Σάββατο, 18 Απριλίου 2020

Στίβεν Ξενάκης στην «Κ»: Τα «τραύματα» των γιατρών θα φανούν αργότερα

Ο Στίβεν Ξενάκης, ψυχίατρος και ταξίαρχος ε.α. του αμερικανικού στρατού, συντάσσει πρόγραμμα για την ψυχική προστασία ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού.

Την περασμένη εβδομάδα ο Στίβεν Ξενάκης, ψυχίατρος και ταξίαρχος ε.α. του αμερικανικού στρατού, ξεκίνησε να συντάσσει ένα πρόγραμμα για ένα από τα μεγάλα νοσοκομεία του Κονέκτικατ. Kάτι σαν οδηγό για τα μέλη της διοίκησης, στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.
Οχι από τον ιό, αλλά από το τεράστιο ψυχολογικό βάρος που μπορεί να τους δημιουργήσει. «Πέρα από το ρίσκο τού να μολυνθούν, έχουν να αντιμετωπίσουν πρωτόγνωρες καταστάσεις οι οποίες μπορεί να τους κάνουν να νιώσουν ανήμποροι και απελπισμένοι και, χωρίς την κατάλληλη υποστήριξη, να τους προκαλέσουν μακροπρόθεσμα άγχος ή κατάθλιψη», εξηγεί στην «Κ».
Ο Στίβεν Ξενάκης –ή Σταμάτης, όπως σπεύδει να προσθέσει θέλοντας να τονίσει την ελληνική του καταγωγή (οι παππούδες του είχαν μεταναστεύσει από τη Χίο)– είναι ίσως από τους πλέον κατάλληλους για το συγκεκριμένο εγχείρημα. Εχει προσωπική εμπειρία από τη μοναδική κατάσταση που μπορεί να συγκριθεί με τις τωρινές άγριες συνθήκες στα νοσοκομεία: από τον πόλεμο. «Ανέκαθεν, οι στρατιώτες μας και οι ηγέτες τους έπρεπε να παλέψουν με τις ηθικές και δεοντολογικές διαστάσεις των πράξεών τους, ιδιαίτερα όταν καλούνταν να αποφασίσουν ποιος ζει ή ποιος πεθαίνει. Δυστυχώς, αντίστοιχες καταστάσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν τώρα και οι γιατροί. Είναι σαφές πως έχουμε να κάνουμε με έναν πόλεμο».
Ο κ. Ξενάκης θεωρεί πως όπως έκαναν και στο μέτωπο του πολέμου, έτσι και τώρα, κάθε διοίκηση νοσοκομείου οφείλει κατ’ αρχάς να επεξεργαστεί και να γνωρίζει όλα τα πιθανά σενάρια που μπορεί να κληθεί να αντιμετωπίσει: «Είναι σαφές, για παράδειγμα, πως θα υπάρξουν περιπτώσεις όπου οι αναπνευστήρες δεν θα επαρκούν. Ποιος θα σωθεί όταν δεν μπορούν όλοι να σωθούν και ποιος, πώς το αποφασίζει; Η λήψη τέτοιων δύσκολων αποφάσεων από γιατρούς μπορεί να οδηγήσει σε αυτό που ονομάζουμε ηθική βλάβη: ένα αίσθημα δυσφορίας για πράξεις ή παραλείψεις που παραβιάζουν τους ηθικούς και δεοντολογικούς κώδικες του ατόμου».
Διευκρινίζει πως σίγουρα θα υπάρχουν διαφορετικών ειδών αντιδράσεις. «Το βλέπαμε και στον στρατό, πάντα υπήρχαν εκείνοι που πυροβολούσαν και απλά μετά το ξεχνούσαν. Αλλά ακόμα και για εκείνους –και αντίστοιχα τώρα για τους γιατρούς που ίσως μοιάζουν πιο αποστασιοποιημένοι– μπορεί το τραύμα να βγει σε μεταγενέστερο χρόνο.
Η δύσκολη απόφαση
Ο κ. Ξενάκης έδωσε το παράδειγμα ενός γιατρού που αναγκάζεται να αφαιρέσει από έναν ασθενή τον αναπνευστήρα. Τα παιδιά του τον ικετεύουν να δώσει στον πάτερα τους ακόμη μία ευκαιρία να ζήσει. Βασισμένος στους υπολογισμούς του, ο γιατρός παίρνει τη δύσκολη απόφαση και ο ασθενής πεθαίνει. Μία δεκαετία αργότερα όμως, ο δικός του πατέρας γίνεται 70 ετών και τότε εκείνη η απόφαση μπορεί να τον στοιχειώσει. Πώς μπόρεσε τότε να το κάνει;
Σύμφωνα με τον κ. Ξενάκη, επίσης απαραίτητο είναι το νοσοκομείο να έχει δημιουργήσει σαφέστατους κανονισμούς και πρωτόκολλα για τα πάντα. «Αυτό δίνει μια αίσθηση τάξης σε μια κατά τα άλλα χαοτική κατάσταση. Για παράδειγμα, την απόφαση για το ποιος παίρνει αναπνευστήρα ή από ποιον αφαιρείται δεν την παίρνουν οι θεράποντες γιατροί αλλά μια ανεξάρτητη επιτροπή. Αυτό σίγουρα βοηθάει, δεν σημαίνει βέβαια πως ο γιατρός μπορεί να αποβάλει το αίσθημα ευθύνης». Γι’ αυτό, όπως λέει, είναι σημαντικό η διοίκηση κατ’ αρχήν να κατανοεί το βάρος που επωμίζονται οι γιατροί και να τους στηρίζει.
«Εάν π.χ. ένας ασθενής πεθάνει αφού ο γιατρός τον βγάλει από τον αναπνευστήρα, καλό θα ήταν ο συγκεκριμένος γιατρός να βγει από το “μέτωπο” έστω και για λίγη ώρα. Επίσης, σημαντικό είναι να καλλιεργείται μια κουλτούρα ώστε εάν θελήσουν, θα μπορούν να μιλήσουν για αυτό που βιώνουν. Η κάθαρση», εξηγεί, «μπορεί να βοηθήσει».
Ολοκληρώνοντας τη διαδικτυακή μας συνάντηση και με σπαστά ελληνικά μού είπε πόσο εντυπωσιασμένος είναι με τον τρόπο αντιμετώπισης της πανδημίας στην Ελλάδα αλλά και την αγάπη του για τη χώρα μας που τη νιώθει και λίγο δική του – πριν από δύο χρόνια, στα εβδομηκοστά του γενέθλια, έμεινε για ένα μήνα στη Χίο, θέλοντας να γνωρίσει καλύτερα τον τόπο καταγωγής της οικογένειάς του. Αποχαιρετιστήκαμε με την ευχή πως σύντομα θα μπορέσει να μας επισκεφθεί ξανά.

«Ανέκαθεν, οι στρατιώτες έπρεπε να παλέψουν με τις ηθικές διαστάσεις των πράξεών τους, ιδιαίτερα όταν καλούνταν να αποφασίσουν ποιος ζει ή ποιος πεθαίνει. Δυστυχώς, αντίστοιχες καταστάσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν τώρα και οι γιατροί. Είναι σαφές πως έχουμε να κάνουμε με έναν πόλεμο». REUTERS / Flavio Lo Scalzo
Οι δύσκολες απαντήσεις
Το άλλο εξίσου δύσκολο κεφάλαιο στον οδηγό που συντάσσει αφορά την επικοινωνία γιατρών με τις οικογένειες των ασθενών. Ξέροντας πως μπορεί να ειπωθούν πολύ σκληρές κουβέντες, επεξεργάζεται στο χαρτί πιθανούς διαλόγους με την ελπίδα να βοηθήσει τους γιατρούς να απαντήσουν. «Για παράδειγμα, σε κάποιον που τον κατηγορεί πως το παίζει θεός, αποφασίζοντας εάν ο δικός του θα ζήσει ή θα πεθάνει, θα τον συμβούλευα να απαντήσει πως ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη απόφαση αλλά πως δεν την έχει πάρει μόνος του, δεν θα μπορούσε ποτέ να την πάρει μόνος του – και εδώ βοηθάει η ύπαρξη των επιτροπών». Συμβουλεύει επίσης τους γιατρούς να δείξουν κατανόηση στον πόνο τους και –γιατί όχι;– να μοιραστούν και εκείνοι τον δικό τους πόνο και την αγωνία για το τι συνέβη.
Θεωρεί πάντως πως είναι σημαντικό να μην καταλήξουμε να παθολογούμε τις αντιδράσεις των γιατρών: «Είναι απολύτως φυσιολογικές και αναμενόμενες. Το περίεργο θα ήταν οι γιατροί μας να μην αντιδρούσαν. Το ζητούμενο του προγράμματος που ετοιμάζουμε είναι να τους βοηθήσουμε σε πρώτη φάση να κάνουν την εξαιρετικά δύσκολη δουλειά τους όσο καλύτερα μπορούν», καταλήγει.
https://www.kathimerini.gr/