Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2020

Ο Μητσοτάκης στον Λευκό Οίκο - Τα παχιά λόγια και η πικρή αλήθεια


Μπορεί η κυβέρνηση να χρησιμοποιεί σχεδόν θριαμβευτικούς τόνους για τη συνάντηση Μητσοτάκη-Τραμπ, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι το μόνο που εξασφάλισε ο Έλληνας πρωθυπουργός είναι καλά λόγια, ούτε καν μία καθαρή τοποθέτηση για τις τουρκικές επεκτατικές ενέργειες. Και γιατί όχι; Όσα ήθελε η Ουάσιγκτον να πάρει από την Ελλάδα τα έχει ήδη πάρει με την προ μηνών υπογραφή της διμερούς συμφωνίας στρατιωτικής συνεργασίας.

Το παιχνίδι είχε κριθεί τότε. Τότε ήταν η ώρα της διαπραγμάτευσης. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όμως, ακολουθώντας τα χνάρια της κυβέρνησης Τσίπρα, δεν εκμεταλλεύθηκε τη μοναδική ευκαιρία.
Τα έδωσε όλα, χωρίς να απαιτήσει συγκεκριμένα ανταλλάγματα. Στην πραγματικότητα, για μία ακόμα φορά το ελληνικό πολιτικό σύστημα επιβεβαίωσε στα μάτια των Αμερικανών ότι η Ελλάδα είναι "κράτος-πελάτης" κι όχι εταίρος, με τον οποίον η υπερδύναμη οφείλει να διαπραγματεύεται.
Τί κάνει ο ηγέτης ενός "κράτους-πελάτη"; Για να φανεί αρεστός στην υπερδύναμη υιοθετεί τη στάση "ναι σε όλα", δίνει σημασία περισσότερο σ' αυτό καθ' αυτό το γεγονός ότι έχει προσκληθεί στον Λευκό Οίκο, στις φωτογραφίες, στα καλά λόγια (κατά κανόνα χωρίς αντίκρισμα) και λιγότερο στο τι θα εξασφαλίσει για τη χώρα του. Αυτό που κυρίως τον ενδιαφέρει είναι να "πουλήσει" πολιτικά την επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο στο εσωτερικό, στην εκλογική πελατεία. Βλέπετε τον Ερντογάν να συμπεριφέρεται κατ' αυτόν τον τρόπο; Κάντε τη σύγκριση και απαντήστε οι ίδιοι στον εαυτό σας.

Πλήρωσε "τοις μετρητοίς" κι αγόρασε προσδοκία!

Η απροθυμία των Αμερικανών να πάρουν σαφή θέση στην ελληνοτουρκική διένεξη έχει φανεί εδώ και πολύ καιρό. Τη θέση τους είχαν καταστήσει σαφή στους Έλληνες συνομιλητές τους από τον Δεκέμβριο 2018 στον πρώτο γύρο του διμερούς Στρατηγικού Διαλόγου. Εξ και ο Αποστολάκης (αρχηγός ΓΕΕΘΑ τότε και μετέπειτα υπουργός Άμυνας στην κυβέρνηση Τσίπρα) αμέσως μετά από εκείνες τις συνομιλίες στην Ουάσιγκτον είχε δηλώσει ότι σε περίπτωση σύγκρουσης με την Τουρκία θα είμαστε μόνοι.
Η ίδια απροθυμία είχε φανεί και από τη ρητορική που είχε υιοθετήσει ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών όταν προ μηνών είχε έλθει στην Αθήνα για την υπογραφή της αμυντικής συμφωνίας. Λόγω της περίστασης, είχε χρησιμοποιήσει θερμά λόγια, αλλά διφορούμενη γλώσσα όσον αφορά τις αμερικανικές δεσμεύσεις. Ήταν σαφές ότι οι Αμερικανοί θα κάνουν κάποιες θετικές ρητορικού χαρακτήρα δηλώσεις, αλλά μέχρις εκεί. Ο Τραμπ, μάλιστα, απέφυγε να προβεί και σε μία τέτοια ρητορική δήλωση στη συνάντηση με τον Μητσοτάκη.
Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, η Ουάσιγκτον δεν έχει την πρόθεση να ασκήσει όλη της την πίεση για να αποτρέψει επιθετικές ενέργειες των Τούρκων ούτε στην κυπριακή ΑΟΖ (το είδαμε), ούτε στον ελλαδικό χώρο. Όπως φαίνεται από πολλά γεγονότα, άλλωστε,οι Αμερικανοί δεν έχουν παραιτηθεί από την προσπάθεια να επαναφέρουν την Τουρκία στο "δυτικό μαντρί", παρότι όλες τους οι μέχρι τώρα προσπάθειές τους έχουν πέσει στο κενό. Πολύ περισσότερο αυτή την περίοδο που η κρίση με το Ιράν, λόγω της δολοφονίας του Σουλεϊμανί, υπογραμμίζει τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας.
Όπως προανέφερα, με την ελληνοαμερικανική αμυντική συμφωνία, που υπέγραψαν το φθινόπωρο οι Δένδιας και Πομπέο, οι όποιες αμερικανικές στρατιωτικές διευκολύνσεις στην Ελλάδα επεκτάθηκαν και κυρίως προσέλαβαν θεσμική μορφή. Με άλλα λόγια, η Αθήνα έδωσε τοις μετρητοίς πάρα πολλά, αλλά εισέπραξε ελάχιστα ως αντάλλαγμα.

Η Αθήνα δεν έθεσε την αμερικανική εγγύηση ως όρο

Η αλήθεια είναι ότι και η προηγούμενη και η παρούσα κυβέρνηση προσπάθησαν ανεπιτυχώς να αποσπάσουν αμερικανικές εγγυήσεις για την εθνική ασφάλεια, σε περίπτωση τουρκικής επιθετικής ενέργειας. Αυτό, όμως, που δεν έγινε από την Αθήνα ήταν να εξαρτήσει απολύτως την υπογραφή της συμφωνίας και την παροχή των στρατιωτικών διευκολύνσεων προς τις ΗΠΑ με την παροχή σαφούς αμερικανικής εγγύησης.
Η Ουάσιγκτον είχε κάθε λόγο να αποφύγει μία τέτοια εγγύηση-δέσμευση. Μόνο εάν βρισκόταν αντιμέτωπη με ένα τέτοιο δίλημμα (βάσεις έναντι εγγύησης) θα το συζητούσε. Είναι αξιοσημείωτο, μάλιστα, ότι τουλάχιστον δεν ζητήθηκε από τις ΗΠΑ να καταδικάσουν επισήμως και ξεκάθαρα την τουρκική θεωρία περί "γκρίζων ζωνών" (τώρα έχουν γίνει τουρκικά νησιά υπό ελληνική κατοχή!). Έστω, να δηλώσει ξεκάθαρα ότι οι διεκδικούμενες αυθαιρέτως από την Άγκυρα νησίδες ανήκουν στην ελληνική επικράτεια, όπως, άλλωστε, προβλέπεται σαφώς από τις συνθήκες της Λωζάννης και των Παρισίων. Ούτε αυτό το λίγο δεν επέτυχε η ελληνική διπλωματία, επειδή ούτε καν το έθεσε ως όρο για να υπογράψει την αμυντική συμφωνία.
Όπως προανέφερα, λοιπόν, με όρους δούναι και λαβείν η Αθήνα έδωσε πάρα πολλά και πήρε ελάχιστα. Το γεγονός ότι --λόγω του αμερικανοτουρκικού ρήγματος-- είναι υπαρκτή η προοπτική ανάδειξης της Ελλάδας σε χώρα πρώτης γραμμής, δεν συνιστά δικαιολογία για τον τρόπο που η Αθήνα χειρίσθηκε την αμυντική συμφωνία. Πολύ περισσότερο που τα ήδη λειτουργούντα γεωστρατηγικά τρίγωνα στην Ανατολική Μεσόγειο (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ, Ελλάδα-Κύπρος-Αίγυπτος και τελευταία Ελλάδα-Κύπρος-Ιορδανία) έδινε έναν πρόσθετο λόγο να διεκδικηθούν ανταλλάγματα.

Άλλο στρατηγική σχέση άλλο "ναι σε όλα" στον Λευκό Οίκο

Ορισμένοι στην Αθήνα προβάλλουν ως αντάλλαγμα την υποστήριξη των Αμερικανών στη συμφωνία για τον αγωγό EastMed. Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική. Ο EastMed εξυπηρετεί τα ελληνικά συμφέροντα, αλλά ο λόγος που οι ΗΠΑ υποστηρίζουν αυτό το σχέδιο είναι επειδή εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα (απεξάρτηση της Ευρώπης από το,ρωσικό αέριο) κι όχι για να υποστηρίξουν τα ελληνικά.
Όπως πάντα συμβαίνει στις διεθνείς σχέσεις, οι ΗΠΑ, όπως και το Ισραήλ, επιδιώκουν να υπηρετήσουν τα δικά τους εθνικά συμφέροντα και το κάνουν. Το ίδιο πρέπει να πράξει και η Ελλάδα. Για πρώτη φορά, μάλιστα, υπάρχει σύγκλιση συμφερόντων με τις ΗΠΑ, εξ ου και ο Στρατηγικός Διάλογος. Η Αθήνα, όμως, δεν εξυπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα, λέγοντας απλώς "ναι" σε ό,τι της ζητούν οι Αμερικανοί.
Η Αθήνα οφείλει να επεξεργασθεί ένα ρεαλιστικό συνολικό σχέδιο για τον τρόπο που αυτή η σύγκλιση και με τις ΗΠΑ και με το Ισραήλ μπορεί να αποβεί εθνικά επωφελής. Να εντοπισθούν τα θέματα, στα οποία "κουμπώνουν" τα εκατέρωθεν συμφέροντα και σ' αυτά να υλοποιηθούν συγκεκριμένες αμοιβαία επωφελείς δράσεις. Το κρίσιμο ζητούμενο για τον Ελληνισμό (Ελλάδα και Κύπρο) είναι να αξιοποιηθεί η σύγκλιση συμφερόντων και κατ' επέκταση οι γεωστρατηγικές και γεωοικονομικές συνεργασίες για να λειτουργήσουν σαν εγγύηση για την εθνική ασφάλεια. Ο τρόπος, όμως, που το ελληνικό πολιτικό σύστημα αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις και τον ρόλο της χώρας εδράζεται στην παράδοση του "κράτους-πελάτη"...
slpress.gr