM Documents.6705, Private William Alfred Quinton, 2nd Bedfords; NAM, 2001-09-117, Diary of Rifleman William Francis Eve, 1st/16th Londons (Queen’s Westminster Rifles).
⁷ Σχετικά με αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις βλ. τους ακόλουθους ιστοτόπους: http://www.christmastruce.co.uk/christmas-truce-football-match/
https://www.historyextra.com/period/first-world-war/world-war-one-christmas-truce-football-match-really-happen-facts-debate/
⁸ IWM, Documents.1697, Letters of Captain Dougan Chater, 2nd Argyll & Sutherland Highlanders.
⁹ TNA, WO 95/1627, War Diary, 7th Division General Staff, October 1914 – January 1915.
¹º IWM, Documents.1694, Memoir, Brigadier Cyril Drummond, Royal Field Artillery.
¹¹ TNA, WO 95/1627, War Diary, 7th Division General Staff, October 1914 – January 1915.
¹² TNA, WO 95/1441, War Diary, 4th Division General Staff, October 1914 – December 1914.
¹³ TNA, WO 95/2731, War Diary, 1/8th Battalion, The London Regiment, March 1915 – January 1918.
¹⁴ TNA, WO 95/2731, War Diary, 1/8th Battalion, The London Regiment, March 1915 – January 1918.
¹⁵ IWM, Documents.4520, Memoir of Private W. Tate, 2nd Coldstream Guards.
¹⁶ TNA, WO 95/880, War Diary, XI Corps General Staff, 1 September 1915 – 31 December 1915.

Ο Alan Wakefield είναι πρόεδρος της Salonika Campaign Society και μέλος της Βρετανικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας. Τα τελευταία χρόνια προΐσταται του Φωτογραφικού Τμήματος του Imperial War Museum. Στη χώρα του θεωρείται σήμερα ως ο μεγαλύτερος ειδικός του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος