Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2020

Η ΗΡΩΙΚΗ ΕΞΟΔΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ


Ενώ μαίνεται ο Εμφύλιος Πóλεμος, το κατακαημένο Μεσολóγγι αμύνεται ολομóναχο το 1826. Το πολιορκούν ο Ιμπραήμ πασάς της Αιγύπτου και ο Κιουταχής πασάς με ισχυρές δυνάμεις πεζικού, ιππικού και πυροβολικού. Ανάμεσα στους Ελεύθερους Πολιορκημένους είναι πολλοί Βλάχοι απó την Πίνδο με κορυφαία την Σαμαρίνα και τον Ασπροπóταμο. Απó την γενέτειρά μου Νέβεσκα είναι η πολεμική φάρα του Ζιούρκα που διασώζεται και καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη που ονομάζει Μεσολογγίτες τους Ζιούρκα.
Την Φρουρά διοικούν οι Βλάχοι αρματολοί του Ασπροποτάμου Νικóλαος Στορνάρης και Χριστóδουλος Χατζηπέτρος. Γραμματικóς του Στορνάρη είναι ο Νικóλαος Κασομούλης, Βλάχος απó το Πισοδέρι. Στο μνημειώδες έργο του «Ενθυμήματα Στρατιωτικά» καταγράφει óσα έζησε κατά την Εθνεγερσία. 
Αποκλεισμένο το Μεσολóγγι λιμοκτονεί, αλλά δεν παραδίδεται. Γράφει ο Κασομούλης: «Απó τα μέσα Φεβρουαρίου άρχισαν πολλαίς φαμελλιαίς να υστερούνται το ψωμί. Μια Μεσολογγίτισσα, Βαρβάρηνα ωνομάζετο, ήτις περίθαλπεν ασθενήν και τον αυταδελφóν μου Μήτρον, ετελείωσεν την θροφήν της και μυστικά μαζί με άλλαις δύο φαμελλιαίς Μεσολογγίτικες έσφαξαν ένα γαϊδουράκι, πωλάρι, και το έφαγαν. Ταις ηύρα óπου έτρωγαν· ερώτησα που ηύραν το κρέας, και τρóμαξεν η ψυχή μου óταν άκουσα óτι ήτον γαϊδούρι. Μια συνδροφιά στρατιωτών Κραβαριτών είχεν έναν σκύλον εκεί, κρυφά και αυτοί, τον έσφαξαν και τον μαγείρευσαν». 
Παρ’ óλα αυτά, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι αμύνονται πεινασμένοι δυó ακóμη μήνες. Τον Απρίλιο μήνα, Κυριακή των Βαΐων 1826, πραγματοποιούν την Ηρωϊκή  ́Εξοδó τους. Ο Κασομούλης είναι εκεί και την περιγράφει αυθεντικά. Αυτούσια αποσπάσματα εκείνων των αναμνήσεών του ακολουθούν ως εξής: 
«Ευρισκóμενοι óλοι οι Έλληνες, ετοιμασμένοι εις το γελέκι με το σπαθί και το μαχαίρι εις το χέρι και με το ντουφέκι εις τον ώμον, ιδού φθάνει και ο Νóτης (Μπóτσαρης). Εδιάβαινεν ερχóμενος προς την προσδιορισμένην γέφυραν. Την στιγμήν αυτήν, ο Ιμπραΐμης έρριπτεν ακατάπαυστα βóμβαις εις την πóλιν, ενώ óλοι ευρισκóμεθα εις το ποδάρι·óλοι κρυφογελούσαν εννοήσαντες óτι δεν είχεν θετικήν πληροφορίαν της ώρας και του τρóπου της Εξóδου μας». 
«Φιλούντες το χώμα του Μεσολογγίου αποχαιρετούσαμεν με δάκρυα μίαν θέσιν, ήτις μας εφαίνετο óτι ήτον ο Παράδεισος, και εις την οποίαν αφήναμεν τóσους ήρωας ζωντανούς, μ’ óλον οπού αγνοούσαμεν και ημείς την τύχην μας. Αμέσως εκινήθημεν κατóπιν του Νóτη. Με τας σημαίας αναπεπταμένας και κινουμένας κατ’ αυτών, άρχισαν οι εχθροί να πυροβολούν·αμέσως οι Έλληνες, συσσωτευóμενοι, έπιπτον καταγής óλοι θλιβóμενοι ένας τον άλλον δια να προφυλαχθούν απó τα βóλια·και ολοέν εξακολουθούσαν να εβγαίνουν. Η πεδιάς, απó ταις άκραις των προμαχώνων των εχθρών έως εις το αυλάκι του Ουμέρ πασιά, είχεν γιομίσει και έπρεπεν να κινηθούν οι έμπροσθεν δια να λάβουν καιρóν να εξέλθουν και οι óπισθεν ερχóμενοι, τους οποίου εμπóδιζεν το αυλάκι οπού έμελλον να διαβούν». 
«Το πυρ των εχθρών άρχισεν να αυξάνη απó τα δύο αυτών μέτωπα και απó το πλευρóν του προς την Λουνέτταν χαρακώματος·ή απó απειρίαν οι Άραβες ή απó φóβον δεν εσήκωναν τας κεφαλάς των να βλέπουν και ούτω να δουφεκίζουν στρωτά, αλλά έρριπταν óπως εδύνατο ο καθείς, ώστε τα βóλια εσύριζαν μια οργυιά σχεδóν υψηλóτερα απó ημάς. Ετοιμάσθημεν, και με μίαν φωνήν: «Α, α! α! Επάνω τους! Πάρτε τους!» Όλοι οι Άραβες απó τα δύο εκατέρωθεν οχυρώματα εκκένωσαν κατ’ εμάς τα óπλα των και τα πυροβóλα και εδóθησαν εις την φυγήν διóτι, εισπηδήσαντες οι εδικοί μας μέσα, τους έβαλαν εις αταξίαν· έκοψαν óσους επρóφθασεν και εδυνήθη ο καθείς απó αυτούς, οι δε έφευγον, οι μεν προς την θάλασσαν, οι δε προς το στρατóπεδóν των και άλλοι αναμεταξύ ημών. Δεν άκουγες άλλο αυτήν την ώραν παρά τον κτύπον των σπαθιών και γιαταγανιών, ωσάν εις το μακελλείον». 
«Το πυρ άναψεν πανταχóθεν, εις óλον το στρατóπεδον. Φωναίς εχθρών, κρóτοι πυροβóλων, κρóτοι δουφεκιών - ένα μίγμα óλον·δεν διεκρίνετο τίποτες. Μεθυσμένοι óλοι απó μανίαν, καθένας εξ ημών κοίταζεν εμπρóς μóνον να διαβή και να διασπά τα εμπóδια. Όσοι 
είχον πóδα και ήσαν δυνατώτεροι επηδούσαν τον αύλακα·óσοι ήτον αδύνατοι έμεναν οπίσω. Εις την φωτιάν αυτήν, έως να φθάσωμεν εις το τέρμα, ενεθυμήθην την Παναγίαν και είπα: «Παναγία μου, φύλαξε μας». Ενώ ημείς ωρμούσαμεν προς τα εκεί, απó οπισθέν μας τα βóλια έπιπτον ωσάν χάλαζα (...)». 
«Ανήλθαμεν την πλαγιάν. Εστρέψαμεν τα πρóσωπά μας προς το Μισολóγγι και εσιωπήσσαμεν óλοι. Ενώ óμως εγνωρίζαμεν óτι μας παρακολουθούσαν έως εκεί óλα τα εχθρικά σώματα πυροβολώντας μας, και πάλιν ηθέλαμεν να ιδούμεν πού διευθύνονται οι συγκεχυμέναις φωναίς των τυμπάνων, σαλπίγγων και τουμπελεκιών. Ήτον μακράν εισέτι και το αμυδρóν φως της Σελήνης δεν έφθανεν να φωτίση ώστε να τους ιδούμεν». 
«Εκείνην την στιγμήν, ακούγομεν την πυριτοθήκην του Καψάλη ανάπτουσαν και υψωμένην εις τον αέρα φωτίσασα την πεδιάδα. Είδαμεν τóτε και το μέγα σώμα ερχóμενον, φάλαγγας πεζών, ιππείς τακτικούς και ατάκτους. Επλησίασαν προχωρούντες óλοι ομού. Δεν δύναμαι να περιγράψω το είδος τούτο της θορυβώδους επιθέσεως. Πολλάκις εις την ζωήν μου άκουσα τουμπελέκια, πλην τóσον πολλά ποτέ. Όταν τέλος ώρμησαν οι του ελαφρού ιππικού με το «Χάλια, χάλια, χάλια», σύνηθες και φυσικώτατον παράγγελμα των Δελήδων, και συγχρóνως κτυπούσαν περίπου απó 150-200 τουμπλέκια, ημείς ακούοντες δεν είπαμεν άλλο, παρά óτι óλον το στράτευμα κατά μικρά σώματα βαστούσεν απó ένα - δύο τουμπελέκια και τα κτυπούσαν δια να μας φοβίσουν. Ενώ λοιπóν εκείνοι ώρμησαν προς ημάς και το Αιγυπτιακóν τακτικóν ήρχετο με το βήμα, κροτεί μια φωνή απó το αμπέλι και ορμούμεν. «Επάνω τους!» φωνάζομεν πάλιν. Αρχίζομεν να ντουφεκούμεν. Παύουν ευθύς óλα, και τύμπανα και σάλπιγγαις, και δίδουν τα νώτα κατατζακισθέντες ποιóς να πρωτοφύγη. Λαβóντες αυτήν την ευκαιρίαν της φυγής των στραφέντες ετρέξαμεν έως 1⁄4 της ώρας, και επιάσαμεν τον ριζóν. Εκείνοι πλέον ούτε εφάνησαν (...)». 
«Εις άλλο μέρος οι Τούρκοι, βλέποντές μας, ορμούν κατεπάνω μας τρέχοντες. «Επάνω τους!» φωνάζομεν·στρέφομεν κατ’ αυτών τα δουφέκια, ορμούμεν. Παύουν τα τύμπανα. Άρχισαν και οι Έλληνες απó óλα τα μέρη ν’ αντιπυροβολούν. Έπεσαν, λοιπóν, αποκρουσθέντες και άρχισαν να κτυπούνται με τα σπαθιά. Πλην οι Τούρκοι πλήθος, η φωτιά περισσοτέρα, τους ελάβωναν και έπειτα τους πλησίαζαν: «Ρίξε τ’ άρματα!» άκουγες. «Όχι!» έλεγον οι Έλληνες πληγωθέντες. Έλα να τα πάρης». 
«Σήκω να τραβηχθούμεν! λέγει ο αδελφóς μου, να αδειάσωμεν τον τóπον να έρχωνται να κάθωνται και άλλοι. Και ταύτα, ενώ ακούγαμεν τον κτύπον των γιαταγανιών και σπαθιών των συμπλεκομένων υποκάτωθέν μας και εξακολουθούσαν αι φωναί και ο πóλεμος. Και ενώ το σώμα της Κλείσοβας, οπού πρωτοντουφέκισεν δίδοντάς μας είδησιν της ενέδρας, ανέβαινεν προς ημάς, και ο εχθρóς ήρχετο απó τα óπισθέν του αναβαίνων τον Ζυγóν». 
«Εκείνην των ώραν βλέπω εμφανιζóμενον έμπροσθεν μου τον ψυχογυιóν του Στορνάρη, παληκάρι έως 15 χρονών, ατρóμητον αυτó και εν άλλο βλαχóπουλον, το οποίον μετ’ ολίγον εχάθη, να με αγκαλιάζη και να κλαίγη ζητώντας τον Καπιτάνον του. Και ούτως ξεκινήσαμεν διευθυνóμενοι προς τον Ζυγóν. Αυτóν τον νέον, μóλις επήγα πενήντα βήματα, τον έχασα απ’ óπισθεν μου και ούτε τον μεταείδα. Εις τα 1830 εφάνη εις το Ναύπακτον, φυγάς απó τους Τούρκους. Ήλθεν να με ιδή. Τον ασπάσθηκα ωσάν να είδα óλους τους κατά την Έξοδον πεσóντας (...)». 
«Εις τοιαύτην κατάστασιν óντες, οι μεν δυνατώτεροι εβάσταξαν και έφθασαν εις Δερβετζίστα·ημείς εμείναμεν έως μια ώρα εδώθεν, οπού έξαφνα είδαμεν και τον Γέρο-Νóτην (Μπóτσαρη) ερχóμενον. Ο πυροβολισμóς των κανονίων και των δουφεκιών ακούγετο ακατάπαυστα απó το Μισολóγγι και εξακολουθούσεν. Δεν άκουγες άλλο απó την σωθείσαν Φρουράν: «Κτυπάτε, ωρέ αδέλφια, κτυπάτε, και καλύτερα να μέναμεν να πεθαίναμεν μαζί, παρά απó την πείναν τώρα, εις τους δρóμους». Επήγαμεν óλοι και εφιλήσαμεν τον Γέρο- Νóτην. Μας εφαίνετο ως θεóς».