Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2020

ΑΡΚΕΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΩΝΥΜΟ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ;


                Η περίπτωση του ναυάρχου Τζέιμς Σταυρίδη 

                                       Άρθρο του Σωκράτη Β. Σίσκου

Η αφορμή για τη διατύπωση του παραπάνω ερωτήματος υπήρξε η ενέργεια, ως λομπίστα των τουρκικών συμφερόντων, του απόστρατου ελληνοαμερικανού ναυάρχου Τζέιμς Σταυρίδη, να στηρίξει με πάθος τη σημερινή πολιτική του καθεστώτος Ερντογάν. Σκληρή κριτική στο Σταυρίδη, το παιδί ενός Μικρασιάτη που γλίτωσε από τις σφαγές της Σμύρνης του 1922, ασκήθηκε όχι μόνο από τα ομογενειακά ΜΜΕ των ΗΠΑ, αλλά και από ελληνικές εφημερίδες. Σε άρθρο στον έγκυρο ιστότοπο «SLpress» του γνωστού έγκριτου δημοσιογράφου Σταύρου Λυγερού, ο Σταυρίδης χαρακτηρίζεται ως «ο πιο Τούρκος από Τούρκους».

Αυτό το θέμα με απασχόλησε έντονα από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του Νίκου Δήμου «Η Δυστυχία του να είσαι Έλληνας» και αργότερα συνέκρινα το περιεχόμενό του με το βιβλίο του Νιγηριανού Σαμ Τσέουκας «Το Θαύμα να νοιώθεις Έλληνας». Τότε είχα διερωτηθεί ποιος από τους δυο συγγραφείς ήταν στην πραγματικότητα ο αληθινός Έλληνας! Ο πρώτος, όπως μας ενημερώνει στην εισαγωγή της γαλλικής μετάφρασης του 2012 ο εκδότης του οίκου «Payot», κατηγορήθηκε στη χώρα του διότι προσπάθησε να αποδομήσει «την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων» (pour la déconstruction de l'identité grecque). Ο δεύτερος ύμνησε το απαράμιλλο μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, αλλά και μιας σύγχρονης Ελλάδας «με την ανθρώπινη ψυχή της φιλοξενίας και του φιλότιμου» του απλού Έλληνα. 
Στο  τέλος της δεκαετίας του 1990, εμφανίστηκε μια πολυπληθής ομάδα καθηγητών πανεπιστημίου, πολιτικών, δημοσιογράφων και καλλιτεχνών. οι οποίοι κατέλαβαν βασικά πόστα κρατικής εξουσίας σε φορείς που διαμορφώνουν το φρόνημα του λαού (κυρίως στην Εκπαίδευση και στα ΜΜΕ) και επανέλαβαν το τροπάριο του «Δυστυχισμένου Έλληνα» αλλά σε διαφοροποιημένο ρυθμό και τόνο. Αυτοί, όλοι τους με ελληνικά ονόματα και επώνυμα, μορφωμένοι, επαγγελματικά καταξιωμένοι, υψηλόμισθοι και κρατικοδίαιτοι, αλλά και κοινωνικά και οικονομικά προνομιούχοι, έβγαλαν από σκονισμένα συρτάρια την αναξιόπιστη πλέον σήμερα θεωρία του Φαλμεράιερ και αγωνίστηκαν με πείσμα (για ποιο λόγο άραγε!) να μας πείσουν πως «δεν είμαστε Έλληνες αλλά ελληνόφωνοι άλλων βαλκανικών λαών». Ο Τζέιμς (Δημήτριος) Σταυρίδης μπροστά σ’ αυτούς τους μαέστρους λομπίστες αφανών αφεντικών και συμφερόντων, μοιάζει σαν παραπλανημένο αρχάριο μαθητούδι. Ας δούμε όμως τι ακριβώς έκανε αυτός ο κατ’ όνομα Ελληνοαμερικανός, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για Τουρκοαμερικανό. 
Όταν παλαιότερα, ως πλοίαρχος του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού επισκέφθηκε τη Σμύρνη, έγραψε ότι ένιωσε βαθιά συγκίνηση όταν αναλογίστηκε το δράμα του συνονόματου παππού του που γλίτωσε (μαζί με τη γιαγιά του) το θάνατο «κατά την τουρκική εθνοκάθαρση των Ελλήνων» στην περίοδο της μικρασιατικής καταστροφής του 1922, ενώ ο αδελφός (του παππού του) δολοφονήθηκε πριν προλάβει να επιβιβασθεί στη βάρκα σωτηρίας. Ο ξεριζωμένος πρόγονος του Τζέιμς έφτασε στον Πειραιά ρακένδυτος και με την ψυχή στα δόντια και μετά από ολιγόχρονη παραμονή στην Ελλάδα μετανάστευσε, όπως χιλιάδες άλλοι δυστυχισμένοι πρόσφυγες, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Αυτές οι συγκινητικές αναφορές του Τζέιμς Σταυρίδη στους άγρια καταδιωγμένους προγόνους του και η εκπληκτική του σταδιοδρομία στο πολεμικό ναυτικό, εδραίωσαν τη φήμη του στον ελληνισμό της Αμερικής ως αμερικανού πατριώτη που τιμούσε τις ελληνικές του προγονικές ρίζες. Τον τίμησαν με πλακέτες και διθυραμβικές προσφωνήσεις σε πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Η επαγγελματική του άνοδος συντέλεσε στην αποστασιοποίησή του από τα πατριωτικά και πολιτιστικά δρώμενα της ομογένειας. Άρχισε να ενσωματώνεται στους φιλοτουρκικούς κύκλους του αμερικανικού πενταγώνου και όταν πλέον ως ανώτατος διοικητής του ευρωπαϊκού τομέα του ΝΑΤΟ (Supreme Allied Commander Europe) επισκέφθηκε και πάλι την Τουρκία, «ξέχασε» την εθνοκάθαρση, τον χάρη στην τύχη διασωθέντα παππού του και τον δολοφονηθέντα αδελφό του παππού του και με τις δηλώσεις του εξέφρασε την έκδηλη ικανοποίησή του που «επέστρεψε στο έθνος (Τουρκία)», από το οποίο οι πρόγονοί του μετανάστευσαν (αξιοπρεπώς και με ευχές για καλό ταξίδι!!!) στην Αμερική, αφού πραγματοποίησαν «μια σύντομη στάση και στην Ελλάδα». Αυτή η λεκτική διατύπωση μας θυμίζει κάπως τον «συνωστισμό» σε ελληνικό σχολικό βιβλίο, που αντικατάστησε τη «φοβερή σφαγή αμάχων» στο λιμάνι της Σμύρνης, την οποία με εκπληκτική γλαφυρότητα περιγράφει ο τότε αμερικανός πρόξενος Τζορτζ Χόρτον. Πλήρως συντονισμένος με το φιλοτουρκικό λόμπυ των ΗΠΑ ο Σταυρίδης δήλωσε:
«Turkey is a vital and important NATO ally, and for me it was a chance to return to the nation from which my grandfather and grandmother emigrated to the United States, after stopping briefly in Greece» (Η Τουρκία είναι ένας ζωτικός και σημαντικός σύμμαχος του ΝΑΤΟ, και για μένα ήταν μια ευκαιρία να επιστρέψω στο έθνος από το οποίο ο παππούς και η γιαγιά μου μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού σταμάτησαν για λίγο στην Ελλάδα».
Όταν αποστρατεύτηκε ήταν ήδη ιδεολογικά προετοιμασμένος για να προσφέρει υπηρεσίες λομπίστα στις τουρκικές υπηρεσίες προπαγάνδας, με τους ελληνοπατριωτικούς ενδοιασμούς του, όπως έγραψαν ομογενειακές εφημερίδες, «να πνίγονται σε ποταμούς δολαρίων!». Σε εκδήλωση που πραγματοποίησε το «Turkish Heritage Foundation», η ομιλία του ήταν συναρπαστική και ίσως  καλύτερη από παρόμοιες ομιλίες και δηλώσεις του Ταγίπ Ερντογάν. Υποστήριξε με θέρμη τα τουρκικά επιχειρήματα ότι, η αγορά των πυραύλων S-400 από τη Ρωσία δεν αποτελεί λογική αιτιολογία για την εχθρική αντιμετώπιση της Τουρκίας και για τυχόν αποπομπή της από  το ΝΑΤΟ. Ύμνησε το μεγαλείο, τη δύναμη και την εμπειρία του τουρκικού στρατού, τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας για την Αμερική, την αξιοπιστία της στη ατλαντική συμμαχία και πρότεινε τεχνικές λύσεις ώστε να συνυπάρξουν οι ρωσικοί πύραυλοι με τα αμερικανικά οπλικά συστήματα 5ης γενιάς. Αν σκεφθεί κανείς ότι, αυτός ο ελληνοαμερικανός θα διοριζόταν σύμβουλος εθνικής ασφαλείας αν εκλεγόταν πρόεδρος των ΗΠΑ η Χίλαρι Κλίντον, είναι εύκολο να κατανοηθούν οι αριστοτεχνικές προβλέψεις του ισχυρού τουρκικού λόμπι στην Ουάσινγκτον. Άλλωστε, και ο νικητής της Χίλαρι, ο Ντόναλντ Τραμπ, είχε αρχικά διορίσει ως σύμβουλο ασφαλείας τον απόστρατο στρατηγό και λομπίστα των τουρκικών συμφερόντων Μάικ Φλιν. Και αυτός, όπως ακριβώς και ο ναύαρχος Σταυρίδης, υποστήριξε με πείσμα και με την ίδια φρασεολογία τα τουρκικά επιχειρήματα για την αγορά των πυραύλων S-400 από τη Ρωσία. Επίσης, έναντι αστρονομικών ποσών διευκόλυνε τις προσβάσεις του τουρκικού λόμπι στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία, αλλά και ανέλαβε την υποχρέωση να οργανώσει την απαγωγή του Φετουλάχ Γκιουλέν από πράκτορες της τουρκικής αντικατασκοπίας. Οι συνεννοήσεις του Φλιν για την απαγωγή του ιμάμη, έγιναν στο ξενοδοχείο Essex της Νέας Υόρκης με τον τούρκο υπουργό εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου και το γαμπρό του Ερντογάν, τον υπουργό Οικονομικών Μπεράτ Αλμπαϊράκ. Η αμοιβή του στρατηγού καθορίστηκε στα 15 εκατομμύρια δολάρια. 
Η Τουρκία, χωρίς να έχει τουρκοαμερικανούς πολίτες διαθέτει στην Ουάσιγκτον ένα από τα ισχυρότερα λόμπι, ίσως το δεύτερο μετά το εβραϊκό. Με άφθονο χρήμα έχουν εξαγορασθεί στελέχη του υπουργείου εξωτερικών, βουλευτές, γερουσιαστές, ναύαρχοι, στρατηγοί, γνωστοί δημοσιογράφοι και γενικά άνθρωποι σε κρατικές θέσεις/κλειδιά ή επώνυμοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Το πανίσχυρο ελληνικό λόμπι που υπήρχε πριν από τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του αρχιεπισκόπου Ιακώβου, έχει παραχωρήσει τη θέση του σε κατακερματισμένα, αλληλοσυγκρουόμενα και αλληλοϋβριζόμενα ανίσχυρα εκκλησιαστικά και ιδιωτικά καπετανάτα, με ευθύνη της ανώτατης ηγεσίας της Ορθοδοξίας. Αν αναλογισθεί κάποιος και τις επιπτώσεις από την αναγνώριση της αυτόνομης ορθόδοξης εκκλησίας της Ουκρανίας (στο πλαίσιο των ανταγωνισμών ΗΠΑ-Ρωσίας), κατανοεί εύκολα τη δυνατότητα της Τουρκίας να παίζει τα γνωστά της παιχνίδια της γάτας και του ποντικού, εν όψει του ήδη διαφαινόμενου σχίσματος στους κόλπους της Ορθοδοξίας. 
Στις πολυετείς έρευνές μου σε κείμενα ευρωπαίων συγγραφέων και αρθρογράφων, διαπίστωσα ότι πολλοί πλαστογράφοι της ελληνικής ιστορίας επικαλούνται τα δημοσιεύματα ελλήνων διανοουμένων για να ισχυροποιήσουν τα επιχειρήματά τους. Συνήθως πρόκειται για εντόπιους ή για Έλληνες καθηγητές του εξωτερικού, οι οποίοι αμφισβητούν «την ελληνικότητα των σύγχρονων Ελλήνων  ή  των αρχαίων Μακεδόνων». Όλοι τους έχουν ελληνικά ονόματα αλλά απουσιάζει εντελώς η ελληνική εθνική συνείδηση. Μερικοί είναι σκληροί κατήγοροι του «ελληνικού ρατσισμού, εθνικισμού και μιλιταρισμού!», όπως π.χ. ο Ν. Δήμου που προαναφέραμε στην αρχή του άρθρου ή ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Οττάβα του Καναδά και του πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης Δημήτριος Κιτσίκης. Αυτός ο καθηγητής στο έργο του με τον τουρκικό τίτλο «Yunan Propagandasi»Ελληνική Προπαγάνδα) που εκδόθηκε το 1964 στην Κωνσταντινούπολη, εμφανίζει όλες της ιμπεριαλιστικές θέσεις μιας εθνικιστικής Ελλάδας από την οποία «κινδυνεύει η φουκαριάρα και ειρηνόφιλη Τουρκία!!!). Ο Κιτσίκης θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους γεωπολιτικολόγους από ορισμένα δυτικοευρωπαϊκά κέντρα, τα οποία επιδιώκουν να οικειοποιηθούν την αρχαιοελληνική πολιτιστική κληρονομιά με το ιδεολόγημα του Φαλμεράιερ ότι, στις φλέβες των σημερινών Ελλήνων «δεν υπάρχει ούτε σταγόνα αίματος των αρχαίων Ελλήνων». Πάνω σε αυτούς τους σχεδιασμούς βασίστηκε η Ιστορία της Ευρώπης του Ντιροζέλ που χρηματοδότησε η Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και χωριστή Ιστορία των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης με ποικιλόχρωμους χρηματοδότες και μεταξύ τους ο πανταχού παρών Τζορτζ Σόρος. Η πρώτη, ως ευρωπαϊκή ιστορία άρχιζε στο τέλος του 8ου αιώνα, από την εποχή του Καρλομάγνου και η δεύτερη, των Βαλκανικών Χωρών, από την οθωμανική περίοδο της δυναστείας των Οσμανιδών (Osmanlı Hanedanı) που αρχίζει από τα μέσα του 14ου αιώνα. 
Η θεωρία του Δ. Κιτσίκη για την «Ενδιάμεση Περιοχή», διευκόλυνε αυτούς τους σχεδιασμούς, με την πλήρη ενσωμάτωση των Ελλήνων στον τουρκοϊσλαμικό πολιτισμό. Προέβλεπε τη δημιουργία μιας ενιαίας και μεγάλης ελληνοτουρκικής συνομοσπονδίας, με την οποία θα αλληλοσυμπληρώνονταν οι δυο πολιτισμοί. Κάτι παρόμοιο είχαν προτείνει και στο Μωάμεθ Β΄,τον πορθητή της Κωνσταντινούπολης, κάποιοι πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες του Βυζαντίου. Θα μπορούσε έτσι ο τούρκος σουλτάνος, σαν τον Καρλομάγνο, να διεκδικήσει τα κληρονομικά δικαιώματα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με την ανάδειξή του σε ηγέτη «μιας Ελληνοτουρκικής Αυτοκρατορίας». Αυτή την κληρονομιά ο Κιτσίκης τη διεύρυνε και με στοιχεία του αρχαίου ιωνικού πολιτισμού, αφού υποστήριξε ότι τα ανατολικά στοιχεία αυτού του πολιτισμού στη Μικρά Ασία και στα νησιά του Αιγαίου είναι τουρκικής καταγωγής και συνεπώς ο Όμηρος ή ο Θαλής ο Μιλήσιος είναι πρόγονοι των Τούρκων. Σ’ αυτό το σημείο οι απόψεις του συμπίπτουν με τους ισχυρισμούς του τέως Τούρκου πρωθυπουργού Τουργκούτ Οζάλ, όπως διατυπώνονται στο βιβλίο του «La Turquie en Europe» (Η Τουρκία στην Ευρώπη). Ήταν το πρώτο βήμα για τη μελλοντική διεκδίκηση της κυριαρχίας (προσάρτησης) των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, η οποία εντάσσεται στη μακρόχρονη επεκτατική πολιτική της Τουρκίας, με σχεδιασμό της δημογραφικής, στρατιωτικής και οικονομικής της ενδυνάμωσης. Οι απόψεις αυτές του Κιτσίκη υιοθετήθηκαν από τους έλληνες αναθεωρητές της ιστορίας (εθνομηδενιστές) και επιχειρήθηκαν συνεχείς ριζικές αλλαγές στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα από το απόλυτα ελεγχόμενο από αυτούς υπουργείο παιδείας και θρησκευμάτων, από το τέλος της δεκαετίας του 1990.
Θα πρέπει κάποτε να εγκαταλείψουμε τις εμμονές μας για τους ξένους μισέλληνες. Τη μεγαλύτερη ζημία στα ελληνικά συμφέροντα την προκαλούν άτομα με ελληνικά ονοματεπώνυμα. Διότι στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης, κατά την οποία η μοναδική ηθική και κοινωνική αξία είναι το χρήμα, ισχύει απόλυτα η ρεαλιστική ρήση του Όττο φον Μπίσμαρκ: «Τα σκυλιά» είπε «ακολουθούν πάντα πιστά και υπάκουα το αφεντικό που τα ταΐζει».