Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020

Υφαλοκρηπίδα: Χάγη και συνεκμετάλλευση υπό το φως διπλωματικών εγγράφων


Του Δρ. ΒΕΝΙΑΜΙΝ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΝΟΓΛΟΥ,
Διεθνολόγου, Λέκτορα Νομικής Α.Π.Θ. και Προέδρου του Περιφερειακού Συμβουλίου Κεντρικής Μακεδονίας

Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση για την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης (Χάγης) και/ή συνεκμετάλλευση των ενδεχόμενων αποθεμάτων υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου, μεταξύ της Ελλάδος, της Τουρκίας και της Κύπρου, πρέπει να λάβει υπόψιν της τα εξής ιστορικά και νομικό – διπλωματικά δεδομένα του παρελθόντος.

Διαπραγμάτευση ή Χάγη;
  1. Το κοινό ανακοινωθέν της 31-5-1975 μεταξύ Κωνσταντίνου Καραμανλή και Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, στις Βρυξέλλες, με το οποίο αποφασίστηκε η επίλυση του θέματος της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ενώ ταυτόχρονα θα επισπευδόταν και  συνάντηση εμπειρογνωμόνων Ελλάδος – Τουρκίας με το ίδιο θέμα (προφανώς για να προσδιορίσουν τους όρους του συνυποσχετικού). Δεν άργησε η υπαναχώρηση της Τουρκίας από αυτήν την κατ’ αρχήν συμφωνία και έτσι στις 30-9-1975 τουρκική ρηματική διακοίνωση απαιτούσε πρώτα ουσιώδεις διαπραγματεύσεις και συμπληρωματικά «από κοινού έρευνα και εκμετάλλευση των πόρων της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου». Ως προς την κοινή προσφυγή στη Χάγη, η Τουρκία επέμενε ότι θα αφορούσε μόνο εκείνα τα θέματα που δεν θα μπορούσαν να επιλυθούν με διαπραγματεύσεις.
Η Ελλάδα απάντησε, στις 2-10-1975, ότι η Τουρκία υπέβαλε κείμενο (για την συνάντηση των εμπειρογνωμόνων) στο οποίο δεν αναφερόταν καν η λέξη «συνυποσχετικόν» και υποστήριξε ότι το θέμα της υφαλοκρηπίδας «δεν υφίστατο καθ’ εαυτό, αλλά εν συναρτήσει προς άλλα θέματα» και η εξουσιοδότηση προς τους εμπειρογνώμονες θα έπρεπε να είναι ευρεία ώστε να καταστεί δυνατή η συζήτηση «του γενικότερου προβλήματος του Αιγαίου»
Το Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, στις 18-11-1975, με νέα ρηματική διακοίνωση τόνισε ότι «το Αιγαίο Πέλαγος είναι μια περιοχή που έχει ίση σπουδαιότητα για την Ελλάδα και την Τουρκία και οι δύο χώρες έχουν ζωτικά, στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα στην περιοχή. Καθ’ όλη την ιστορία οι πόροι του Αιγαίου έχουν ελεύθερα και εξίσου διαμοιρασθεί και χρησιμοποιηθεί από τους λαούς των χερσονήσων της Ανατολίας  και της Ελλάδας». Ακολούθησε ελληνική απάντηση (19-12-1975) όπου επαναλαμβανόταν η πρόταση για παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο «μιας αναγνωρισμένης και ασυμβίβαστης διαφοράς».
Τα παραπάνω αποδεικνύουν σαφώς τις πάγιες θέσεις της Τουρκίας για εξίσου διαμοιρασμό του Αιγαίου, συνεκτίμηση πολλών άλλων ζητημάτων μαζί με το θέμα οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και καταδεικνύουν την κωλυσιεργία και την αμφιθυμία της για δικαστική επίλυση, και αντίθετα την σαφή επιλογή της για απευθείας διμερή πολιτική διαπραγμάτευση επί των θεμάτων που η ίδια προβάλλει συνολικά στο Αιγαίο. 
Μετά τις αποφάσεις 395/1976 του Συμβουλίου Ασφαλείας (ΟΗΕ)  και 1976 (Ασφαλιστικά Μέτρα) και 1978 (αρμοδιότητα του Δικαστηρίου),  του Δ. Δ. Χάγης, το θέμα παραπέμφθηκε σε επί της ουσίας διαπραγματεύσεις 1977-1981 ( Πρακτικό της Βέρνης ), που δεν παρήγαγαν προσέγγιση και λύση, ενώ το ίδιο επαναλήφθηκε το 1987-88 (Νταβός) και εκ νέου το 1997 (Μαδρίτη) κα πιο πρόσφατα 1999 (Ελσίνκι) μέχρι τον Δεκέμβριο  2017 (επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα). Τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά και η μη δημοσιοποίηση του αποδεικνύει ότι απείχαν από μια επαρκή προσέγγιση θέσεων ώστε να επιτευχθεί λύση ή κοινή προσφυγή στο Δ. Δ. Χάγης.

Συνεκμετάλλευση – Προϋποθέσεις
  1. Στις 11-9-1976 με επιστολή του Έλληνα πρέσβη στο Λονδίνο κ. Σ. Ρούσσου προς το γνωστό βρετανικό περιοδικό  ECONOMIST, και εν συνεχεία απάντηση στη Βουλή (31-10-1976) του Έλληνα Υφυπουργού Εξωτερικών κ. Κ. Σταυρόπουλου, με αφορμή ερώτηση του βουλευτή κ. Σ. Χούτα, διευκρινίστηκε η ελληνική θέση για την τουρκική πρόταση περί συνεκμετάλλευσης της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου. Από τις δύο αυτές τοποθετήσεις της ελληνικής διπλωματίας προκύπτουν τα εξής για εκείνη την πρώιμη, αλλά καθοριστική, αντιπροσωπευτική και για σήμερα,  περίοδο της εμφάνισης των τουρκικών διεκδικήσεων για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, με προφανείς προεκτάσεις και για την Ανατολική Μεσόγειο στη σύγχρονη περίοδο.
     Η Ελλάς ούτε απέρριψε, ούτε απεδέχθη τις αόριστες τουρκικές απόψεις περί κοινής ελληνοτουρκικής εκμετάλλευσης των ενδεχόμενων πηγών φυσικού πλούτου του βυθού  του Αιγαίου, που εκφράζονται από το 1975. Θεωρούσε όμως ότι είναι πρόωρη η οιαδήποτε εξέταση του και αυτό γιατί:
  1. Δεν επιλύουν, αλλά απλώς παρακάμπτουν τη διαφορά .
  2. Ο καθορισμός ποσοστών σε κοινή επιχείρηση ή άλλη μορφή συνεκμετάλλευσης, προϋποθέτει γνώση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων, δηλαδή πρότερη οριοθέτηση.
  3. Οποιαδήποτε εκχώρηση δικαιωμάτων, όπως αυτή της υφαλοκρηπίδας, δεν είναι δυνατή χωρίς τη ακριβή γνώση της έκτασης αυτών και της αξίας της αντιπαροχής, προς στάθμιση της εξ αυτής ωφελείας. Συνεπώς πολιτική της τότε ελληνικής κυβέρνησης ( δηλαδή του Κωνσταντίνου Καραμανλή) ήταν ότι δεν απέκλειε να εξεταστεί σε δεύτερο στάδιο η δυνατότητα εκμετάλλευσης με την Τουρκία, ορισμένων πόρων του Αιγαίου, και αυτό ασφαλώς υπό δύο προϋποθέσεις:
α) Της πρότερης οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας
β) Του περιορισμού μιας ενδεχόμενης  τέτοιας επιχείρησης σε μέρος μόνο της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, αφού ληφθεί υπόψιν η τουρκική υφαλοκρηπίδα, με βάση το ισχύον θετικό διεθνές δίκαιο.

Η ελληνική θέση τότε ήταν σαφέστατη, ενώ σήμερα, μάλιστα,  πρέπει επιπλέον να συνεκτιμήσει τον παρελθόντα ιστορικό χρόνο (1975-2020) και τις νέες διαστάσεις που έχει λάβει ο τουρκικός επεκτατισμός – αναθεωρητισμός, απέναντι στην Ελλάδα, την Κύπρο και άλλους γείτονες της Τουρκίας. Αλλά και την ενίσχυση της νομικής θέσης της χώρας μας, με την καθολική αποδοχή της Σύμβασης του 1982 για το νέο Δίκαιο της Θάλασσας που στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελεί και εθιμικό, γενικής ισχύος, δίκαιο, από το οποίο δεν μπορεί να εξαιρεθεί η Τουρκία.  Για παράδειγμα το άρθρο 121 που αφορά το καθεστώς των νησιών, που όταν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή, έχουν τις ίδιες θαλάσσιες ζώνες με τις ηπειρωτικές ακτές. Θεμελιώδη ρύθμιση που αρνείται η Τουρκία πεισματικά να αποδεχτεί, σε αντίθεση με ό,τι πράττουν πάνω από 160 κράτη της διεθνούς κοινότητας.