Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2019

Η «ΦΑΝΕΛΛΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ»


Η γέννηση και εξέλιξη του θεσμού και ο ρόλος της Πριγκίπισσας Αλίκης


Ακόμη και εκείνοι που υπηρέτησαν τον θεσμό της «Φανέλλας του Στρατιώτου» πιστεύουν απλά ότι γεννήθηκε το 1940, με την έκρηξη του πολέμου. Επίσης, ότι ήταν υπόθεση αποκλειστικά και μόνον της Βασιλίσσης Φρειδερίκης και ότι έσβησε μετά τον πόλεμο. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Πρόκειται για έναν από τους πλέον ρομαντικούς θεσμούς που γέννησαν οι εθνικές περιπέτειες της χώρας, συνδέθηκε με μία αγγλικής καταγωγής γαλαζοαίματη και τον αθηναϊκό Τύπο και έζησε μεγαλουργώντας περίπου μία εξηκονταετία!

Όλα ξεκίνησαν από μία έκκληση που απηύθυνε η Πριγκίπισσα Αλίκη, σύζυγος του Πρίγκηπος Ανδρέα, έβδομου παιδιού του Έλληνα Βασιλέως Γεωργίου Α΄. Η Πριγκίπισσα Αλίκη του Μπάττενμπεργκ, αργότερα Πριγκίπισσα Ανδρέου της Ελλάδας και της Δανίας (1885-1969), ήταν κόρη του Πρίγκιπα Λουδοβίκου του Μπάττενμπεργκ (1854-1921) και της Πριγκίπισσας Βικτωρίας της Έσσης και του Ρήνου (1863-1950). Ευαίσθητος άνθρωπος, με σοβαρά προβλήματα ακοής από την παιδική της ηλικία. Γνώρισε και ερωτεύτηκε τον σύζυγό της Πρίγκιπα Ανδρέα.
Πριγκίπισσα Αλίκη
«Η έκκλησις της Βασιλοπούλας»
Παντρεύτηκαν τον Οκτώβριο 1903. Απέκτησαν πέντε παιδιά, μεταξύ των οποίων και τον Πρίγκιπα Φίλιππο που παντρεύτηκε τη σημερινή Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄. Η παρουσία της Πριγκίπισσας Αλίκης στην Ελλάδα συνδέθηκε με τη φιλανθρωπία, τις προσωπικές της περιπέτειες αλλά και τις περιπέτειες της ψυχικής διαταραχής που παρουσίασε στα τέλη της δεκαετίας 1920 και αφού προηγουμένως είχε βαπτισθεί χριστιανή ορθόδοξη. Αγάπησε την Ελλάδα και τους Έλληνες και αγαπήθηκε από τον Ελληνικό και αθηναϊκό λαό. Ήταν κοσμική και τα χαρακτηριστικά της ευχάριστα.
Όταν κηρύχθηκε η επιστράτευση στην Ελλάδα, το 1912, μία δημοσίευση ευαισθητοποίησε ιδιαίτερα τους Έλληνες και τις Ελληνίδες. Υπό τον τίτλο «Η έκκλησις της Βασιλοπούλας» και υπότιτλο «Τα εσώρουχα του Στρατιώτου» παρετίθετο ανακοίνωση που είχε εκδοθεί αυθημερόν από τα Ανάκτορα: «Έκαστον στρατιώτην, τον οποίον η Πατρίς μας εκάλεσεν εις τα όπλα εις αυτάς τας κρισίμους περιστάσεις του Εθνους, θα επεθύμουν να εφοδιάσω το ταχύτερον δια των απαραιτήτων ενδυμάτων κατά τας παρούσας εποχάς του έτους», ανέφερε η έκκληση που έφερε την υπογραφή «Αλίκη».[1]
Το ποίημα
Αυτή ήταν η απαρχή μιας όμορφης προσπάθειας, ενός ταξιδιού των Ελληνίδων που βρίσκονταν στα μετόπισθεν και των Ελλήνων που είχαν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν οικονομικώς. «Θα δεχθώ την δεκάραν του πτωχού, όπως και την προσφορά του πλουσίου, ανέφερε στην έκκλησή της η Πριγκίπισσα Μαρίνα, η οποία ταυτοχρόνως καλούσε όσες Ελληνίδες ήθελαν να τη βοηθήσουν στη ραφή, να σπεύσουν στα Ανάκτορα. «Είμαι βέβαιος ότι δεν θα υπάρξη Ελλην ή Ελληνίς, οίτινες θ΄ αρνηθώσι την συνδρομήν, ην ζητώ δια τα τέκνα της φιλτάτης μας Πατρίδος» κατέληγε.
Η συγκίνηση που προκάλεσε ήταν μεγάλη. Την επομένη δημοσιευόταν πρωτοσέλιδα ένα ποίημα με επτά τετράστιχα του Ιωάννη Πολέμη και υπό τον τίτλο «Στην Πριγκήπισσα Αλίκη»: «Στην τρικυμία του πέλαγου, Νεράϊδα αφροπλασμένη, / γλυκόφωνα ετραγούδησες τα λόγια τα γλυκά, / και κάθε μητρική καρδιά, καρδιά τρικυμισμένη / το ευγενικό τραγούδι σου μ’ ανασασμό αγροικά»! Με το τετράστιχο αυτό άρχιζε το ποίημα του Ι. Πολέμη για να κλείσει με τον ίδιο ευαίσθητο τρόπο: «Μητέρες, που η πατρίδα μας επήρε τα παιδιά σας, / τώρα, που κοντοζύγωσεν η ώρα η ποθητή, άνοιξ’ η ρηγοπούλα μας τη σφαλιστή καρδιά σας / κ’ εμπήκε μέσα κ’ έγεινε μητέρα των κι’ αυτή»![2]
«Γέφυρα» ο Τύπος
Σημειωτέον ότι από τις αρχές του 20ού αιώνα η εξασφάλιση μάλλινων φανελών για τους στρατιώτες απασχολούσε συχνά πυκνά τη δημοσιότητα. Ωστόσο, όταν άρχισαν οι πολεμικές περιπέτειες του 1912, τα πράγματα έλαβαν πιο οργανωμένη μορφή. Ελλείψει επίσημου συστήματος κρατικής πρόνοιας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μηχανισμοί που δημιουργήθηκαν, υπό τη σκέπη των αρχών, για την προστασία των οικογενειών των επιστρατευμένων, τη συγκέντρωση εισφορών, μάλλινων για τους στρατιώτες κ.λπ.[3] Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν όλα τα σωματεία, όπως ο υπό την προστασία της πριγκίπισσας Σοφίας Σύλλογος «Ο Σύντροφος του Στρατιώτου»[4], ο Σύνδεσμος «Η Αδελφή του στρατιώτου» κ.ά.[5]
Αλλά το γεγονός που συγκίνησε τα λαϊκά και αστικά στρώματα ήταν η έκκληση της Αλίκης. «Κατά εκατοντάδες γυναικούλες του Λαού συνεκεντρώθησαν εις το Παλάτι, ζητούσαι να βοηθήσουν την Βασιλοπούλαν» έγραφαν οι εφημερίδες, ορισμένες εκ των οποίων διαφωνούσαν με τους πάσης φύσεως εράνους οι οποίοι διεξήγοντο σε παρόμοιες περιστάσεις. Αποφάσισαν λοιπόν να στηρίξουν με όλες τις δυνάμεις τους την πρωτοβουλία της Πριγκίπισσας Αλίκης. Διαπίστωναν πως για να υλοποιηθεί το πρόγραμμά της, το οποίο προέβλεπε για αρχή τη δημιουργία 120 χιλιάδων γιλέκων, κανείς δεν έπρεπε να αρνηθεί τον οβολό του. Τη δυσχέρεια αυτή έρχονταν να γεφυρώσουν οι εφημερίδες ανοίγοντας ιδιαίτερη στήλη εράνου και μεταβιβάζοντας το προϊόν που συγκέντρωναν στην Πριγκίπισσα.[6]
Ο νέος θεσμός
Όσα ακολούθησαν κανείς δεν μπορούσε να τα προβλέψει. Το ποίημα του Ι. Πολέμη, μελοποιήθηκε αμέσως από τον Σπυρίδωνα Σαμάρα. Εκτυπώθηκε σε 2.000 αντίτυπα, σε μικρό καλαίσθητο μέγεθος και καλό χαρτί και άρχισε να πωλείται προς 20 λεπτά το ένα ώστε το σύνολο των χρημάτων να διατεθεί για τον ιερό σκοπό. Εν τω μεταξύ άρχισαν βροχηδόν να καταφθάνουν οι προσφορές στις εφημερίδες με πρώτη και καλύτερη την προσφορά 100 δραχμών από τη γνωστή ηθοποιό Κυβέλη, τότε σύζυγο Κ. Θεοδωρίδη. Φοιτητές και φοιτήτριες της Ιατρικής κατασκεύασαν ένα κιβώτιο, το κλείδωσαν, παρέδωσαν το κλειδί σε εφημερίδα και τριγυρνούσαν στις γειτονιές συγκεντρώνοντας εισφορές.
Τα μικρά και μεγάλα ποσά δημοσίευαν κάθε μέρα οι εφημερίδες σε ιδιαίτερη στήλη υπό τον τίτλο «Η Φανέλλα του Στρατιώτου» και υπότιτλο «Οι Έρανοι». Ένας νέος δημοφιλής και πολύτιμος θεσμός είχε γεννηθεί, μέσα από τη συνεργασία μιας Πριγκίπισσας, του Τύπου και του ελληνικού λαού. Οι συγκινητικές περιπτώσεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Ένα συγκινητικό λεύκωμα μπορούν να γεμίσουν οι περιπτώσεις που καταγράφηκαν, μία προς μία, επί μήνες ολόκληρους. Μόλις συγκεντρωνόταν ένα ποσό παραδιδόταν στα Ανάκτορα, όπου κατέφθαναν και χιλιάδες άλλες προσφορές απ’ όλο τον κόσμο. Ο σκοπός είχε επιτευχθεί και οι καρποί της προσπάθειας υπήρξαν πλούσιοι.
Το Διάταγμα συστάσεως του Ιδρύματος (1938)
Το Ίδρυμα
Σημαντικότερο όμως ήταν το γεγονός ότι η κοινωνία είχε ευαισθητοποιηθεί, οι υποδομές είχαν δημιουργηθεί και οι μηχανισμοί μπορούσαν πλέον να λειτουργούν. Έκτοτε, σε κάθε εθνική περιπέτεια αρκούσε μία ανακοίνωση ώστε να τεθεί σε εφαρμογή τα υπάρχον σχέδιο. Η «Φανέλλα του Στρατιώτου» δεν έπαψε να υπάρχει και να λειτουργεί υπό την προστασία μίας από τις Πριγκίπισσες ή επιφανείς γυναίκες της αθηναϊκής κοινωνίας. Παραδείγματος χάρη, το 1920, η «Φανέλλα του Στρατιώτου» τελούσε υπό την προστασία της Βασίλισσας Σοφίας.[7]
Όταν εκείνη έφυγε στο εξωτερικό τελούσε υπό την προεδρία της Ρωξάνης, συζύγου του Στυλιανού Γονατά.[8] Η ονομασία συνδέθηκε στην κοινή συνείδηση με την εθνική προσφορά και συνέχισαν να λειτουργούν, τυπικά ή άτυπα, διάφορες κινήσεις. Όπως συνέβαινε τον Ιούνιο 1938, όταν ο διάδοχος Παύλος δεχόταν σε ακρόαση την Αποστολοπούλου «πρόεδρον της εν Καβάλλα Ενώσεως “Η Φανέλλα του Στρατιώτου”».[9] Ίσως τότε να ωρίμασε η ιδέα της δημιουργίας του ομώνυμου Ιδρύματος με τη μορφή που δραστηριοποιήθηκε στον πόλεμο του 1940. Ιδρύθηκε με βασιλικό διάταγμα (Οκτώβριος 1938) το οποίο ενέκρινε και το καταστατικό λειτουργίας του.[10]
Οι προετοιμασίες
Την ιδρυτική του πράξη υπέγραφαν τρεις σπουδαίες Αθηναίες, οι Ελμίνα Ν. Βότση, Αμαλία Κ. Λυκουρέζου και Αλεξάνδρα Μ. Μελά και ευθύς εξ αρχής τέθηκε υπό την προεδρία της «Πριγκιπίσσης Διαδόχου» δηλαδή της μετέπειτα Βασίλισσας Φρειδερίκης, συζύγου του Βασιλιά Παύλου. Μέχρι την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου η δράση του Ιδρύματος περιοριζόταν στην ψυχαγωγία των ανδρών της προκαλύψεως με αποστολή ραδιοφώνων, μικρών δεμάτων και άλλων χρήσιμων ειδών. Στεγαζόταν στο ακίνητο της συμβολής των οδών Αμαλίας και Περιάνδρου 1. Έχει σημασία να τονισθεί αφενός ότι το Ίδρυμα «Φανέλλα του Στρατιώτου», το οποίο συστήθηκε υπό την επίτιμη προεδρία της Πριγκιπίσσης Διαδόχου Φρειδερίκης, προσέφερε υπηρεσίες και εν καιρώ ειρήνης και αφετέρου, ότι οι σημαντικές πολεμικές προετοιμασίες άρχισαν πριν ακόμη ξεσπάσει ο πόλεμος! Επίσης ότι λειτουργούσε ένα Ίδρυμα στην Αθήνα και ένα παρόμοιο στη Θεσσαλονίκη.
Το δεύτερο υπό την προεδρία της συζύγου του υποστράτηγου και Υπουργού Γενικού Διοικητού Μακεδονίας Γεωργίου Κυρίμη (1881-1967). Τα δύο ιδρύματα, ήδη από το 1939, πρόσφεραν ικανό αριθμό ειδών ψυχαγωγίας στους στρατιώτες. Επιδιώκεται, συχνά, η ερμηνεία του φαινομένου της άρτιας προετοιμασίας των υποδομών και τα αντανακλαστικά τόσο του κρατικού μηχανισμού όσο και των διαφόρων οργανώσεων στην έκρηξη του πολέμου του 1940. Είναι ωστόσο δεδομένο ότι το καθεστώς Ι. Μεταξά είχε προχωρήσει σε εκτεταμένες οργανωτικές προετοιμασίες σε όλα τα επίπεδα. Εν προκειμένω δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μόλις πέντε ημέρες πριν από την 28η Οκτωβρίου, στις 25 του ιδίου μηνός, η «Φανέλλα του Στρατιώτου», η οποία είχε μεταστεγασθεί στην οδό Κριεζώτου 12, με ανακοινώσεις προς τον Τύπο, ενημέρωνε το κοινό για τους σκοπούς του και απηύθυνε έκκληση συμμετοχής προς όλους.
Κοπέλλες πλέκουν για τον στρατό (1940-1941).
Πόλεμος – Κατοχή
Κατά την διάρκεια του πολέμου 1940-41 όμως κυριολεκτικά μεγαλούργησε χάρη στις παντοειδείς προσφορές, οι οποίες αποστέλλονταν από παντού. Στους πολεμιστές του μετώπου, μέσω των στρατιωτικών υπηρεσιών, έφτασαν μάλλινα είδη αξίας 80 περίπου εκατομμυρίων προπολεμικών δραχμών![11] Εντύπωση προκαλεί η οργανωτική δομή, η διοικητική υποστήριξη και οι συνθήκες διαφάνειας υπό τις οποίες λειτούργησε το Ίδρυμα αυτό σε συνθήκες πολέμου. Λίγο πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα παρέδωσε στη δημοσιότητα και τυπικώς τον Απολογισμό του, δημοσιεύοντας λεπτομερώς τι και με ποιον τρόπο είχε εισπραχθεί αλλά και τι, που και πως είχε διατεθεί.
Η γνωστή αφίσα της Βάσως Κατράκη που προέτρεπε τις Ελληνίδες να πλέξουν για τους στρατιώτες.
Νήματα, υφάσματα, φανέλες, σκελέες, κλινοσκεπάσματα, μάλλινα είδη, κάλτσες, πουλόβερ γάντια διακινήθηκαν σε τεράστιες ποσότητες και έφθασαν στον προορισμό τους. Πίσω από αυτόν τον οργανωτικό οργασμό υπήρχαν σπουδαίες γυναίκες, όπως η Δ.Σ. Μεσσηνέζη και η Αίγλη Ψάλτη. Αλλά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής η «Φανέλλα του Στρατιώτου», με τα αποθέματα που είχε συγκεντρώσει και μέσω κυρίως του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και της Εκκλησίας, στάθηκε αρωγός στις οικογένειες των πολεμιστών της Αλβανίας, τους τραυματίες, τους ανάπηρους και τα θύματα της Κατοχής διανέμοντας είδη αξίας περίπου 1,5 εκατομμυρίων προπολεμικών δραχμών. Εντέλει, τα κείμενα που εγράφησαν, από σημαντικούς συγγραφείς, είναι μνημειώδη.[12]
Μεταπολεμικά χρόνια
Μετά την απελευθέρωση το Ίδρυμα ανασυγκροτήθηκε διανέμοντας είδη στους πυροπαθείς και πολεμοπαθείς της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Το 1947 όταν διαφαινόταν πως φούντωνε ο εμφύλιος και προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες των ανδρών που καλούνταν υπό τα όπλα, καθιερώθηκε ο ετήσιος «Πανελλήνιος Έρανος της Φανέλλας του Στρατιώτου». Κατά την τριετία 1947-49 στάλθηκαν στους στρατιώτες μάλλινα είδη αξίας περίπου 50 εκατομμυρίων δραχμών. Όταν πλέον έληξε η εμπόλεμη περίοδος, το Ίδρυμα σε συνεργασία με το Γενικό Επιτελείο Στρατού φρόντιζε να στέλνονται είδη σε στρατιώτες φρουρούς των συνόρων και ακρίτες οπλίτες των Ταγμάτων Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ).
Οι πρώτες συζητήσεις για μερική κατάργηση των δραστηριοτήτων της «Φανέλλας του Στρατιώτου» πραγματοποιήθηκαν το 1964, επί κυβερνήσεως Γεωργίου Παπανδρέου. Με αφορμή των «Έρανο της Βασιλίσσης», μέσω του οποίου χρηματοδοτούνταν ο «Έρανος Βορείων Επαρχιών», ο «Θεσμός Προικοδοτήσεως», η «Φανέλλα του Στρατιώτου» κ.ά., η κυβέρνηση δεσμευόταν ότι τα ιδρύματα αυτά «θα παύσουν να λειτουργούν καθ’ όν τρόπον λειτουργούν σήμερον».[13] Το τυπικό τέλος δόθηκε με νομοθετικό διάταγμα που εκδόθηκε το 1970, όταν όλα τα βασιλικά ιδρύματα μετονομάσθηκαν σε εθνικά και τρία εξ αυτών καταργήθηκαν, μεταξύ των οποίων και η «Φανέλλα του Στρατιώτου».[14] Έτσι τέλειωσε η πορεία ενός θεσμού που γεννήθηκε αυθόρμητα και με ενθουσιασμό το 1912, έλαβε νομική υπόσταση και με τη μορφή ιδρύματος λειτούργησε επί 32 χρόνια (1938-1970) και εξέπνευσε έχοντας προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στην Πατρίδα.