Τρίτη, 12 Μαΐου 2020

Ο άγνωστος πόλεμος των Αρχαίων Ελλήνων εναντίον των Κινέζων

http://roykoymoykoy.blogspot.gr/

Πότε και γιατί οι Κινέζοι πολιόρκησαν μία αρχαία ελληνική πόλη.
    Ο Μέγας Αλέξανδρος δεν έφτασε ποτέ στην Κίνα, ούτε τα πλοία της Αθηναϊκής Συμμαχίας, ούτε φυσικά και οι Λακεδαιμόνιοι; “Τότε πού βρήκαν τους Έλληνες οι Κινέζοι για να πολεμήσουν μαζί τους”, ίσως να αναρωτηθείς. Αν είσαι όμως λίγο υποψιασμένος ίσως να έχεις ήδη υποθέσει ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί στα ελληνιστικά χρόνια, όταν τα ελληνιστικά βασίλεια είχαν εξαπλωθεί βαθιά μέσα στην Ασία, όταν πια η βάση τους βρισκόταν τόσο κοντά στο Πεκίνο όσο και στην Αθήνα.
    Να πάρουμε όμως λίγο τα πράγματα από την αρχή.
    Η πόλη ‘Αλεξάνδρεια Εσχάτη’, όπως ίσως θα υποψιάζεσαι ήδη, είναι μία από τις πολλές Αλεξάνδρειες που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στην ανατολή. Πρόκειται για την πιο απομακρυσμένη, όπως μας προϊδεάζει και το όνομά της και βρισκόταν στην κοιλάδα της Φρεγάνης, περιοχή που σήμερα ανήκει στο Τατζικιστάν.
    Αρκετά μακριά, μην το σκέφτεσαι.
    Δυο σύντομα λόγια για το πώς επιβίωσε αυτή η πόλη από την ίδρυσή της το 329 π.Χ. μέχρι το 101 π.Χ., όταν και πολέμησε με τους Κινέζους.
    Αρχικά άνηκε στο βασίλειο των Σελευκιδών, το βασίλειο που ίδρυσε ο Σέλευκος, στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου μετά τον θάνατό του, όταν η αυτοκρατορία του μοιράστηκε σε τέσσερα κομμάτια ανάμεσα στους διαδόχους του. Η Αλεξάνδρεια Εσχάτη έμεινε στο βασίλειο των Σελευκιδών για περίπου 80 χρόνια, όταν και οι κάτοικοι της γύρω περιοχής, οι οποίοι πλέον ονομάζονταν ‘Ελληνοβακτριανοί’ αποσχίστηκαν και δημιούργησαν το δικό τους βασίλειο. Στο νέο βασίλειο, αυτή η πόλη ήταν το ανατολικότερο και βορειότερο σύνορό του.
    Αυτό συνέβη περίπου το 250 π.Χ. Με το πέρασμα του χρόνου, αυτά τα ελληνιστικά βασίλεια άρχισαν να χάνουν δυναμική τους και το συγκεκριμένο στο οποίο αναφερόμαστε υποδουλώθηκε από τους Γουεζί (Τοχάρους). Σε αυτούς, λοιπόν, ήταν υποχρεωμένο να πληρώνει φόρο υποτέλειας.
Πώς συναντήθηκαν τώρα με τους Κινέζους.
    Λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, η δυναστεία των Χαν που εξουσίαζε την “τότε Κίνα” -ας την πούμε έτσι-
ετοιμαζόταν για πόλεμο με τους Χιονγκ Κου, έναν λαό νομάδων, πιθανότατα προγόνων των μετέπειτα Ούνων. Βρίσκονταν στα βόρεια σύνορά τους και για πολλά χρόνια αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα απ’ τις επιδρομές τους.
    Για να πολεμήσει εναντίον τους ο αυτοκράτορας Γου Χαν κατάλαβε ότι χρειαζόταν συμμάχους. Έστειλε έτσι μία θρυλική μορφή της κινεζικής ιστορίας, τον Ζανγκ Κιουν, να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις των Γουεζί -που βρίσκονταν προς τα δυτικά του και είχαν στην υποτέλειά τους την Αλεξάνδρεια Εσχάτη όπως είπαμε- και να τους προτείνει να πολεμήσουν μαζί.
    Ο Ζανγκ Κιουν όμως πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Χιονγκ Κου -αυτοί που έμεναν βόρεια για να μην μπερδεύεσαι απ’ τα πολλά άγνωστα ονόματα- με το που βγήκε απ’ τα σύνορα της τότε Κίνας. Έμεινε ως όμηρος για δέκα χρόνια στη χώρα τους, με τους ίδιους όμως να του φέρονται αρκετά καλά. Μάλιστα παντρεύτηκε και έκανε κι ένα παιδί, το οποίο το άφησε για πάντα πίσω του, γιατί άγνωστο πώς, κατάφερε να αποδράσει και να φύγει από τις περιοχές που έλεγχαν.
    Ήταν όμως τόσο αφοσιωμένος στον βασιλιά του, που αντί να γυρίσει πίσω, δέκα χρόνια μετά, και να του πει “απέτυχα, δεν πήγα ποτέ στους Γουεζί, με έπιασαν αιχμάλωτο οι Χιονγκ Κου”, συνέχισε(!) το ταξίδι του προς τα δυτικά.
    Όταν έφτασε, λοιπόν, στην περιοχή έμαθε ότι ο λαός των Γουεζί δεν είχε καμία διάθεση να συμμαχήσει με τον βασιλιά του και να πολεμήσει. Αν το σκεφτείς, δέκα χρόνια περιπέτειας ήταν πολλά για να γυρίσει στον Χαν και να του πει μόνο αυτό. Οπότε επέλεξε να τον ενημερώσει και για κάτι ακόμα.
    Ο Ζανγκ Κιουν όσο βρισκόταν στη χώρα των Γουεζί βρέθηκε σε μια παράξενη πόλη, με ασυνήθιστα
κτίρια και με μια περίεργη φυλή ανθρώπων που δεν είχε ξαναδεί. Την πόλη αυτή την ονόμασε “Έρσι”, αν και επρόκειτο φυσικά για την Αλεξάνδρεια την Εσχάτη. Οι άνθρωποι που συνάντησε ήταν οι απόγονοι των στρατιωτών και αξιωματικών που είχε αφήσει μόνιμα στην πόλη ο Μέγας Αλέξανδρος και συνέχιζαν να κυριαρχούν στην κοινωνική και πολιτική ζωή της πόλης.
    Έμαθε ότι οι άνθρωποι εκεί ονομάζονταν ‘Ντα-Γιουάν’, δηλαδή ‘Μεγάλοι Ίωνες’. Είχαν “μεγάλα μάτια” και παχιές σκούρες γενειάδες, ζούσαν σε εκλεπτυσμένα σπίτια και αγαπούσαν πολύ το κρασί και το εμπόριο.  Επισκέφτηκε και άλλες πόλεις στη Βακτριανή, όπου εντυπωσιάστηκε απ’ τον τρόπο ζωή τους, τις πόλεις τους και τα οικοδομήματά τους. Παρόλα αυτά σημείωσε ότι “φοβούνταν να πολεμήσουν” και πώς τους “λείπει η στρατιωτική δύναμη”.
    Εντύπωση μεγάλη του έκαναν και τα άλογα τους, τα οποία και ονόμασε “ουράνια”. Η ιδιαίτερη σωματοδομή τους και η αντοχή τους, τον έκαναν να σκεφτεί ότι αυτά τα άλογα θα έδιναν ένα πολύ μεγάλο πλεονέκτημα σε όποιον τα χρησιμοποιούσε στον πόλεμο.
    Επέστρεψε στην Κίνα το 125 π.Χ, ενημέρωσε τον αυτοκράτορα για όλα τα θαυμαστά πράγματα που είχε δει στην άκρη του κινεζικού κόσμου, εξάπτοντας τη φαντασία και του ίδιου, αλλά και των υπόλοιπων κατοίκων. Από εκείνη τη μέρα και μετά θα θεωρούταν ένας μεγάλος εξερευνητής στην πατρίδα του. Στα απομνημονεύματά του θα καταγραφόταν η πρώτη ποτέ αλληλεπίδραση του κινεζικού με τον ελληνικό πολιτισμό.
    Όπως είναι αναμενόμενο τα “ουράνια άλογα” κέντρισαν το ενδιαφέρον του αυτοκράτορα και το 104 π.Χ. -δεν ξέρουμε γιατί άφησε να περάσουν 21 χρόνια από όταν πρωτάκουσε για την ύπαρξή τους- θα στείλει πρεσβεία στην Αλεξάνδρεια με σκοπό να αγοράσει μερικές εκατοντάδες.
    Τα πράγματα δεν θα πάνε όμως όπως θέλει. Οι Ντα-Γιουάν, οι Μεγάλοι Ίωνες όχι μόνο θα πούνε “όχι” στον χρυσό που τους προσέφερε ο αυτοκράτορας, αλλά μετά από μια προσβολή που θα δεχτούν, θα σκοτώσουν ένα υψηλόβαθμο μέλος απ’ την πρεσβεία του βασιλιά.
    Ο Χαν, ο αυτοκράτορας της Κίνας εξοργίστηκε απ’ την αναίδεια των Ελληνοβακτριανών και αποφάσισε να τους εκδικηθεί, ή για να είμαστε πιο σαφείς, να τους καθυποτάξει. Διέταξε τον στρατηγό του Λι Γκουάνγκλι -αδερφός της αγαπημένης του παλλακίδας- να εκστρατεύσει εναντίον τους με 20.000 πεζούς οπλίτες και 6.000 ιππείς.
    Η εκστρατεία ξεκίνησε, όμως η έρημος Τακλαμακάν τους περίμενε και για να περάσουν μέσα απ’ αυτήν θα έπρεπε οι τοπικοί φύλαρχοι να τους παράσχουν προμήθειες και βοήθεια. Αρνήθηκαν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μπλέξουν σε δεκάδες μικροσυμπλοκές, να ταλαιπωρηθούν πολύ και έτσι λίγο πριν τον τελικό προορισμό τους να έχουν απομείνει λιγότεροι απ’ τους μισούς στρατιώτες. Οι υπόλοιποι είχαν αφήσει την τελευταία τους πνοή είτε κατά την πορεία τους στην έρημο είτε κατά τις μάχες δίπλα σε πολύτιμες οάσεις που ελέγχονταν από τις τοπικές φυλές.
    Σε μία από αυτές τις μάχες με τοπικές φυλές, στη μάχη του Γιουκτσένγκ θα ηττηθούν και θα γυρίσουν ντροπιασμένοι στον αυτοκράτορα, πριν καν φτάσουν στην Αλεξάνδρεια.
    Ο αυτοκράτορας δεν θα θανατώσει τον στρατηγό του. Το 102 π.Χ. θα του δώσει πολλαπλάσιο στρατό, 60.000 άντρες, 30.000 ιππείς και 100.000 βόδια. Ο στρατός όχι μόνο ήταν τεράστιος για τα
δεδομένα της εποχής, αλλά αποτελούταν κυρίως και από φυλακισμένους, τους οποίους στρατολόγησε ο βασιλιάς, στηριζόμενος “στο βίαιο του χαρακτήρα τους”.
    Αυτή τη φορά οι φυλές της ερήμου, μπροστά στη θέα του τεράστιου στρατού, θα συνεργαστούν -λογικό-, θα δώσουν τις απαραίτητες προμήθειες και ο Λι Γουανγκλί με τον στρατό του θα φτάσει το 101 π.Χ έξω από την Αλεξάνδρεια την Εσχάτη. Και πάλι όμως όχι αλώβητος. Σχεδόν 30.000 άντρες θα έχουν πεθάνει απ’ τις κακουχίες. Όπως και να ‘χει, ο στρατός του παραμένει μία σημαντική δύναμη και όταν παρατάσσεται έξω απ’ την Αλεξάνδρεια, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια αντίστασης.
    Οι πηγές που έχουμε για τη μάχη είναι λίγες. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι οι Έλληνες κατόρθωσαν να κρατήσουν έξω απ’ τα τείχη τους, μαχόμενοι, τον στρατό του Κινέζου αυτοκράτορα για 40 ημέρες. Στις αρχές της πολιορκίας μάλιστα, επιχείρησαν και μία έξοδο, η οποία όμως αποκρούστηκε εύκολα από τους τοξοβόλους του Λι.
    Ο κινεζικός στρατός κατάφερε και διαπέρασε το εξωτερικό τείχος της πόλης, πιθανότατα με κάποια είδη πολιορκητικών κριών που ξέρουμε ότι εκείνα τα χρόνια ήταν γνωστοί στην Κίνα. Σημαντικό ρόλο πάντως έπαιξε και το γεγονός ότι η πόλη δεν είχε πηγάδια, έπαιρνε απευθείας νερό από έναν κοντινό ποταμό, την παροχή του οποίου κατάφεραν και σταμάτησαν οι Κινέζοι μηχανικοί.
    Οι Ελληνοβακτριανοί ευγενείς μπροστά στην πιθανότητα να σφαγιαστούν όλοι, συνωμότησαν, πρόδωσαν τον βασιλιά τους, του έκοψαν το κεφάλι και το έστειλαν στον αντίπαλο στρατηγό, ως μια κίνηση “καλής θέλησης”. Στη συνέχεια του πρόσφεραν τα άλογα τα οποία ήθελε, λέγοντάς του πώς αν δεν τα δεχθεί, θα τα σκοτώσουν. Ο Λι πήρε 3.000 απ’ τα “ουράνια άλογα”, όπως και προμήθειες για το ταξίδι του γυρισμού. Λίγο πριν φύγει, ανέβασε στον θρόνο έναν απ’ τους ευγενείς, τον ‘Μεϊκάι’, επιβραβευόντάς τον για την προδοσία του.
    Έτσι έληξε ο μοναδικός γνωστός πόλεμος μεταξύ των δυο αυτών αρχαίων πολιτισμών, ο οποίος μάλλον ήταν πιο σημαντικός από όσο νομίζουμε. Γιατί; Γιατί στον γυρισμό του ο στρατός του Χαν καθυπέταξε και άλλες περιοχές, αυξάνοντας τα σύνορα της αυτοκρατορίας, αλλά κυρίως δημιουργώντας μία σταθερή περιοχή προς τη δύση, διασφαλίζοντας και τις εμπορικές συναλλαγές με αυτό το τμήμα του πλανήτη. Από εκείνες τις περιοχές θα περνούσε λίγο αργότερα και ο λεγόμενος ‘Δρόμος του Μεταξιού’, ο οποίος θα έφερνε σε επαφή τον ευρωπαϊκό με τον κινεζικό πολιτισμό, εγκαινιάζοντας μία νέα εποχή στην ιστορία.