Παρασκευή, 8 Μαΐου 2020

ΟΙ ΒΡΥΚΟΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΦΑΛΜΕΡΑΪΕΡΙΣΜΟΥ

     
Η ιδεολογική διάσταση του ελληνικού εθνομηδενισμού

                                            Άρθρο του Σωκράτη Β. Σίσκου
ΜΕΡΟΣ Β’

Φαίνεται ότι ο Όστερμαν-Τολστόι δεν γνώριζε ή υποκρινόταν ότι δεν γνώριζε τις μυστικές προθέσεις του τσάρου Νικόλαου Α’ για να σταματήσει τον Ιμπραήμ στο Ικόνιο και μάλλον θα αντιμετωπίστηκε κάπως εχθρικά από τον αιγύπτιο στρατηλάτη. Γι’ αυτό, όταν επέστρεψε στη Ρωσία αντιτάχθηκε ή δήθεν αντιτάχθηκε στην απόφαση του τσάρου να σταματήσει την προέλαση του Ιμπραήμ στο κέντρο, στην καρδιά της Τουρκίας.  Λέμε «δήθεν» διότι, όπως θα δούμε αργότερα φαίνεται να έπαιζε, το 1842/1843, το ρόλο του «μυστικού συνδέσμου» για την επαναπροσέγγιση του Φαλμεράιερ για τον ίδιο σκοπό.
Ίσως υποκρινόταν μπροστά στον Ιμπραήμ Πασά ότι υποστήριζε, όπως και εκείνος, την ολοκληρωτική διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη βέβαιη κατάληψη και της Κωνσταντινούπολης. Αντίθετα, ο Φαλμεράιερ, επηρεασμένος από το «Δόγμα Μέτερνιχ», συμφωνούσε με την πολιτική του τσάρου για την επιβίωση των υπολειμμάτων της Τουρκίας στο Μικρασιατικό χώρο. Αυτή η αληθινή ή ψεύτική διάσταση απόψεων μεταξύ τσάρου και Όστερμαν-Τολστόι προβλήθηκε ως η αιτία που ο ρώσος ευπατρίδης αυτοεξορίστηκε (ή ενδεχομένως να ήθελε να δείξει στις ευρωπαϊκές υπηρεσίες αντικατασκοπίας ότι διαφωνούσε με το τσαρικό περιβάλλον!) στην Ελβετία. 
Ο Φαλμεράιερ τον επισκέφθηκε το χειμώνα του 1839-1840 και παρέμεινε μαζί του στη Γενεύη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πολλοί θα θεωρήσουν ότι ήταν μια «φιλική επίσκεψη». Στη διεθνή πολιτική και διπλωματία τίποτα δεν είναι φιλικό και τυχαίο. Στο ημερολόγιό του έγραφε με κακία γι’ αυτόν τον σχεδόν ανισόρροπο Κόμη, που είχε «συναισθηματικές βλάβες», που τον εκνεύριζε, τον ταπείνωνε, του υποδείκνυε τα πάντα και τον «ανάγκαζε να παριστάνει το χαμαιλέοντα». Γιατί επισκέφθηκε «φιλικά» κάποιον που του προκαλούσε αηδία, πέντε χρόνια μετά από το κοινό τους ταξίδι του 1831-1834; Θα το δούμε παρακάτω όταν μιλήσουμε για κάποια διαφωτιστικά γεγονότα του 1842 
Το καλοκαίρι του1832 οι δυο «τουρίστες» ξεκίνησαν από την Παλαιστίνη και αφού πέρασαν από Κύπρο και Ρόδο, αποβιβάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 1833. Στην Ελλάδα έφτασαν το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου. Ο Φαλμεράιερ είχε ήδη προετοιμάσει τα σχέδια για να συμπληρώσει τη θεωρία του για την ασυνέχεια του ελληνισμού, με τη συλλογή στοιχείων για τον 2ο τόμο του βιβλίου του (που εκδόθηκε το 1836 με τίτλο «Geschichte der Halbinsel Morea während des Mittelalters.- Teil 2»).
Η υποδοχή που τους έγινε στην Αθήνα από τους Έλληνες διανοούμενους και το βαυαρικό περιβάλλον των ανακτόρων ήταν εντυπωσιακή. Μάλιστα, ο αρχαιολόγος Κυριάκος Πιττάκης, από άγνοια των προθέσεων του Φαλμεράιερ, τον βοήθησε στη συλλογή στοιχείων, ενώ αργότερα αγωνίστηκε με πάθος για να αποδείξει τον αντιεπιστημονικό χαρακτήρα της θεωρίας του. Επίσης, μόλις πριν από σχεδόν ενάμισι χρόνο (τον Απρίλη του 1832) είχε ανακηρυχθεί Βασιλιάς της Ελλάδος ο ανήλικος πρίγκιπας της Βαυαρίας Όθωνας. Το αυλικό περιβάλλον του χρωστούσε χάρη, διότι με την αρθρογραφία του στον αυστρο-βαυαρικό τύπο υποστήριξε την υποψηφιότητα του  Όθωνα για τον ελληνικό θρόνο. Όταν μετά από 13 χρόνια (το καλοκαίρι του 1847) ξαναπέρασε από την Ελλάδα συναντήθηκε, ως προσκεκλημένος των ανακτόρων, με τον ίδιο το βασιλιά. Προφανώς γι’ αυτό το λόγο ο Λουδοβίκος Α’, ο πατέρας του Όθωνα, προσπάθησε να τον βοηθήσει για να αναπληρώσει την κενή έδρα του αποθανόντα καθηγητή Johann Joseph von Görres στο πανεπιστήμιο του Μονάχου, παρά τις έντονες αντιδράσεις της Βαυαρικής Ακαδημίας Επιστημών. Τελικά, ο διορισμός πραγματοποιήθηκε αλλά ο Φαλμεράιερ δεν πέρασε ούτε μια φορά την πόρτα του πανεπιστημίου. Ως το τέλος της ζωής του δεν δίδαξε ως καθηγητής ούτε μια ώρα, ενώ μετά από ορισμένα χρόνια ο διορισμός του ακυρώθηκε.  Ας συνεχίσουμε όμως με το βίο και την πολιτεία του Φαλμεράιερ.
Αναφέραμε πιο πάνω για τη συνάντησή του με τον Όστερμαν-Τολστόι στη Γενεύη το 1840. Φαίνεται ότι εκεί πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες συναντήσεις του με ρώσους διπλωμάτες, αλλά οι δυο πλευρές δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Όμως, το θέμα δεν είχε κλείσει. Τις τελικές διαπραγματεύσεις ανέλαβε το 1842 (ο Β. Κέλερ αναφέρει ως ημερομηνία το 1843) ο ρώσος πρώην πρέσβης στη Βαυαρία Φιοντόρ Τιούτσεφ  (Fyodor Tyutchev) διότι: «Fallmerayer's Greek dissertation was of interest to Russian circles, and perhaps for this reason Tyutchev approached Fallmerayer and suggested that he use journalism to promote tsarist politics» (Η ελληνική διατριβή του Fallmerayer προκαλούσε ενδιαφέρον στους ρωσικούς κύκλους και ίσως για αυτόν τον λόγο ο Tyutchev πλησίασε τον Fallmerayer και πρότεινε να χρησιμεύσει για τη δημοσιογραφική προβολή της τσαρικής πολιτικής). 
Πιο αποκαλυπτικός ο αντιναζιστής δημοσιογράφος μεγάλων γερμανικών εφημερίδων και γνωστός συγγραφέας Βέρνερ Κέλερ (Werner Keller) στο «https://archive.org-Internet Archive», γράφει:
       «Μια νύχτα του Οκτωβρίου του 1843, ο Fallmerayer, ‘’ΚΑΛΕΣΕ’’ το Ρώσο διπλωμάτη Feodor Ivanovich Tyuchev, έναν ενθουσιώδη πανσλαβιστή, στο σπίτι του. Οι δυο είχαν γνωριστεί πριν από χρόνια, αλλά τώρα υπήρχε ένας συγκεκριμένος σκοπός πίσω από την επίσκεψη των Ρώσων (ΣΣ=φαίνεται ότι υπήρχαν και άλλοι ρώσοι διαπραγματευτές). Σε μια ‘’ΜΑΚΡΑ ΜΥΣΤΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ’’ ο Τιούσεφ ρώτησε αν ο βαυαρός μελετητής  θα ήταν πρόθυμος να διαδώσει τα ρωσικά συμφέροντα στην Ευρώπη με αντάλλαγμα ένα ‘’ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΣΑΡΟ’’».  
Ήταν η μεγάλη ευκαιρία για τον Φαλμεράιερ να λύσει οριστικά το βιοτικό του πρόβλημα, με ένα ετήσιο βασιλικό εισόδημα. Αν υπήρχε η δυνατότητα αυτή η συνεργασία να είναι καμουφλαρισμένη και, όπως με τον χαμαιλεοντισμό της περίπτωσης του 1831 με τον Όστερμαν-Τολστόι, «επωφελής και για τα δυο μέρη», δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Οι Ρώσοι όμως του ζητούσαν ρητά κάτι συγκεκριμένο που θα κατέστρεφε ανεπανόρθωτα τη φήμη του ως διανοούμενου, ως ατόμου, ως δημοσιογράφου και ως πατριώτη. Εδώ και πολλά χρόνια, με το συνάδελφό του Φρίντριχ Λιστ (Friedrich List) στην «Allgemeine Zeitung» του Augsbourg, έγραφαν πύρινα άρθρα για τον ρωσικό κίνδυνο. Ήταν δυνατόν να πείσει τη γερμανική κοινή γνώμη για την «φιλειρηνική πανσλαβιστική πολιτική της Ρωσίας στα Βαλκάνια και στο Αιγαίο;». Ο παθιασμένος παγγερμανιστής συνάδελφός του Φ. Λίστ «θα τον έτρωγε ζωντανό». Άλλωστε, μια τέτοια ξαφνική αναστροφή ιδεολογίας θα οδηγούσε σε βέβαιη αναποτελεσματικότητα της προπαγάνδας του. Οι αναγνώστες των άρθρων του σκέφτονταν όπως κάποιος Μίκαελ Βάιτμαν ή κατ’ άλλους Βίτμαν (Michael Wittmann) όταν υποστήριζε ότι, «αποτελεί ειρωνεία το ότι ένας άνδρας που χαρακτηριζόταν στην πολιτική του σκέψη από απροκάλυπτη σλαβοφοβία, έφτασε να αποκηρυχτεί στην Ελλάδα ως σλαβόφιλος, πανσλαβιστής και πράκτορας των Τσάρων!». Γι’ αυτό το λόγο οι συζητήσεις κατέληξαν σε αποτυχία συμφωνίας.
Στις αρχές του 1850 ένα άλλο γεγονός αμαύρωσε τη φήμη του ως διανοούμενου και ως ηθικού και αξιοπρεπή ατόμου. Η εφημερίδα «Tiroler Zeitung» έγραψε χωρίς πολλές λεπτομέρειες ότι, ο Fallmerayer τιμωρήθηκε με «ραφανίδωση»(Rhaphanidosis-Βλ. Υποσημ. 2), εξαιτίας  «απροσδιόριστων
παραβάσεων» που διαπράχθηκαν στην Αθήνα όταν, όπως γράψαμε, επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1847. Το θέμα κρατήθηκε μυστικό λόγω, προφανώς, της παρέμβασης ισχυρών προστατών του, αλλά από το είδος της ποινικής τιμωρίας συνάγεται ότι η κατηγορία αφορούσε κακούργημα σεξουαλικής μορφής. Μετά την καταδίκη υποβλήθηκε (στις 25 Ιανουαρίου) πρόταση στη Βαυαρική Ακαδημία Επιστημών για τη διαγραφή του από τον κατάλογο των μελών της, αλλά το αίτημα απορρίφθηκε με διαφορά δυο ψήφων από την δεκατετραμελή Επιτροπή που συστήθηκε γι’ αυτό το σκοπό.  Για να τηρηθούν όμως τα προσχήματα, η Επιτροπή τον τιμώρησε «με επίσημη επίπληξη», η οποία δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα που εργαζόταν, στην «Allgemeine Zeitung».
Είδαμε ως τώρα στα δυο άρθρα, στα οποία αναλύθηκε επιστημονικά η θεωρία του Φαλμεράιερ αλλά και από πλευράς των κινήτρων και της προσωπικότητας του συγγραφέα, τη σκοτεινή πλευρά αυτής της έρευνας για τη φυλετική ασυνέχεια του ελληνισμού. Αν απλά ισχυριζόταν ότι στην Ελλάδα υπήρξε μείξη διαφόρων φυλών, δεν θα υπήρχε πρόβλημα αμφισβήτησης, διότι σε κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν υπάρχει απόλυτη φυλετική καθαρότητα. Στην Ισπανία, όπου επί αιώνες άνθισε ένας εκπληκτικός μουσουλμανικός πολιτισμός (των Μαυριτανών) και είναι εμφανείς οι επιδράσεις της επιμειξίας στην εξωτερική εμφάνιση και στις καλλιτεχνικές δημιουργίες της χώρας, κανένας άλλος Φαλμεράιερ δεν ισχυρίστηκε ότι οι σημερινοί Ισπανοί είναι Άραβες και ότι στο αίμα τους δεν υπάρχει ούτε σταγόνα των ευρωπαίων προγόνων τους ή ότι η γλώσσα τους ανήκει στους λατινόφωνους Άραβες. Η  φυλετική συνέχεια ενός λαού επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη ισχυρών πολιτιστικών στοιχείων, που έχουν την αφομοιωτική δυνατότητα ενσωμάτωσης ατόμων άλλων φυλών, αλλά και το συνεκτικό στοιχείο της κοινωνικής συνοχής. Γι’ αυτό επέζησε ο υποδουλωμένος ελληνισμός σχεδόν δυο χιλιετίες, είκοσι αιώνες, από την αρχή της Ρωμαιοκρατίας και ως τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους. Οι Έλληνες, συσπειρωμένοι σε κοινότητες στην Τραπεζούντα, στην Κριμαία, στην Κύπρο, στη Σμύρνη, στη Μακεδονία και Θράκη (Ρωμυλία),  στη Νότια Ιταλία ή ακόμα στο Αφγανιστάν και το Ιράν,  κατάφεραν να επιβιώσουν διατηρώντας τα βασικά στοιχεία του πολιτισμού τους και κυρίως την ελληνική γλώσσα με τις διαλέκτους της. Η Οδησσός και η Σμύρνη θεωρούνταν στην πραγματικότητα, επί αιώνες, ως ελληνικές πόλεις.  Στο προηγούμενο άρθρο μας υποβάλλαμε το ερώτημα ποιοι ξεσηκώθηκαν στη Μακεδονία το 1821 αφού υπήρχαν μόνον Τούρκοι και Σλάβοι! Υπήρχαν μήπως δυο κατηγορίες Σλάβων, με τη μία να αποτελείται από «ελληνόφωνους Σλάβους»;
Υπάρχει επίσημο έγγραφο στα τουρκικά αρχεία του ανώτατου Μουλά της Θεσσαλονίκης προς το Σουλτάνο, όταν άρχισαν οι σφαγές των Ελλήνων αμέσως μετά την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων στη Χαλκιδική.  Ο αείμνηστος καθηγητής ιστορίας Απόστολος Βακαλόπουλος δημοσίευσε αυτό το έγγραφο του ανώτατου τούρκου ιερωμένου, από το οποίο αποδεικνύεται ότι εκτός από την τουρκική, την ελληνική με ηγέτη της τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης και την εβραϊκή κοινότητα, δεν υπήρχε οργανωμένη κοινότητα ή σωματείο άλλης φυλής, αλλά ενδεχομένως διάφοροι διεσπαρμένοι Σλάβοι (Σέρβοι, Βούλγαροι, Μαυροβούνιοι) όπως σε άλλες πόλεις και χωριά, τους οποίους συλλήβδην ονόμαζαν Βούλγαρους. 
-------------------------------------
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
2.- Ραφανίδωση ήταν η πράξη της εισαγωγής των κονδύλων του φυτού του γένους Raphanus (ραπανάκι ) στον πρωκτό,  για σοβαρό σεξουαλικό αδίκημα ή κακούργημα. Είναι γνωστή ως πράξη ατιμωτικής και ταπεινωτικής τιμωρίας από την αρχαιότητα και ως τον 19ο αιώνα, αλλά είναι ελάχιστες ως ανύπαρκτες οι λεπτομέρειες της εφαρμογής της. Η εισαγωγή των κονδύλων, ανάλογα με την ποσότητα και το μέγεθός τους, επέφερε μικρό ή μεγάλο πόνο και σε περίπτωση βαριάς εγκληματικής πράξης επώδυνο θάνατο. 



       




Η ιδεολογική διάσταση του ελληνικού εθνομηδενισμού

                                            Άρθρο του Σωκράτη Β. Σίσκου
ΜΕΡΟΣ Β’
Φαίνεται ότι ο Όστερμαν-Τολστόι δεν γνώριζε ή υποκρινόταν ότι δεν γνώριζε τις μυστικές προθέσεις του τσάρου Νικόλαου Α’ για να σταματήσει τον Ιμπραήμ στο Ικόνιο και μάλλον θα αντιμετωπίστηκε κάπως εχθρικά από τον αιγύπτιο στρατηλάτη. Γι’ αυτό, όταν επέστρεψε στη Ρωσία αντιτάχθηκε ή δήθεν αντιτάχθηκε στην απόφαση του τσάρου να σταματήσει την προέλαση του Ιμπραήμ στο κέντρο, στην καρδιά της Τουρκίας.  Λέμε «δήθεν» διότι, όπως θα δούμε αργότερα φαίνεται να έπαιζε, το 1842/1843, το ρόλο του «μυστικού συνδέσμου» για την επαναπροσέγγιση του Φαλμεράιερ για τον ίδιο σκοπό. Ίσως υποκρινόταν μπροστά στον Ιμπραήμ Πασά ότι υποστήριζε, όπως και εκείνος, την ολοκληρωτική διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη βέβαιη κατάληψη και της Κωνσταντινούπολης. Αντίθετα, ο Φαλμεράιερ, επηρεασμένος από το «Δόγμα Μέτερνιχ», συμφωνούσε με την πολιτική του τσάρου για την επιβίωση των υπολειμμάτων της Τουρκίας στο Μικρασιατικό χώρο. Αυτή η αληθινή ή ψεύτική διάσταση απόψεων μεταξύ τσάρου και Όστερμαν-Τολστόι προβλήθηκε ως η αιτία που ο ρώσος ευπατρίδης αυτοεξορίστηκε (ή ενδεχομένως να ήθελε να δείξει στις ευρωπαϊκές υπηρεσίες αντικατασκοπίας ότι διαφωνούσε με το τσαρικό περιβάλλον!) στην Ελβετία. 
Ο Φαλμεράιερ τον επισκέφθηκε το χειμώνα του 1839-1840 και παρέμεινε μαζί του στη Γενεύη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πολλοί θα θεωρήσουν ότι ήταν μια «φιλική επίσκεψη». Στη διεθνή πολιτική και διπλωματία τίποτα δεν είναι φιλικό και τυχαίο. Στο ημερολόγιό του έγραφε με κακία γι’ αυτόν τον σχεδόν ανισόρροπο Κόμη, που είχε «συναισθηματικές βλάβες», που τον εκνεύριζε, τον ταπείνωνε, του υποδείκνυε τα πάντα και τον «ανάγκαζε να παριστάνει το χαμαιλέοντα». Γιατί επισκέφθηκε «φιλικά» κάποιον που του προκαλούσε αηδία, πέντε χρόνια μετά από το κοινό τους ταξίδι του 1831-1834; Θα το δούμε παρακάτω όταν μιλήσουμε για κάποια διαφωτιστικά γεγονότα του 1842 
Το καλοκαίρι του1832 οι δυο «τουρίστες» ξεκίνησαν από την Παλαιστίνη και αφού πέρασαν από Κύπρο και Ρόδο, αποβιβάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 1833. Στην Ελλάδα έφτασαν το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου. Ο Φαλμεράιερ είχε ήδη προετοιμάσει τα σχέδια για να συμπληρώσει τη θεωρία του για την ασυνέχεια του ελληνισμού, με τη συλλογή στοιχείων για τον 2ο τόμο του βιβλίου του (που εκδόθηκε το 1836 με τίτλο «Geschichte der Halbinsel Morea während des Mittelalters.- Teil 2»).
Η υποδοχή που τους έγινε στην Αθήνα από τους Έλληνες διανοούμενους και το βαυαρικό περιβάλλον των ανακτόρων ήταν εντυπωσιακή. Μάλιστα, ο αρχαιολόγος Κυριάκος Πιττάκης, από άγνοια των προθέσεων του Φαλμεράιερ, τον βοήθησε στη συλλογή στοιχείων, ενώ αργότερα αγωνίστηκε με πάθος για να αποδείξει τον αντιεπιστημονικό χαρακτήρα της θεωρίας του. Επίσης, μόλις πριν από σχεδόν ενάμισι χρόνο (τον Απρίλη του 1832) είχε ανακηρυχθεί Βασιλιάς της Ελλάδος ο ανήλικος πρίγκιπας της Βαυαρίας Όθωνας. Το αυλικό περιβάλλον του χρωστούσε χάρη, διότι με την αρθρογραφία του στον αυστρο-βαυαρικό τύπο υποστήριξε την υποψηφιότητα του  Όθωνα για τον ελληνικό θρόνο. Όταν μετά από 13 χρόνια (το καλοκαίρι του 1847) ξαναπέρασε από την Ελλάδα συναντήθηκε, ως προσκεκλημένος των ανακτόρων, με τον ίδιο το βασιλιά. Προφανώς γι’ αυτό το λόγο ο Λουδοβίκος Α’, ο πατέρας του Όθωνα, προσπάθησε να τον βοηθήσει για να αναπληρώσει την κενή έδρα του αποθανόντα καθηγητή Johann Joseph von Görres στο πανεπιστήμιο του Μονάχου, παρά τις έντονες αντιδράσεις της Βαυαρικής Ακαδημίας Επιστημών. Τελικά, ο διορισμός πραγματοποιήθηκε αλλά ο Φαλμεράιερ δεν πέρασε ούτε μια φορά την πόρτα του πανεπιστημίου. Ως το τέλος της ζωής του δεν δίδαξε ως καθηγητής ούτε μια ώρα, ενώ μετά από ορισμένα χρόνια ο διορισμός του ακυρώθηκε.  Ας συνεχίσουμε όμως με το βίο και την πολιτεία του Φαλμεράιερ.
Αναφέραμε πιο πάνω για τη συνάντησή του με τον Όστερμαν-Τολστόι στη Γενεύη το 1840. Φαίνεται ότι εκεί πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες συναντήσεις του με ρώσους διπλωμάτες, αλλά οι δυο πλευρές δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Όμως, το θέμα δεν είχε κλείσει. Τις τελικές διαπραγματεύσεις ανέλαβε το 1842 (ο Β. Κέλερ αναφέρει ως ημερομηνία το 1843) ο ρώσος πρώην πρέσβης στη Βαυαρία Φιοντόρ Τιούτσεφ  (Fyodor Tyutchev) διότι: «Fallmerayer's Greek dissertation was of interest to Russian circles, and perhaps for this reason Tyutchev approached Fallmerayer and suggested that he use journalism to promote tsarist politics» (Η ελληνική διατριβή του Fallmerayer προκαλούσε ενδιαφέρον στους ρωσικούς κύκλους και ίσως για αυτόν τον λόγο ο Tyutchev πλησίασε τον Fallmerayer και πρότεινε να χρησιμεύσει για τη δημοσιογραφική προβολή της τσαρικής πολιτικής). 
Πιο αποκαλυπτικός ο αντιναζιστής δημοσιογράφος μεγάλων γερμανικών εφημερίδων και γνωστός συγγραφέας Βέρνερ Κέλερ (Werner Keller) στο «https://archive.org-Internet Archive», γράφει:
       «Μια νύχτα του Οκτωβρίου του 1843, ο Fallmerayer, ‘’ΚΑΛΕΣΕ’’ το Ρώσο διπλωμάτη Feodor Ivanovich Tyuchev, έναν ενθουσιώδη πανσλαβιστή, στο σπίτι του. Οι δυο είχαν γνωριστεί πριν από χρόνια, αλλά τώρα υπήρχε ένας συγκεκριμένος σκοπός πίσω από την επίσκεψη των Ρώσων (ΣΣ=φαίνεται ότι υπήρχαν και άλλοι ρώσοι διαπραγματευτές). Σε μια ‘’ΜΑΚΡΑ ΜΥΣΤΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ’’ ο Τιούσεφ ρώτησε αν ο βαυαρός μελετητής  θα ήταν πρόθυμος να διαδώσει τα ρωσικά συμφέροντα στην Ευρώπη με αντάλλαγμα ένα ‘’ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΣΑΡΟ’’».  
Ήταν η μεγάλη ευκαιρία για τον Φαλμεράιερ να λύσει οριστικά το βιοτικό του πρόβλημα, με ένα ετήσιο βασιλικό εισόδημα. Αν υπήρχε η δυνατότητα αυτή η συνεργασία να είναι καμουφλαρισμένη και, όπως με τον χαμαιλεοντισμό της περίπτωσης του 1831 με τον Όστερμαν-Τολστόι, «επωφελής και για τα δυο μέρη», δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Οι Ρώσοι όμως του ζητούσαν ρητά κάτι συγκεκριμένο που θα κατέστρεφε ανεπανόρθωτα τη φήμη του ως διανοούμενου, ως ατόμου, ως δημοσιογράφου και ως πατριώτη. Εδώ και πολλά χρόνια, με το συνάδελφό του Φρίντριχ Λιστ (Friedrich List) στην «Allgemeine Zeitung» του Augsbourg, έγραφαν πύρινα άρθρα για τον ρωσικό κίνδυνο. Ήταν δυνατόν να πείσει τη γερμανική κοινή γνώμη για την «φιλειρηνική πανσλαβιστική πολιτική της Ρωσίας στα Βαλκάνια και στο Αιγαίο;». Ο παθιασμένος παγγερμανιστής συνάδελφός του Φ. Λίστ «θα τον έτρωγε ζωντανό». Άλλωστε, μια τέτοια ξαφνική αναστροφή ιδεολογίας θα οδηγούσε σε βέβαιη αναποτελεσματικότητα της προπαγάνδας του. Οι αναγνώστες των άρθρων του σκέφτονταν όπως κάποιος Μίκαελ Βάιτμαν ή κατ’ άλλους Βίτμαν (Michael Wittmann) όταν υποστήριζε ότι, «αποτελεί ειρωνεία το ότι ένας άνδρας που χαρακτηριζόταν στην πολιτική του σκέψη από απροκάλυπτη σλαβοφοβία, έφτασε να αποκηρυχτεί στην Ελλάδα ως σλαβόφιλος, πανσλαβιστής και πράκτορας των Τσάρων!». Γι’ αυτό το λόγο οι συζητήσεις κατέληξαν σε αποτυχία συμφωνίας.
Στις αρχές του 1850 ένα άλλο γεγονός αμαύρωσε τη φήμη του ως διανοούμενου και ως ηθικού και αξιοπρεπή ατόμου. Η εφημερίδα «Tiroler Zeitung» έγραψε χωρίς πολλές λεπτομέρειες ότι, ο Fallmerayer τιμωρήθηκε με «ραφανίδωση»(Rhaphanidosis-Βλ. Υποσημ. 2), εξαιτίας  «απροσδιόριστων
παραβάσεων» που διαπράχθηκαν στην Αθήνα όταν, όπως γράψαμε, επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1847. Το θέμα κρατήθηκε μυστικό λόγω, προφανώς, της παρέμβασης ισχυρών προστατών του, αλλά από το είδος της ποινικής τιμωρίας συνάγεται ότι η κατηγορία αφορούσε κακούργημα σεξουαλικής μορφής. Μετά την καταδίκη υποβλήθηκε (στις 25 Ιανουαρίου) πρόταση στη Βαυαρική Ακαδημία Επιστημών για τη διαγραφή του από τον κατάλογο των μελών της, αλλά το αίτημα απορρίφθηκε με διαφορά δυο ψήφων από την δεκατετραμελή Επιτροπή που συστήθηκε γι’ αυτό το σκοπό.  Για να τηρηθούν όμως τα προσχήματα, η Επιτροπή τον τιμώρησε «με επίσημη επίπληξη», η οποία δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα που εργαζόταν, στην «Allgemeine Zeitung».
Είδαμε ως τώρα στα δυο άρθρα, στα οποία αναλύθηκε επιστημονικά η θεωρία του Φαλμεράιερ αλλά και από πλευράς των κινήτρων και της προσωπικότητας του συγγραφέα, τη σκοτεινή πλευρά αυτής της έρευνας για τη φυλετική ασυνέχεια του ελληνισμού. Αν απλά ισχυριζόταν ότι στην Ελλάδα υπήρξε μείξη διαφόρων φυλών, δεν θα υπήρχε πρόβλημα αμφισβήτησης, διότι σε κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν υπάρχει απόλυτη φυλετική καθαρότητα. Στην Ισπανία, όπου επί αιώνες άνθισε ένας εκπληκτικός μουσουλμανικός πολιτισμός (των Μαυριτανών) και είναι εμφανείς οι επιδράσεις της επιμειξίας στην εξωτερική εμφάνιση και στις καλλιτεχνικές δημιουργίες της χώρας, κανένας άλλος Φαλμεράιερ δεν ισχυρίστηκε ότι οι σημερινοί Ισπανοί είναι Άραβες και ότι στο αίμα τους δεν υπάρχει ούτε σταγόνα των ευρωπαίων προγόνων τους ή ότι η γλώσσα τους ανήκει στους λατινόφωνους Άραβες. Η  φυλετική συνέχεια ενός λαού επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη ισχυρών πολιτιστικών στοιχείων, που έχουν την αφομοιωτική δυνατότητα ενσωμάτωσης ατόμων άλλων φυλών, αλλά και το συνεκτικό στοιχείο της κοινωνικής συνοχής. Γι’ αυτό επέζησε ο υποδουλωμένος ελληνισμός σχεδόν δυο χιλιετίες, είκοσι αιώνες, από την αρχή της Ρωμαιοκρατίας και ως τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους. Οι Έλληνες, συσπειρωμένοι σε κοινότητες στην Τραπεζούντα, στην Κριμαία, στην Κύπρο, στη Σμύρνη, στη Μακεδονία και Θράκη (Ρωμυλία),  στη Νότια Ιταλία ή ακόμα στο Αφγανιστάν και το Ιράν,  κατάφεραν να επιβιώσουν διατηρώντας τα βασικά στοιχεία του πολιτισμού τους και κυρίως την ελληνική γλώσσα με τις διαλέκτους της. Η Οδησσός και η Σμύρνη θεωρούνταν στην πραγματικότητα, επί αιώνες, ως ελληνικές πόλεις.  Στο προηγούμενο άρθρο μας υποβάλλαμε το ερώτημα ποιοι ξεσηκώθηκαν στη Μακεδονία το 1821 αφού υπήρχαν μόνον Τούρκοι και Σλάβοι! Υπήρχαν μήπως δυο κατηγορίες Σλάβων, με τη μία να αποτελείται από «ελληνόφωνους Σλάβους»;
Υπάρχει επίσημο έγγραφο στα τουρκικά αρχεία του ανώτατου Μουλά της Θεσσαλονίκης προς το Σουλτάνο, όταν άρχισαν οι σφαγές των Ελλήνων αμέσως μετά την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων στη Χαλκιδική.  Ο αείμνηστος καθηγητής ιστορίας Απόστολος Βακαλόπουλος δημοσίευσε αυτό το έγγραφο του ανώτατου τούρκου ιερωμένου, από το οποίο αποδεικνύεται ότι εκτός από την τουρκική, την ελληνική με ηγέτη της τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης και την εβραϊκή κοινότητα, δεν υπήρχε οργανωμένη κοινότητα ή σωματείο άλλης φυλής, αλλά ενδεχομένως διάφοροι διεσπαρμένοι Σλάβοι (Σέρβοι, Βούλγαροι, Μαυροβούνιοι) όπως σε άλλες πόλεις και χωριά, τους οποίους συλλήβδην ονόμαζαν Βούλγαρους. 
-------------------------------------
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
2.- Ραφανίδωση ήταν η πράξη της εισαγωγής των κονδύλων του φυτού του γένους Raphanus (ραπανάκι ) στον πρωκτό,  για σοβαρό σεξουαλικό αδίκημα ή κακούργημα. Είναι γνωστή ως πράξη ατιμωτικής και ταπεινωτικής τιμωρίας από την αρχαιότητα και ως τον 19ο αιώνα, αλλά είναι ελάχιστες ως ανύπαρκτες οι λεπτομέρειες της εφαρμογής της. Η εισαγωγή των κονδύλων, ανάλογα με την ποσότητα και το μέγεθός τους, επέφερε μικρό ή μεγάλο πόνο και σε περίπτωση βαριάς εγκληματικής πράξης επώδυνο θάνατο.