Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2020

Η “γερμανική λύση” για το Αιγαίο: Συνεκμετάλλευση, συνεκμετάλλευση, συνεκμετάλλευση


Ένα άρθρο της DW, αποκαλύπτει σε πολύ μεγάλο βαθμό την “λύση” που προωθεί το Βερολίνο για το Αιγαίο και τη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Με μία λέξη: συνεκμετάλλευση, μέχρι να προκύψει κάποια απόφαση από κάποιο “διαιτητικό δικαστήριο” ,αλλά όπως αναφέρει αυτή η “κοινή οικονομική ανάπτυξη Ελλάδας-Τουρκίας-Κύπρου” θα μπορούσε να γίνει και μόνιμη “λύση”.
Αν αυτά γράφονται στα φανερά καταλαβαίνουμε τι συζητείται στα “κρυφά”.

Το πιο επικίνδυνο όμως είναι ότι στην Αθήνα, πολλοί σε πολύ υψηλό επίπεδο έχουν ήδη εφησυχάσει ότι “η Γερμανία θα βοηθήσει να επιλυθεί η κρίση με την Τουρκία”!

Αν η “λύση” είναι αυτή που περιγράφεται στο άρθρο, δεν πάμε καθόλου καλά.
Το άρθρο:
Η σχέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία θα είναι ένας από τους κύριους στόχους της 6μηνης προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Γερμανία. “Χρειαζόμαστε μια συνεκτική στρατηγική για την Τουρκία”, δήλωσε η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ στο γερμανικό κοινοβούλιο την 1η Ιουλίου. Η πολιτική της ΕΕ για την Τουρκία θα πρέπει να καλύπτει όλα όσα σχετίζονται με τις σχέσεις της με τη χώρα, είπε, από θέματα που αφορούν τις συγκρούσεις στη Συρία και τη Λιβύη και το ζήτημα των προσφύγων και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Ωστόσο, η Μέρκελ στάθηκε σ’΄ ένα εμπόδιο  για τις καλές μακροπρόθεσμες σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και της Τουρκίας: τις γεώτρησεις της Τουρκίας, για πετρέλαιο και φυσικό αέριο από την Κύπρο μέχρι την  Κρήτη. Οι γεωτρήσεις στην  Κύπρο συνεχίζονται από το 2019, ενώ ανακοινώθηκαν γεωτρήσεις  κοντά στην Κρήτη για το φθινόπωρο .
Η διαμάχη έχει να κάνει με τις τουρκικές αξιώσεις για θαλάσσιες περιοχές  στην ανατολική Μεσόγειο . Για δεκαετίες, η Άγκυρα είναι της γνώμης ότι τα πολλά ελληνικά νησιά στα ανοικτά της Τουρκικής ακτής του Αιγαίου πρέπει να έχουν δικαίωμα μόνο σε μια πολύ μειωμένη Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), εάν υπάρχει….
…Σε μια συνέντευξη στη γερμανική εφημερίδα Süddeutsche Zeitung στα τέλη Ιουνίου, ο υπουργός Εξωτερικών Mevlut Cavusoglu είπε ότι είναι απαράδεκτο το Καστελόριζο, “ένα μικρό νησί”, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα από την ηπειρωτική Τουρκία και απέχει περισσότερο από 500 χιλιόμετρα (311 μίλια) από την Αθήνα ,να  έχει μια περιοχή θαλάσσιας δικαιοδοσίας που εκτείνεται  στα 200 ​​ναυτικά μίλια (230 μίλια, 370 χιλιόμετρα) προς κάθε κατεύθυνση. “Ποια χώρα θα δεχόταν μια τέτοια κατάσταση;” ρώτησε.
Η αρχή της δικαιοσύνης
Ωστόσο, παρά τις αντιρρήσεις της Τουρκίας, η ΑΟΖ του Καστελόριζου είναι νόμιμη, σύμφωνα με την Nele Matz-Lück, στέλεχος του Ινστιτούτου Διεθνούς Δικαίου Walther Schücking στο Πανεπιστήμιο Kiel, στη βόρεια Γερμανία. Αναφέρει το παράδειγμα της Γαλλίας, η οποία διεκδικεί πολλά μικρά νησιά στον Νότιο Ειρηνικό και τον Ανταρκτικό Ωκεανό μαζί με τα αντίστοιχα τεράστιες  θαλάσσιες περιοχές.
Μόνο νησιά που είναι κατοικήσιμα ή μπορούν να υποστηρίξουν ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα μπορούν να διεκδικήσουν ΑΟΖ 200 ναυτικών μιλίων. Ωστόσο, εάν αυτή η ζώνη αλληλεπικαλύπτεται με εκείνη άλλου κράτους, και τα δύο κράτη πρέπει να καταλήξουν σε συμφωνία για το πού βρίσκονται τα σύνορα στο πλαίσιο της UNCLOS.
Η Matz-Lück λέει ότι υπάρχουν περιθώρια  σχετικά με το πώς θα έπρεπε να είναι μια τέτοια συμφωνία. «Όταν τα κράτη συνάπτουν μια συνθήκη, είναι πολύ “ελεύθερη” όσον αφορά τη μέθοδο που χρησιμοποιούν και το αποτέλεσμα που επιτυγχάνουν. Εάν μια τέτοια υπόθεση παραπεμφθεί σε διεθνές δικαστήριο ή σε διεθνή διαιτητή, θα ληφθεί  απόφαση σύμφωνα με τις αρχές της δικαιοσύνης”.
Τέτοιες αρχές θα ισχύουν και στην περίπτωση μικρών ελληνικών νησιών στα ανοικτά των τουρκικών ακτών, λέει η Matz Lück. “Για λόγους δικαιοσύνης, σε ορισμένες περιπτώσεις τα μικρά νησιά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από τα διαιτητικά διεθνή δικαστήρια σε  διαμόρφωση συνόρων, που θα οδηγούσαν σε στρέβλωση της κατάστασης”.
Η τουρκική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα ξεκινήσει τη γεώτρηση πετρελαίου και φυσικού αερίου κοντά στην Κρήτη τον Σεπτέμβριο. Επικαλείται το μνημόνιο συμφωνίας που υπέγραψε με την αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση της Λιβύης τον Νοέμβριο του 2019 σχετικά με την οριοθέτηση των θαλάσσιων εδαφών στην ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, η Ελλάδα και άλλες μεσογειακές χώρες έχουν απορρίψει αυτήν τη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία αγνοεί την Κρήτης, που βρίσκεται μεταξύ των ακτών της Τουρκίας και της Λιβύης.
Η Matz-Lück κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «ακόμη και αν η συνθήκη έχει τεθεί σε ισχύ,  δεν μπορεί να έχει επιπτώσεις εις βάρος τρίτου κράτους». Λέει ότι μια συνθήκη μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης που αγνοεί εντελώς τους ισχυρισμούς της Ελλάδας σε θαλάσσιες ζώνες δεν μπορεί να έχει νομική ισχύ τουλάχιστον όσον αφορά την Ελλάδα.
Αντίθετα, λέει ότι η συμφωνία που επιτεύχθηκε από την Ιταλία και την Ελλάδα τον Ιούνιο, η οποία οριοθετεί την ΑΟΖ κάθε κράτους στο Ιόνιο Πέλαγος, είναι αποτελεσματική από νομική άποψη. “Το ζήτημα εάν πρέπει να ρωτηθούν τα γειτονικά κράτη αποφασίζεται ανάλογα με το εάν υπάρχουν αλληλεπικαλυπτόμενα σύνορα. Κατά γενικό κανόνα, αρκεί να οριοθετείται μια περιοχή που διεκδικείται από δύο μόνο κράτη, δεν χρειάζεται να συμπεριληφθούν άλλα κράτη”, λέει η Matz-Lück,η οποία αποκαλώντας την κατεχόμενη Κύπρο, “βορεια Κύπρο” στην οποία η κατάσταση είναι…αμφιλεγόμενη υποστηρίζει:«Ακόμα κι αν η κατάσταση της Βόρειας Κύπρου είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενη, η τουρκική γεώτρηση πετρελαίου και φυσικού αερίου στην κυπριακή υφαλοκρηπίδα είναι νομικά αμφίβολη»!
Μια πιθανή λύση για την Ελλάδα, την Κύπρο και την Τουρκία
Μέχρι τώρα, η Ελλάδα και η Κύπρος αρνούνται να διαπραγματευτούν με την Τουρκία για το ζήτημα των θαλάσσιων συνόρων. Έχουν τη θέση ότι έχει ήδη διευθετηθεί με διεθνείς συνθήκες. Αλλά είναι αμφισβητήσιμο εάν αυτή η θέση παραμένει αξιοποιήσιμη. Εάν η Άγκυρα, η Αθήνα και η Λευκωσία αποφασίσουν να παρουσιάσουν το θέμα σε ανεξάρτητο όργανο, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ή ένα διεθνές δικαστήριο διαιτησίας είναι ανάμεσα στις   πιθανές επιλογές.
Μέχρι να εκδοθεί απόφαση, οι χώρες θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σε μια προσωρινή λύση που προβλέπει την κοινή οικονομική ανάπτυξη των επίμαχων θαλάσσιων εδαφών, χωρίς να διατυπώνονται ισχυρισμοί και να μην υπάρχει πρόβλεψη για τη μορφή μιας μεταγενέστερης συμφωνίας, λέει η Matz-Lück. “Τα κέρδη μοιράζονται έως ότου μπορεί να συμφωνηθεί κάποια στιγμή”, λέει, προσθέτοντας ότι μια τέτοια “κοινή χρήση” μπορεί τελικά να γίνει μόνιμη λύση.