Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Κυριακάτικες διαπιστώσεις σε εποχή κορωνοϊού


Παναγιώτης Αρ. Υφαντής 
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. 

Σήμερα (15 Μαρτίου 2020) παρακολούθησα τη θεία Λειτουργία από την τηλεόραση. Ο ναός δεν ήταν γεμάτος, όμως οι πιστοί δεν στέκονταν όλοι σε ικανή απόσταση ο ένας από τον άλλον. Και ανάμεσά τους αρκετοί ήταν ηλικιωμένοι και παιδάκια. Από την πλευρά τους, οι κληρικοί, όλων των βαθμίδων (καθώς η θεία λειτουργία ήταν αρχιερατική), ποικίλων ηλικιών και φαντάζομαι διαφορετικής φυσικής κατάστασης ο καθένας, ανυποψίαστοι ή εντελώς αδιάφοροι, συνωθούνταν γύρω από την Αγία Τράπεζα, έλεγαν τις ευχές ο ένας σχεδόν στο πρόσωπο του άλλου, αγκαλιάζονταν και ασπάζονταν ο ένας τον άλλο, ωσάν να μην συμβαίνει τίποτα. Στα αναλόγια των ψαλτών ο ίδιος συνωστισμός. Είδα τους εκκολαπτόμενους ψάλτες, μαθητές οι περισσότεροι και φοιτητές, να κρέμονται κυριολεκτικά από τα χείλη των χαρισματικών δασκάλων τους οι οποίοι, όπως κάθε Κυριακή, έβγαζαν παρατεταμένες κορώνες, ψιθύριζαν υποδείξεις στα αυτιά των γύρω του, και πού και πού καθάριζαν τον λαιμό τους βήχοντας με δύναμη. 
Ένιωσα πως, πράγματι, όπως μας βεβαίωσε το κείμενο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου που διαβάστηκε κατά τη διάρκεια του μυστηρίου, δεν κινδυνεύει κανείς από τη θεία μετάληψη. Κινδυνεύει από την κοινωνική αδιαφορία και τον πνευματικό ατομισμό των ίδιων των χριστιανών. 
Πού εντοπίζεται η θεωρητική ρίζα αυτών των νοοτροπιών και συμπεριφορών; Πρώτα, απ’ όλα στην πεποίθησή τους ότι η προσωρινή αποχή από τις εκκλησιαστικές ακολουθίες είναι προδοσία της πίστης. Και, αντίστροφα: στη βεβαιότητά τους πως η αδιατάρακτη συμμετοχή στις ακολουθίες είναι απόδειξη πίστης και, ακόμη χειρότερα, κριτήριο για να διαχωριστούν οι καλοί από τους κακούς πιστούς και οι καθαροί από τους ακάθαρτους. Κι ακόμη, στην άποψη ότι η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό είναι αυστηρά υποταγμένη στα μεγέθη του χρόνου (περιοδικότητα) και του χώρου (ναός), αγνοώντας ότι με τον τρόπο αυτό γίνονται τροχονόμοι της θείας χάριτος. Έπειτα, μια τέτοια νοοτροπία και συμπεριφορά, βασίζεται στην ειδωλοποίηση των μυστηρίων και στη μαγική τους χρήση. Σε ένα θρησκευτικό και «υπερορθόδοξο» διαδικτυακό τόπο οι επισκέπτες πληροφορούνται ότι αν δεν τελεστεί ούτε μία θεία λειτουργία στη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου αυτό θα σημάνει το τέλος του κόσμου! Μια άλλη θεωρητική βάση αυτής της συμπεριφοράς είναι η ακλόνητη βεβαιότητα πως μπορεί ο άνθρωπος να σωθεί μόνος του, δυνάμει της πίστης του, των ασκητικών του επιδόσεων, και της απαρέγκλιτης τήρησης των θρησκευτικών του υποχρεώσεων. Ή ακόμη και δυνάμει της αγάπης του προς τον Θεό, η οποία διαλύει κάθε φόβο , εν προκειμένω τον φόβο της μόλυνσης. Έτσι, όμως λησμονούν ότι η σωτηρία ενός εκάστου περνάει πάντα από τον διπλανό, οποιονδήποτε διπλανό, πιστό ή αδιάφορο, αλλόθρησκο ή άθρησκο. Ακόμη και η αγάπη στον Θεό δεν είναι αρκετή αν δεν συνδυάζεται με την αγάπη προς τον πλησίον. Γιατί καμία θυσία και καμία λατρευτική πράξη δεν είναι καλόδεχτη στον Θεό, καμία διακήρυξη και ομολογία πίστης δεν είναι αυθεντική αν δεν επιβεβαιώνεται από την αγάπη προς τον πλησίον. Αν σώζομαι είναι γιατί έδωσα φαγητό, ξεδίψασα, έντυσα, επισκέφθηκα στη φυλακή και στο κρεβάτι της αρρώστιας και του πόνου τον διπλανό μου , χωρίς να τον ρωτήσω αν πιστεύει ή όχι. 
Το τελευταίο διάστημα, πολλοί άνθρωποι, ανεξάρτητα από τη σχέση τους με την Εκκλησία, εκφράζουν τις επιφυλάξεις, την ανησυχία και τον φόβο τους για τον κίνδυνο μόλυνσης από τον κορωνοϊό που εγκυμονούν οι λειτουργικές συνάξεις. Κάποιοι ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου και πολλοί άλλοι φροντίζουν οικείους που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου. Ορισμένοι από τους διαμαρτυρόμενους, επικαλούμενοι τον πραγματικό κίνδυνο διασποράς του ιού βρίσκουν ευκαιρία να επιτεθούν στην Εκκλησία, με εμπάθεια, φανατισμό και ιδεολογικά κριτήρια. Ωστόσο, ο φόβος των ανθρώπων παραμένει και είναι τόσο πραγματικός όσο και η πηγή του. Αυτός ακριβώς ο φόβος είναι που (θα έπρεπε να) πυροδοτήσει τον σεβασμό, τη διάκριση και την αγαπητική αλληλεγγύη των πιστών απέναντι στους άλλους, ακόμη και με το κόστος να στερηθούν για λίγο το υλικό και έμψυχο περιβάλλον της κοινής λατρείας. Υπάρχουν πιστοί απόλυτα βέβαιοι ότι δεν θα μολυνθούν εντός του ναού, άλλοι υποτιμούν ή αμφισβητούν τις εντολές των υγειονομικών αρχών, και άλλοι παραμένουν απολύτως αδιάφοροι για τον φόβο των άλλων, για την υγεία τη δική τους και την ασφάλεια της κοινότητας. Σε αυτές τις περιπτώσεις της κοινωνικής αναισθησίας είναι ευθύνη του κλήρου να ευαισθητοποιήσει τους «ζηλωτές», αδιάφορους και αναίσθητους πιστούς. Και να τους πείσει ότι ο αυτοπεριορισμός όχι μόνο δεν απειλεί την σωτηρία του χριστιανού, αλλά υπαγορεύεται από την ύψιστη εντολή της αγάπης. 
Αυτές τις εκδοχές της μικρόνοιας, της εκκλησιαστικής απαιδευσίας, της πνευματικής αναισθησίας για τον άλλο και της μαγικής βίωσης των μυστηρίων τις αποσιώπησε το κείμενο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου που διαβάστηκε στη σημερινή κυριακάτικη λειτουργία. Βέβαια, ορισμένοι ιεράρχες, όπως ο Αλβανίας κ. Αναστάσιος, ο Αμερικής κ. Ελπιδοφόρος, ο Δημητριάδος Ιγνάτιος και Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος καθώς και ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου (όπως πληροφορούμαι καθώς γράφω τούτες τις αράδες) αποφάσισαν να περιορίσουν ή και να αναστείλουν τη λειτουργία των ναών με σκοπό την αναχαίτιση της διάδοσης του ιού. Τέτοιου είδους αποφάσεις πυροδοτούν τον ενθουσιασμό και τις ζητωκραυγές εκ μέρους πολλών πιστών, την επιδοκιμασία μεγάλου μέρους του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου καθώς και εκπροσώπων ποικίλων κοινωνικών και πολιτικών φορέων. Η συγκεκριμένη στάση ορισμένων ιεραρχών και η θριαμβολογική υποδοχή της μάς αποκαλύπτουν δύο διαφορετικές όψεις της πραγματικότητας. Από τη μια πλευρά, δείχνουν ότι υπάρχουν ακόμη ποιμένες με γρηγορούσα πνευματική κατάρτιση και κρίση, με υψηλό αίσθημα ευθύνης και πατρική ευαισθησία, οι οποίοι δεν χρησιμοποιούν το ποίμνιο για να επιδείξουν τη δύναμη της Εκκλησίας έναντι εκείνων που την αμφισβητούν. Από την άλλη πλευρά, όμως, σταθμίζουν και το σημερινό πνευματικό μας πρόβλημα. Διότι, όταν το αυτονόητο επαινείται ως κατόρθωμα, όταν η αυθεντικότητα θεωρείται μια φωτεινή εξαίρεση στην σκοτεινή «κανονικότητα» και όταν οι πραγματώσεις της πίστης που υπηρετούν το κοινό αγαθό μοιάζουν με δυσδιάκριτες νησίδες στον θολό ορίζοντα μιας ατομικής θρησκευτικότητας, τότε απλώς επιβεβαιώνουμε αυτό που είχε επισημάνει ο βρετανός λογοτέχνης George Orwell (1903-1950), συγγραφέας του προφητικού 1984 και της Φάρμας των Ζώων: πως σε μία εποχή καθολικής πλάνης το να λέει κανείς την αλήθεια είναι επαναστατική πράξη.