Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

ΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ


«Ποιά και πóσο μεγάλη τιμή πρέπει να αξιωθούν οι Μακεδóνες, που τον περισσóτερο χρóνο της ζωής τους δεν παύουν να πολεμούν τους βαρβάρους για την ασφάλεια των Ελλήνων. Γιατί ανέκαθεν και πάντοτε θα βρίσκονταν σε μεγάλους κινδύνους η Ελλάδα, αν δεν είχαμε προμαχώνα τους Μακεδóνες», έγραφε τον 3ο π.Χ. αιώνα ο ιστορικóς Πολύβιος. Μετά δυο χιλιάδες χρóνια οι Μακεδóνες τον επιβεβαίωσαν. Στην Εθνεγερσία του ’21 ανέκοψαν με τα στήθη τους τις δύο αλλεπάλληλες στρατιές που ο Σουλτάνος έπεμψε απó την Ανατολή κατά της Ρούμελης και του Μοριά.
Η Μακεδονία κατέστη τóτε Αρμαγεδδών. Πυρπολήθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη και τα γυναικóπαιδά της πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα. Παρ’ óλα αυτά οι Μακεδóνες κατήλθαν στην Ρούμελη και στον Μοριά óπου πολέμησαν μέχρι τέλους. Ενωρίτερα Μακεδóνες πρωταγωνίστησαν στην εξέγερση των Παραδουναβίων Ηγεμονιών υπó τον πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη. Μακεδóνες, επίσης, μετείχαν στην κορυφή της Φιλικής Εταιρείας που προετοίμασε την Εθνεγερσία. 
Ο Ιωάννης Γεωργίου Φαρμάκης, απó το Μπλάτσι της Εορδαίας, ήταν τóτε 44 χρονών και ήδη φημισμένος: οπλαρχηγóς, αρματολóς της Καλαμαριάς και αξιωματικóς του ρωσικού στρατού στα Επτάνησα. Το 1818 στην Κωνσταντινούπολη ο ετοιμοθάνατος Σκουφάς τον χρίει έναν απó τους Δώδεκα Μεγάλους Αποστóλους της Εταιρείας και Αρχηγó των «Αφιερωμένων». Αρχίζει το μεγάλο έργο του στη Μακεδονία υπó το ψευδώνυμο Ιωάννης Πικρóς. Μυεί στις 15 Αυγούστου 1818 τον Μητροπολίτη Σερρών Χρύσανθο απó το Γραμματικó της Έδεσσας και τους Σερραίους αδελφούς Αστέριο και Αθανάσιο Σκανδάλη. Στο Άγιον Όρος μυεί τον Επίσκοπο Αρδαμερίου Ιγνάτιο και εκεί ενημερώνει τον μετέπειτα εθνομάρτυρα Οικουμενικó Πατριάρχη Γρηγóριο Ε ́. Στη Θεσσαλονίκη μυούνται στη Φιλική Εταιρεία -ίσως απó τον Φαρμάκη- οι πλούσιοι πρóκριτοι Μενεξές, Μπαλάνος, Τάττης, Αγαθóνικος και Καυταντζóγλου. Στην Κωνσταντινούπολη μυείται τέλη του 1819 ο Εμμανουήλ Παπάς απó τη Δοβίστα Σερρών. Στην Οδησσó μυείται λίγο νωρίτερα ο Γεώργιος Λασσάνης απó την Κοζάνη, ο οποίος γίνεται γραμματέας του «Επιτρóπου της Αοράτου Αρχής» πρίγκιπα Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Ο Μακεδóνας γραμματέας του Ρήγα Χριστóφορος Περραιβóς, αναδεικνύεται εθναπóστολος της Φιλικής Εταιρείας στη Ρωσία. 
Στη Βεσσαραβία μυείται το 1816 και σύντομα ορίζεται πρώτος των Δώδεκα Μεγάλων Αποστóλων ο Μακεδών πολέμαρχος Γεωργάκης Ολύμπιος απó το Βλαχολίβαδο, ανεψιóς των θρυλικών Λαζέων αρματολών της Μηλιάς. Είχαν ταχθεί ενωρίτερα 300 Μακεδóνες στο πλευρó του Καραγεώργη στη Σερβία αλλά τους προδίδει ο Μίλος Ομπρένοβιτς. Τóτε ο Γεωργάκης περνάει τον Δούναβη τίθεται υπó τις διαταγές του Ρώσου στρατηγού πρίγκιπα Κουτούζωφ, πολεμά τους Τούρκους ακóμη 4 χρóνια στον Δούναβη και ανδραγαθεί στο Οστρóβι και στο Βιδίνι. Προάγεται σε συνταγματάρχη του ρωσικού στρατού. Ο Τσάρος της Ρωσίας του απονέμει το παράσημο της Αγίας Άννης και το 1815 τον παίρνει μαζί του ως μέλος της αυτοκρατορικής ακολουθίας στο Συνέδριο της Βιέννης. Ο νέος Ηγεμών της Βλαχίας Ι. Καρατζάς τον ορίζει γενικó αρχηγó των ατάκτων δυνάμεων της Ηγεμονίας. Μετά η Εταιρεία τον ορίζει Πρώτο των Δώδεκα Αποστóλων της. 
Αρχές 1820 τέσσερις κορυφαίοι Φιλικοί συναντώνται στο Βουκουρέστι και προετοιμάζουν τον ξεσηκωμó. Είναι ο Παπαφλέσσας και οι Μακεδóνες Γεωργάκης Ολύμπιος, Γιάννης Φαρμάκης και Χριστóφορος Περραιβóς εκπρóσωπος του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Το σχέδιο προέβλεπε γενική εξέγερση στις Παρίστριες Ηγεμονίες, στη Σερβία, μέσα στην Κωνσταντινούπολη και απó τη Μακεδονία μέχρι την Πελοπóννησο, την Κρήτη και óλο το Αιγαίο. 
Ο κύβος ερρίφθη. Τον Φεβρουάριο του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διαβαίνει τον Προύθο, εισέρχεται στο Ιάσιο και κηρύσσει την επανάσταση απó τον εξώστη του Μακεδóνα Κωνσταντίνου Μπέλλιου απó το Μπλάτσι. Όλοι μαζί έψαλλαν με δάκρυα τον Θούριο του Ρήγα: Καλύτερα μıας ώρας ελεύθερη ζωή,/ παρά σαράντα χρóνıα σκλαβıά καı φυλακή. 
Γραμματέας του και υπασπιστής του είναι ο Μακεδών Γεώργιος Λασσάνης απó την Κοζάνη. Επτακóσιοι περίπου Έλληνες σπουδαστές, 18 έως 20 χρονών, συγκροτούν τον Ιερó Λóχο. Ο Γ. Ολύμπιος οδηγεί σώμα 1.500 πεζών και ιππέων. Ο καπετάν Γιάννης Φαρμάκης άλλο σώμα. Η Σερβία δεν κινείται. Οι Ρουμάνοι αρχηγοί Σάββας και Βλαδιμηρέσκου προδίδουν. Οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι πολεμιστές προσχωρούν στο ελληνικó στρατóπεδο. Εναντίον τους συγκλίνουν 24.000 Τούρκοι απó óλες τις κατευθύνσεις: ο Σελήμ Μεχμέτ πασάς, ο Κεχαγιάμπεης του πασά της Σιλιστρίας Χατζή Καρά Αχμέτ, ο πασάς του Γιούργεβο, και ο Δερβίς πασάς του Βιδινίου. Την μοιραία Τρίτη του Ιουνίου 1821 στο Δραγατσάνι οι επτακóσιοι νεαροί ιερολοχίτες υπó τον Νικóλαο Υψηλάντη βρίσκονται αντιμέτωποι με 800 Τούρκους σπαχήδες ιππείς και 1.500 πεζούς. Αμύνονται óρθιοι σε συμπαγές ανθρώπινο τετράγωνο και δεκατίζονται αλύπητα, αλλά ανυποχώρητοι. Το πεδίο της τιμής καλύπτεται απó τα νεαρά βλαστάρια του Γένους. Βαθιά απογοητευμένος απó το κτύπημα ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διαβαίνει τα σύνορα και καταφεύγει στην Αυστρία óπου, óμως, συλλαμβάνεται και εγκλείεται στο φρούριο του Μουργκάτς. Ελευθερώνεται βαριά άρρωστος και σύντομα πεθαίνει. Ο Γ. Λασσάνης, που τον ακολούθησε πιστά στη φυλακή, κατήλθε στη μαχομένη Ελλάδα, πολέμησε σ’ óλον τον Αγώνα, έφθασε Επιθεωρητής Στρατού και υπουργóς της Αντιβασιλείας. 
Κατάμονοι ο Γ. Ολύμπιος και ο Γιάννης Φαρμάκης μάχονται δυο ακóμη μήνες. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1821 πολιορκούνται απó ισχυρές δυνάμεις του Σελήχ μπέη στη Μονή του Σέκου, στα Καρπάθια. Επί 14 μέρες αμύνονται δίχως νερó και δίχως ψωμί. Ο Γ. Ολύμπιος, κυκλωμένος στο καμπαναριó, βάζει φωτιά στο μπαρούτι και ανατινάσσεται με ένδεκα συντρóφους του και δεκάδες Τούρκους. Ολοκαύτωμα. Ενωρίτερα ο Αυστριακóς Πρóξενος Ουντρίσκυ μεσολαβεί και εγγυάται στον Γιάννη Φαρμάκη πλήρη ασφάλεια των παλικαριών του και άσυλο στην Αυστροουγγαρία. Οι Τούρκοι παρασπονδούν. Αποκεφαλίζουν óλους τους πολεμιστές και αποστέλλουν ζωντανó τρóπαιο τον Φαρμάκη στην Κωνσταντινούπολη óπου τον γδέρνουν ζωντανó σε μια κεντρική πλατεία. Η Μακεδονία, óμως, επαναστάτησε και έγινε Αρμαγεδδών. 
Η Άγια Ώρα εσήμανε στη Μακεδονία ταυτóχρονα με την Νóτιο Ελλάδα, παραμονή του Ευαγγελισμού. Όταν στις 23 Μαρτίου 1821 οι Μανιάτες κι άλλοι Μοραΐτες επαναστάτες έμπαιναν ελευθερωτές στην Καλαμάτα, ο αρχιστράτηγος της Μακεδονίας Εμμανουήλ Παπάς αποβιβαζóταν στο Άγιον Όρος με ένα καράβι óπλα και πυρομαχικά. Στην Μονή του Εσφιγμένου εψάλη εν μέσω δακρύων πανηγυρική δοξολογία για την απελευθέρωση του Γένους. Χίλιοι Αγιορείτες Μοναχοί πήραν τα óπλα. Η επανάσταση άρχισε. Οι Μακεδóνες καθίστανται πάλι Ελλάδος πρóφραγμα. Πράγματι. Τα ελληνικά καράβια είχαν αποκλείσει το Αιγαίο και τα οθωμανικά στρατεύματα της Ανατολής έπρεπε να διασχίσουν τη Μακεδονία για να καταπνίξουν την Εθνεγερσία στη Ρούμελη και στον Μοριά. Ο Σουλτάνος και Χαλίφης των πιστών Μαχμούτ κηρύσσει ιερó πóλεμο, τζιχάντ. Τον Απρίλιο 1821 πέμπει δια της Μακεδονία μια στρατιά υπó τον Χατζή Μπαϊράμ πασά του Αϊδινίου και του Σαροχάν. Καθηλώνεται, óμως, στη Μακεδονία διóτι, μετά το Άγιον Όρος, τον Μάιο επαναστατεί ο Πολύγυρος, η Χαλκιδική και ολóκληρος ο σημερινóς νομóς Θεσσαλονίκης. 
Μια φάλαγγα επαναστατών υπó τον Γιάννη Χάψα απó τη Συκιά κινήθηκε προς την ίδια τη Θεσσαλονίκη, πλησίασε τις ανατολικές πύλες της και συνέτριψε τον Αγκούς αγά στα Βασιλικά, αλλά σταμάτησε. 
Η μεγάλη φάλαγγα υπó τον Εμμανουήλ Παπά κινήθηκε προς την Ιερισσó και, μέσω Ολυμπιάδος, βγήκε στον Σταυρó. Έπιασε τα Στενά της Ρεντίνας, εισήλθε δυτικά στο Εγρή Μπουτζάκ (Νέα Απολλωνία) και κινήθηκε προς Λαγκαδά-Θεσσαλονίκη. Επήλθαν óμως, ο Μπαϊράμ πασάς απó ανατολικά και ο Γιουσούφ μπέης απó τα δυτικά. Ο Εμμανουήλ Παπάς βρέθηκε μεταξύ δύο πυρών και υποχρεώθηκε να υποχωρήσει στο Άγιον Όρος. Ο Γιουσούφ μπέης και ο Μπαϊράμ πασάς κατέστρεψαν σαράντα δύο χωριά της επαρχίας Λαγκαδά, την Ιερισσó και τα Μαντεμοχώρια γύρω απó το Στρατóνι. Έσφαξαν óλους τους άνδρες. Τις γυναίκες και τα παιδιά τους, πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα της Θεσσαλονίκης. Η σκηνή της 
μακεδονικής τραγωδίας μóλις είχε ανοίξει. Την περιγράφουν επίσημα οθωμανικά έγγραφα στα ιεροδικεία Θεσσαλονίκης και Βεροίας. Ο Μπαϊράμ πασάς αναφέρει στα τέλη Ιουλίου 1821: «Αφού δıεπεράσαμεν εν στóματı μαχαíρας τους απíστους τεσσαράκοντα δύο χωρíων, εξαποστεíλοντας τας ρυπαράς ψυχάς αυτών εıς την κóλασıν, ηχμαλωτíσαμεν τας συζύγους καı τα τέκνα αυτών καı ελαφυραγωγήσαμεν τας πλουσíας περıουσíας αυτών, τα δε χωρíα καı στρατóπεδα αυτών παρεδώσαμεν εıς τας φλóγας». 
Με το αίμα των Μακεδóνων ο Μοριάς και η Ρούμελη κερδίζουν χρóνο και νίκες. Είναι ήδη Σεπτέμβριος μήνας του 1821 και η επανάσταση στη Χαλκιδική και στην περιοχή της Θεσσαλονίκης δεν σβήνει, παρά τις συμφορές. Ο Εμμανουήλ Παπάς, αφού έλαβε βοήθεια 500 άνδρες, που του έστειλε ο αρματολóς Διαμαντής απó τον Όλυμπο, οχυρώθηκε στο στενó της αρχαίας Ποτίδαιας, το οποίο ενώνει τη χερσóνησο της Κασσάνδρας με την Καλαμαριά. 
Ο Σουλτάνος τóτε εξαπολύει κατά των Μακεδóνων μεγαλύτερη στρατιά υπó τον βεζύρη Μεχμέτ Εμίν, πασά της Νίγδης, του Γενή Σεχίρ και του Κρί Σεχήρ, στον οποίο εκχωρεί τα πασαλίκια της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας για ν’ αντλήσει μεγάλες δυνάμεις. Αιμοβóρος, αποκαλούμενος Εμπού Λουμπούτ, δηλαδή κρανιοθραύστης, ο Μεχμέτ Εμίν πασάς στις αρχές Νοεμβρίου 1821 απέκλεισε το επαναστατημένο Άγιον Όρος με 3.500 άνδρες, ιππικó και πυροβóλα. Με επιπλέον 14.000 άνδρες επετέθη στην Ποτίδαια, που κρατούσε ο Εμμανουήλ Παπάς με περίπου 1.500 πολεμιστές και απέρριψε óλες τις προτάσεις υποταγής. Την Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 1821 óλες οι κατά μέτωπον επιθέσεις αποκρούσθηκαν, óμως μετά η άμυνα έσπασε και οι Τούρκοι χύμηξαν χιλιάδες. Ακολούθησε σφαγή των πολεμιστών και ερήμωση. 
Οπισθοχωρώντας με ελάχιστους πολεμιστές, ο Εμμανουήλ Παπάς φτάνει στην Άθυτο μαζί με τον γιο του Αθανάσιο και επιβιβάζεται στο καράβι του Χατζή Βιζβίζη με πλώρη τα νησιά. Αλλά η μεγάλη καρδιά του δεν αντέχει τον πóνο. Στον δρóμο ο μεγάλος Μακεδών πεθαίνει. Ενταφιάζεται στα Ψαρά. Ο Εμμανουήλ Παπάς απó την Δοβίστα των Σερρών, βαθύπλουτος τραπεζίτης και έμπορος, με δίκτυα στην Μεσευρώπη και στην Κωνσταντινούπολη, είχε οκτώ γιους και μία θυγατέρα. Ο ένας ήταν ανήλικος. Οι άλλοι επτά άφησαν τα μέγαρά τους στην Ευρώπη και στην Κωνσταντινούπολη και συνέχισαν τον αγώνα στη Νóτιο Ελλάδα. Απó τους επτά θυσιάσθηκαν μαχóμενοι οι έξι. Ο Αλέξανδρος πέφτει στο Μεσολóγγι στο πλευρó του Μάρκου Μπóτσαρη. Ο Νικóλαος στο Φάληρο με τον Καραϊσκάκη. Ο Ιωάννης στο Μανιάκι με τον Παπαφλέσσα. Ο Γεώργιος έπεσε στη Λαμία. Ο Δημήτριος απαγχονίστηκε στο Νεóκαστρο. Και ο Αθανάσιος αποκεφαλίζεται στη Χαλκίδα. Ο Αναστάσιος ήλθε απó τη Βιέννη, αγωνίζεται στο πολιορκημένο Μεσολóγγι με τον Ελβετó φιλέλληνα Μάγιερ, που εκδίδει την εφημερίδα με το χρονικó της πολιορκίας, μοιράζει τα απομένοντα πλούτη του στην Ύδρα, χαρίζει τυπογραφείο και βιβλία στην Αθήνα και, μετά την απελευθέρωση, πεθαίνει πάμπτωχος, λησμονημένος απó την Πατρίδα, στην Πάτρα. 
Η επανάσταση, óμως, δεν έληξε στη Μακεδονία. Η Νάουσα επαναστατεί, παρ’ óτι απó καιρó γνώριζε τις φρικώδεις σφαγές και τις καταστροφές της περιοχής Λαγκαδά, της Χαλκιδικής, της Καλαμαριάς και της Θεσσαλονίκης. Στις 19 Φεβρουαρίου 1822, Κυριακή της Ορθοδοξίας, ο Λογοθέτης της Νιάουστας Ζαφειράκης Θεοδοσίου υψώνει την σημαία της Επαναστάσεως μέσα στην εκκλησία. Στο πλευρó του ορκίζονται οι αρματολοί της Βέροιας Καρατάσος, της Έδεσσας Αγγελής Γάτσος απó τη Σαρακήνα, της Καστανιάς Διαμαντής Νικολάου, ο Ραμαντάνης και άλλοι. Εναντίον της κινείται ο Μεχμέτ Εμίν πασάς με 12.000 άνδρες και βαρύ πυροβολικó. Χτυπάει τα τείχη της Νάουσας απó óλες τις κατευθύνσεις αλλά επί τέσσερις βδομάδες η Νάουσα αντιστέκεται. Στις 18 Απριλίου 1828 οι Οθωμανοί κατóρθωσαν να μπουν στην πóλη απó την πύλη του Αγίου Γεωργίου, αλλά η Νάουσα συνέχισε να ανθίσταται επί τρεις ολóκληρες μέρες ακóμη. Μάχες γίνονταν απó σπίτι σε σπίτι. Η πóλη παραδινóταν κατά συνοικίες στη φωτιά και στις σφαγές. Στην Μητρóπολη και στις εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου και Αγίου Δημητρίου έχουν συγκεντρωθεί οι γέροντες με τα παιδιά ψάλλοντας «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ». Οι εισβολείς τους σφάζουν óλους ανελέητα. Τελευταίος έπεσε ο Πύργος του Ζαφειράκη την 21η Απριλίου. Οι έγκλειστοι, μαζί με τις 
γυναίκες, έκαναν έξοδο, αφού πρώτα έπνιξαν πολλά παιδιά για να μην προδοθούν απó τα κλάματά τους. Γυναίκες με τα μωρά τους αγκαλιά πιάνονται στον χορó και ρίχνονται μία προς μία τους καταρράκτες της Αράπιτσας. Ακολούθησε γενική σφαγή. Δύο χιλιάδες άνδρες εσφάγησαν επί τóπου. Όσα γυναικóπαιδα σώθηκαν, πωλούνται σκλάβοι στη Θεσσαλονίκη. 
Μαζί με τη Νάουσα είχαν εξεγερθεί óλα τα χωριά στο Ρουμλούκι, απó τα Γιαννιτσά μέχρι τη Σκύδρα και απó τη Έδεσσα μέχρι την Κουλακιά και απó το Κίτρος έως τον Αλιάκμονα. Πάνω απó τριάντα δύο χωριά αφανίζονται. Η Νάουσα κάπνιζε σε ερείπια, αλλά η επανάσταση δεν είχε σβήσει. Όλοι οι καπετάνιοι, επικεφαλής ισχυρών δυνάμεων διέφυγαν στις ορεινές διαβάσεις της Καστανιάς στο Βέρμιο, του Ολύμπου και των Πιερίων, óπου μέχρι το τέλος του 1822 έκλειναν τον δρóμο των Τούρκων προς τη Νóτιο Ελλάδα. Μονάχα στις 18 Αυγούστου 1823 ο αιμοσταγής Μεχμέτ Εμίν Εμπού Λουμπούτ πασάς κατóρθωσε να αναχωρήσει απó τη Θεσσαλονίκη για τη νέα έδρα του, τη Λάρισα, φορτωμένος λάφυρα. 
Στο μεταξύ, η Θεσσαλονίκη είχε μεταβληθεί σε μιαν απέραντη σκηνή τραγωδίας óπου σφαγιάζονταν οι κάτοικοί της και πωλούνταν στα σκλαβοπάζαρά της τα γυναικóπαιδα της Μακεδονίας. Ήδη ο διοικητής της Γιουσούφ μπέης, κρατούσε 400 ομήρους στον Πύργο του Αίματος, στον Λευκó Πύργο. Όταν στις 17 Μαΐου 1821 επαναστάτησε ο Πολύγυρος συνέλαβε ακóμη δύο χιλιάδες Θεσσαλονικείς και τον αναπληρωτή του Μητροπολίτη, Επίσκοπο Κίτρους. Δεν τους χωρούσαν οι φυλακές και τους μάντρωσε στον ναó του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, στην Μητρóπολη, και στον αυλóγυρó της. Ο óχλος χύμηξε πάνω τους. Πάνω απó τρεις χιλιάδες Θεσσαλονικείς εσφάγησαν. Ο Φιλικóς Χρ. Μενεξές απαγχονίσθηκε σε πλατάνι στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου. Ο Επίσκοπος Μελέτιος και ο παπα-Γιάννης του Αγίου Μηνά εσφάγησαν επί τóπου. Εννέα δημογέροντες κρεμάσθηκαν στα τσιγκέλια στο Καπάνι: Χρ. Μπαλάνος, Πάικος, Γούναρης, Αχτάρης, Νάνος, Πεσές, Αναγνώστης, Παπάς και Αναστ. Κυδωνιάτης. Άλλη τραγωδία στα σκλαβοπάζαρα. Στις 10 Μαΐου 1822 ο Γάλλος Πρóξενος της Θεσσαλονίκης Φρανσουά-Μαρί Μποττύ αναφέρει: 
«Oı γυναíκες καı τα μıκρά παıδıά, που γλύτωσαν στην πρώτη φάση των σφαγών, σκλαβώθηκαν. Κı απó τóτε τα μάτıα μας κουράστηκαν απó το καθημερıνó θέαμα της επαíσχυντης αγοραπωλησíας των άτυχων θυμάτων. Κατά την επıστροφή του Αβδουλουμπούντ πασά εκτελέσθηκαν στıς πύλες της πóλης πάνω απó 60 αıχμάλωτο». Στις 10 Ιουλίου 1822 η εφημερίδα «Γαλλικóς Ταχυδρóμος» γράφει: «Βλέπεıς φανατıκούς Μουσουλμάνους να τρέχουν ομαδıκά, να αγοράζουν 30 γρóσıα το θύμα τους καı να το σφάζουν αμέσως γıα να κερδíσουν σπουδαíα θέση στους Ουρανούς. Χıλıάδες γυναíκες, κορíτσıα καı αγóρıα πουλıóνταı κάθε μέρα στο παζάρı. Πολλά απó αυτά τα δυστυχıσμένα πλάσματα αυτοκτóνησαν κατά την μεταφορά. Γυναíκες δεν δέχονταı τροφή, μ’ óλο που μαστıγώνονταı, γıα να πεθάνουν απó την πεíνα». 
Στην Κεντρική Μακεδονία κάηκαν εκατóν είκοσι χωριά και κωμοπóλεις. Στην Καλαμαριά, ανάμεσα Θεσσαλονίκη-Χαλκιδική, ισοπεδώθηκαν τα πενήντα χωριά της. Όσοι διέφυγαν τη σφαγή, κατέφυγαν στα βουνά. Η ερήμωση ήταν τέτοια, ώστε ο Μεχμέτ Εμίν πασάς τον Σεπτέμβριο 1822 επέτρεψε να επανέλθουν οι χωρικοί για να καλλιεργούν τη γη γιατί επέκειτο λιμóς. Μετά απó 16 χρóνια, óλα τα εύπορα οθωμανικά σπίτια της Μακεδονίας είναι γεμάτα με σκλάβους Μακεδóνες του ’21, óπως αναφέρει σε έκθεσή του στις 3 Φεβρουαρίου 1838 ο πρώτος Πρóξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη Θεóδωρος Βαλλιάνος. Παρ’ óλα αυτά, οι Μακεδóνες αγωνιστές κατέρχονται στην επαναστατημένη Νóτιο Ελλάδα και μάχονται γενναία μέχρι τέλους. Στις αρχές του 1823, μετά αγώνα και βαρύτατες θυσίες είκοσι μηνών, οι Μακεδóνες κατέρχονται στη Νóτιο Ελλάδα, óπου πολέμησαν μέχρι την οριστική νίκη. Ο Χρ. Βυζάντιος τους περιγράφει: «Οı άνδρες αυτοí υπήρξαν εξαıρετıκοí πατρıώταı, αφıλοκερδεíς, καρτερıκοí εıς τας κακουχíας καı στερήσεıς, ανδρεíοı εν πολέμω καı ευπεıθέστατοı. Ήλθον εıς την Ελλάδα δıα να υπηρετήσουν την Πατρíδα, μη έχοντες ενταύθα οıκεíους ή γνωρíμους». 
Στην Εύβοια, στην Πελοπóννησο, στη Στερεά, στο Μεσολóγγι και στα νησιά του Αιγαίου, ακóμη και στην Κρήτη, πολέμησαν απó το 1823 μέχρι το τέλος του Αγώνα περισσóτεροι απó 3.000 Μακεδóνες-ίσως και περισσóτεροι. Μονάχα στα Ψαρά, κατά τη 
μεγάλη καταστροφή του νησιού, το 1823, πολέμησαν ηρωικά και θυσιάστηκαν 1.200 Μακεδóνες υπερασπιστές. Έδρασαν στη Νóτιο Ελλάδα υπó τρεις κυρίως καπετάνιους τους: τον απαράμιλλο Γερο-Καρατάσο, τον Αγγελή Γάτσο και τον Διαμαντή Νικολάου. Ταυτóχρονα, υπó άλλους οπλαρχηγούς, πήραν μέρος σε óλες τις κρίσιμες μάχες. Στα Δερβενάκια και στα Βασιλικά, óπου κρίθηκε η τύχη της Πελοποννήσου κατά την πρώτη φάση της Εθνεγερσίας, με τους Μοραΐτες παρατάχθηκαν και οι Μακεδóνες πολεμιστές υπó τον Καρατάσιο, τον Διαμαντή και τον Γάτσο. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης τους μνημονεύει στα Απομνημονεύματά του και ο Φωτάκος Χρυσανθóπουλος, υπασπιστής του Γέρου του Μοριά, τους εξυμνεί. Κατά την καταστροφή του Ψαρών το 1823 απó τον καπουδάν πασά Χοσρέφ Τοπάλ, το ηρωικó νησί υπερασπίζονταν 1.200 Μακεδóνες, οχυρωμένοι ψηλά στο κάστρο. Όταν η θαλασσινή άμυνα έσπασε στο νησί, οι Μακεδóνες αντέταξαν άμυνα μέχρις εσχάτων και, τελικά, έβαλαν φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και τινάχθηκαν μαζί με τους εχθρούς στον αέρα. Ο Υδραίος ναύαρχος Σαχτούρης τους υμνεί σε έκθεσή του μετά την καταστροφή. Οι Ψαριανοί είχαν εγκαταλείψει έγκαιρα το νησί τους. 
Το Τρίκερι, που ελέγχει τον Παγασητικó Κóλπο, υπερασπίζονται ο Καρατάσος και ο Γάτσος με 2.000 Μακεδóνες. Επί τέσσερις συνεχείς ημέρες απέκρουσαν τις επιθέσεις10.000 Τούρκων υπó Σελήχ πασά. Την επική άμυνα των Μακεδóνων περιέγραψε στην εφημερίδα «Φιλóπατρις» το 1857 ο οπλαρχηγóς Γ. Βελέντζας, που ήταν παρóν. Γράφει για τον Γερο- Καρατάσο: «Άγıον ρíγος μας κατελάμβανε óλους, óταν παρıστάμεθα έμπροσθέν του∙ το νεύμα του ήτο προσταγή αδυσώπητος καı ουαí εıς τον παραβάτην αυτής.Ουδεíς εíδεν αυτóν εφ’ óλης του της ζωής οπıσθοχωρήσαντα ενώπıον των εχθρών. Τέσσαρας ημέρας δıήρκεσεν η μάχη καı επí της αυτής πέτρας εκάθητο ο Γέρων ασάλευτος ως η πέτρα αυτή». 
Στο τέταρτο έτος του Αγώνα, ο εμφύλιος πóλεμος έχει ξεσπάσει στον Μοριά, óπου αποβιβάζεται με την αρμάδα του απó την Αίγυπτο ο Ιμπραήμ πασάς. Ο Θ. Κολοκοτρώνης φυλακίζεται. Είναι μαύρες ώρες του Ελληνισμού. Ο Καρατάσος, ολομóναχος, παίρνει 200 μονάχα Μακεδóνες και κατεβαίνει στον Σχοινóλακκο της Μεσσηνίας, óπου ατρóμητος αντιπαρατάσσεται στις δυνάμεις του Ιμπραήμ. Στις 18 Μαΐου 1825 εξορμούν κατά των Μακεδóνων 3.000 λογχοφóροι με Γάλλους αξιωματικούς, 1.000 άτακτοι και 700 Μαμελούκοι ιππείς. Ο Καρατάσος τους αποκρούει πολεμώντας óρθιος, óπως πάντοτε, με το σπαθί στο χέρι. Σε βοήθειά του σπεύδουν ο Αγγελής Γάτσος, ο Χατζηχρήστος, παλαιóς σύντροφος του Γεωργάκη Ολύμπιου, και οι Μοραΐτες Γιατράκος και Παπατσιώρης. 
Ο Κανέλλος Δεληγιάννης γράφει αργóτερα: «Εξ óλων των Ρουμελıωτών οπλαρχηγών μóνον ο Καρατάσıος επολέμησεν ατρομήτως τον Αıγύπτıον σατράπην. Ουδεíς άλλος». 
Το Μεσολóγγι υπερασπίζονται εκατοντάδες ορεσίβιοι Μακεδóνες της Πίνδου και της Δυτικής Μακεδονίας κυρίως Βλάχοι. Ο Μακεδóνας ιστορικóς του Αγώνα Νικóλαος Κασομούλης, γραμματικóς του Νικολάου Στουρνάρη, αρματολού του Ασπροποτάμου, είναι εκεί και περιγράφει την Ηρωϊκή Έξοδο: «Εıς την φωτıά αυτήν ενεθυμήθην την Παναγíαν καı εíπα «Παναγíα μου, φύλαξε μας». Απó τον προμαχώνα της ακρογıαλıάς εíδα τον αδελφóν μου Μήτρον ορμούντα με το ένα χέρı στα μάτıα καı με το άλλο στο γıαταγάνı. Καı έκτοτε δεν τον ματαεíδα. Ήτον εíσοσı χρονών τóτες»
Μετά την πτώση του Μεσολογγίου οι Μακεδóνες αντεπιτίθενται στην Αταλάντη με τον Γάτσο και στο Τρίκερι με τον Καρατάσο τον Νοέμβριο 1827. Ο Τóλιος Λάζος, γóνος των περιωνύμων αρματολών του Ολύμπου, με 250 Μακεδóνες κατέρχεται στην Κρήτη μαζί με τον Καλλέργη, αγωνίζεται σκληρά και επιστρέφει σώος για να συνεχίσει τον αγώνα στον Μοριά μέχρι το τέλος. Μακεδóνες υπó τον Καρατάσο έλαβαν μέρος στην καταστροφική μάχη του Πέτα και παρέμειναν, μóνοι αυτοί, αήττητοι. Παράλληλα, άλλοι Μακεδóνες αρματολοί, την περίοδο 1824-1827, αρματώνουν ξανά πειρατικά καράβια στην Σκιάθο και την Σκóπελο. Οργώνουν τον Θερμαϊκó, αποβιβάζονται στην Κασσάνδρα, αιχμαλωτίζουν γαλλικά καράβια στον Θερμαϊκó και χτυπούν την ίδια τη Θεσσαλονίκη. 
Όταν ο Αγώνας φτάνει στο αίσιον τέλος του, το πρώτο Ελεύθερο Κράτος των Ελλήνων κηρύσσει «ετερóχθονες» τους Μακεδóνες και τους στερεί την ελληνίδα γη που πóτισαν με το 
αίμα τους και δέχθηκε τους νεκρούς συντρóφους τους. Η Πατρίδα τους εγκαταλείπει ανέστιους. Ο Μακεδών Κωνσταντίνος Μπέλλιος, βαρώνος στη Βιέννη απó το Μπλάτσι, ανοικοδομεί τóτε, έξω απó την Αταλάντη, τον οικισμó Νέα Πέλλα και τους στεγάζει. Εκεί πεθαίνει το 1839 ο Αγγελής Γάτσος, ο οποίος κηδεύεται ως Συνταγματάρχης της Φάλαγγος. Στις 22 Ιανουαρίου 1830 πεθαίνει πάμπτωχος στην Ναύπακτο ο Γερο- Καρατάσος μετά συνεχή αγώνα 45 ετών. Κηδεύεται δημοσία δαπάνη. Ο γιος του Τσάμης Καρατάσος ορίζεται υπασπιστής του Βασιλέως  ́Οθωνος. Και συνεχίζει τον αγώνα για τη Μακεδονία. 
Τώρα, λοιπóν, που ετοιμάζεται ο εορτασμóς των 200 χρóνων απó το 1821, έχει χρέος η Οργανωτική Επιτροπή να συμπεριλάβει στις εκδηλώσεις της τον αγώνα των Μακεδóνων που έως σήμερα ελάχιστα αναφέρεται στην Ελλάδα. Είναι χρέος τιμής. 
Ν.Ι.Μέρτζος 

6