Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2020

ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ, ΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (Μέρος πρώτο)


Νικόλαος Λ. Μωραΐτης. Ph.D. Μέλος ΙΗΑ
Εισαγωγή
Μετά από τις αιφνίδιες διεκδικήσεις της Τουρκίας επί του Αιγαίου γεννάται το εξής ερώτημα: Σε ποιόν ανήκει το Αιγαίο; 
Φυσικά, αν ακολουθήσουμε τους παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, κατά τους οποίους ο λαός, το έθνος αποτελεί τον κυρίαρχο παράγοντα κατοχής μιας περιοχής, αναμφισβήτητα διαπιστώνει κάποιος ακόμα και ο πλέον κοινός νους ότι, με βάση την ιστορία, το Αιγαίο ανήκει από δημιουργίας του στους Έλληνες.

Γεωλογική Διαμόρφωση, Ονομασία & Ελληνική Μυθολογία
Ας δούμε πρώτα τι είναι το Αιγαίο. Σύμφωνα με τους γεωλόγους, εδώ και πολλά εκατομμύρια χρόνια το Αιγαίο γεννήθηκε από τη μητέρα Αιγηίδα. Υπήρξε μια συμπαγής ξηρά, που κάλυπτε το σημερινό χώρο, ο οποίος μεταγενέστερα κατακερματίστηκε και καταποντίστηκε στη μεγάλη Τιθηίδαθάλασσα, ένεκα γιγάντιων γεωλογικών συσπάσεων και καταστροφών του γήινου φλοιού. Λόγω αυτού του γεγονότος, η θάλασσα κάλυψε όλες τις ρωγμές, τις χαράδρες, τα ρήγματα και τις διάφορες εκτάσεις, με αποτέλεσμα να παραμείνουν έξω από την επιφάνεια οι κορυφές των βουνών, που αποτέλεσαν και αποτελούν τα σημερινά γραφικά νησιά του. Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η γεωλογική διαμόρφωση του Αιγαίου Πελάγους.
​Σχετικά με την ονομασία του υπάρχουν πολλές εκδοχές και ετυμολογίες, αλλά η πιο πιθανή είναι ότι το θέμα «αιγ» έχει ινδική = σανσκριτική προέλευση και σημαίνει γρήγορη και ορμητική κίνηση. Αιγαίο, λοιπόν, είναι η θάλασσα εκείνη που μαστίζεται από τρικυμίες και θύελλες. 
​Η κάθοδος των ανθρώπων στο Αιγαίο διαπιστώνεται από τους πανάρχαιους χρόνους και συνοδεύεται από διάφορους μύθους, που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Ο πιο γνωστός και ο πιο χαρακτηριστικός είναι ο περίφημος μύθος του Θησέα. Σύμφωνα με αυτόν, ένας νέος που ονομαζόταν Θησέας ζούσε στην αρχαία πόλη της Τροιζήνας. Ο παππούς του ήταν ο βασιλιάς Πιτθέας, άρχοντας εκείνης της περιόδου. Η μητέρα του ονομαζόταν Αίθρα. Τον πατέρα του, τον Αιγαία, ο Θησέας δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ. Ήταν μονάρχης, ασχολείτο περισσότερο με τα κοινά και δεν διέθετε χρόνο για την οικογένειά του. Αυτή την εξήγηση, έδινε, τουλάχιστον, η μητέρα του στον Θησέα κάθε φορά που ο ίδιος τη ρωτούσε για τον πατέρα του που βασίλευε στην Αττική και διέμενε στην Αθήνα, την πιο ξακουστή πόλη εκείνης της περιόδου. Στην επιμονή του Θησέα να μεταβεί στην Αθήνα για να συναντήσει τον πατέρα του, η μητέρα του τού αντέτεινε ότι δεν ήταν ακόμη ώριμος στην ηλικία. Αυτή την παραγγελία είχε δώσει ο Αιγαίας στην Αίθρα, ότι δηλαδή δεν έπρεπε να αφήσει τον Θησέα να έρθει στην Αθήνα, αν δεν γινόταν ένας γενναίος άνδρας, ώριμος στην ηλικία. 
Κάποτε ήρθε η στιγμή να μεταβεί ο Θησέας στην Αθήνα. Αυτή η πρώτη μετάβασή του υπήρξε ιστορική, γιατί, καθοδόν, δια θαλάσσης, προς συνάντηση του Αιγαία, που έγινε ύστερα από υπόδειξη του Πιτθέα, απάλλαξε την Επίδαυρο από τον περίφημο κακούργο Περιφήτη, την Κόρινθο από τον φοβερό Σίνη, τα Μέγαρα από το ληστή Σκείρωνα και την Αττική από τον κακούργο Προκρούστη, που δρούσε στην περιοχή του Δαφνίου. Η συνάντηση με το γέροντα Αιγαία, που ανεγνώρισετο γιο του, έγινε σε πολύ συγκινητική ατμόσφαιρα.               
Την ίδια χρονική περίοδο υπήρχε συνήθεια η Αθήνα να στέλνει κάθε χρόνο επτά νέους και επτά νέες στην Κρήτη, για να τους κατασπαράξει ο Μινώταυρος. Αυτός ήταν ένα φοβερό τέρας, με μορφή ανθρώπου και σώμα ταύρου, και τον έτρεφε ο βασιλιάς της Κρήτης Μίνωας, επειδή, όταν έστειλε το γιο του Ανδρόγεο στην Αθήνα, να λάβει μέρος στους αγώνες της εποχής εκείνης στους οποίους και νίκησε, στη συνέχεια τον έχασε σε ένα κυνήγι στην Αττική, όπου τον κατασπάραξε ένας άγριος ταύρος. 
Μετά από αυτό το γεγονός,  ο Μίνωας κήρυξε πόλεμο στην Αθήνα και, σε ανάμνηση του γιου του Ανδρόγεου, ανάγκασε τους Αθηναίους να στέλνουν κάθε χρόνο τους 7 νέους και τις 7 νέες στην Κρήτη για να τους καταβροχθίζει ο Μινώταυρος. Η επιλογή γινόταν με κλήρο και την ημέρα της αναχώρησής τους οι κοπετοί, οι θρήνοι και οι αναστεναγμοί ήταν απερίγραπτοι. 
Όταν ο Θησέας αντίκρισε αυτή τη σκηνή και πληροφορήθηκε τα σχετικά με τον Μινώταυρο και γι αυτή τη συνήθεια, που λάμβανε χώρα ήδη επί τρία συνεχή έτη, ανακοίνωσε στον πατέρα του Αιγαία ότι θα πήγαινε ο ίδιος στην Κρήτη για να σκοτώσει το Μινώταυρο και να απαλλάξει την Αθήνα από αυτή τη φοβερή περιπέτεια.         
Ο Αιγαίας, όπως ήταν φυσικό, αντέδρασε με κάθε τρόπο. Τελικά, όμως, ενέδωσε στην αξίωση του γιου του που του δήλωσε απερίφραστα ότι, αφού θα επιλέγονταν εκείνη τη χρονιά έξι νέοι, ο έβδομος θα ήταν ο ίδιος. Έτσι κι έγινε. Κατά την αναχώρηση του πλοίου για την Κρήτη ο Αιγαίας υπέδειξε στον Θησέα ότι, αν σκότωνε τον Μινώταυρο στην επιστροφή προς Αθήνα να κατέβασε τα μαύρα πανιά του πλοίου και να ανέβαζε λευκά ώστε, όταν ο ίδιος θα τα έβλεπε από την παραλία, να ήξερε ότι γυρίζει νικητής. Ο Θησέας του το υποσχέθηκε. 
Ο Θησέως πήγε στην Κρήτη, σκότωσε το τέρας, αλλά στην επιστροφή ξέχασε να αλλάξει το χρώμα των πανιών και έτσι, όταν ο Αιγαίας από το Σούνιο αντίκρισε το καράβι με μαύρα πανιά, απελπίστηκε τόσο πολύ ώστε έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Από τότε, στη μνήμη του ονομάστηκε το πέλαγος Αιγαίο.     
Το Αιγαίο υπήρξε η πατρίδα και η κατοικία πολλών Θεών της Αρχαίας Ελλάδας. Ο Ποσειδώνας, ο θεός της θάλασσας, βασίλευε στο Αιγαίο, στα πιο βαθιά νερά του, στις Αιγές, όπου και υπήρχαν τα αιώνια και εξαιρετικά ανάκτορά του, που, κατά τον Όμηρο, «ήταν κτισμένα από αστραφτερό χρυσό». Η Αφροδίτη, η θεά του κάλλους και του έρωτα, αναπήδησε από τους αφρούς του Αιγαίου, ενώ ο Απόλλωνας, ο θεός του φωτός, της ποίησης και της μουσικής γεννιέται στην ιερή Δήλο. Τα βάθη του Αιγαίου είναι γεμάτα από θαλάσσιες αρχαιότητες, από Τρίτωνες και Νηρηίδες, που συνοδεύουν τα ελληνικά πλοία στα ταξίδια τους, για να τα προστατεύσουν από τις τρικυμίες και τους πειρατές.    
Το Αιγαίο, όμως, δεν είναι μόνο η κατοικία των Θεών του Ολύμπου, αλλά το διέπλευσαν και οι πιο μεγάλοι ήρωες της Αρχαίας Ελλάδας, όπως ο Ηρακλής και ο Ιάσων. Πιο συγκεκριμένα, ο Ηρακλής διαπλέει δύο φορές το Αιγαίο για να φέρει στις Μυκήνες τη ζώνη της Ιππολύτης, της Βασίλισσας των Αμαζόνων στη Μικρά Ασία, την πρώτη φορά και τη δεύτερη για να τιμωρήσει το Βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα, που κατέστρεψε την πόλη του. 
Ο Ιάσωνας ηγείται της επιτυχούς Αργοναυτικής Εκστρατείας προς την Κολχίδα του Ευξείνου Πόντου για να αρπάξει το Χρυσόμαλλο Δέρας. Βέβαια, όλα τα παραπάνω αποτελούν μύθους, πλην όμως, πολλοί από αυτούς, κάτω από το μυθικό μανδύα, καλύπτουν ιστορικά γεγονότα που αναφέρονται στους πανάρχαιους αγώνες των παλαιότερων κατοίκων της ηπειρωτικής Ελλάδας για την κατάκτηση του Αιγαίου Πελάγους και την επέκταση αυτών προς τις γύρω χώρες για αποικιακούς και εμπορικούς σκοπούς. 
Ιστορική Εξέλιξη για την Στήριξη των Εθνικών Θέσεων
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή η ιστορία της αποικίσεως του Αιγαίου είναι πολύ παλιά. Μπορούμε να πούμε ότι, οι παλαιολιθικοί άνθρωποι σπάνια είχαν αφήσει ίχνη στο χώρο αυτό, όμως η νεολιθική του αποίκιση είναι πυκνότατη και τα ευρήματά της φθάνουν στη Θεσσαλία, μέχρι το 7000 π.Χ. 
Αργότερα διακρίνονται σειρές φυλών, στις οποίες οι Έλληνες δίνουν τα ονόματα των Πελασγών, Λελέκων, κλπ., και που θεωρούνται ως προελληνικά φύλα, δηλαδή άσχετα με τους Έλληνες, που άρχισαν να εμφανίζονται συμπαγώς το 2.000 π.Χ., και κατακλύζουν, ως κυρίαρχα στοιχεία που υπέταξαν και απορρόφησαν τους προέλληνες, τόσο στις ανατολικές ακτές, όσο και στις Μικρασιατικές, καθώς επίσης και στα πολυάριθμα νησιά. Μπορεί να πούμε λοιπόν χωρίς καμία επιφύλαξη ότι το 1.500 π.Χ. το Αιγαίο είχε καταστεί ελληνική λίμνη είτε διότι οι Έλληνες από την ηπειρωτική Ελλάδα προωθήθηκαν και εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία είτε, όπως υποστηρίζουν μερικοί ιστορικοί, το αντίστροφο, ή, όπως υποστηρίζουν κάποιοι άλλοι, ταυτόχρονα, κατεβαίνοντας στον Αιγιατικό χώρο, σε δύο σκέλη.
Έτσι, στον ελληνικό χώρο, από τη νεολιθική εποχή εγκαταστάθηκε ένας κλάδος της Μεσογειακής φυλής που κατόρθωσε να αφομοιώσει και να συγχωνεύσει τα εκάστοτε φύλα που είχαν εισβάλλει και είχαν εγκατασταθεί στο χώρο αυτό.  Μεταξύ αυτών και τους Έλληνες. Πιο ακριβές, λοιπόν είναι να υποστηριχθεί ότι οι σημερινοί Έλληνες είναι απόγονοι των αρχαιοτάτων εκείνων κατοίκων και οι ελληνικές ρίζες δεν ανάγονται στο βάθος των 3.000 μόνο χρόνων από σήμερα, αλλά και σε ακόμα μακρύτερο χρονικό διάστημα, όπως είδαμε παραπάνω, μέχρι του 7.000 π.Χ., δηλαδή μέχρι των αρχικών νεολιθικών ανθρώπων, ίχνη των οποίων βρίσκουμε συχνάκις. 
Το Αιγαίο, λοιπόν, είναι ελληνική θάλασσα από την απώτατη εκείνη εποχή και ο Αιγαίος πολιτισμός, ο οποίος αναπτύχθηκε από τις πρώτες εποχές του μετάλλου, είναι καθαρά ελληνικός πολιτισμός. Ανεξάρτητα, όμως, αν αυτή η θεωρία είναι σωστή ή όχι, τουλάχιστον από το 1500 π.Χ. το Αιγαίο αποτελούσε, πλέον, το κέντρο του Ελληνισμού. Ένα πέταλο από ακτές κατοικημένες από Έλληνες περιέβαλε τη στενή αυτή, αλλά τόσο καίριας σημασίας, θάλασσα. Το άνοιγμα του πετάλου το έφραζε η Κρήτη, επίσης ελληνική χώρα. Και τη θάλασσα στο εσωτερικό του πετάλου τη γέμιζαν ισχυρές ελληνικές εστίες, εγκατεστημένες στα αναρίθμητα νησιά της. Αυτή υπήρξε η εθνολογική σύνθεση του Αιγαίου. 
Την εποχή της Αρχαίας Ελλάδας έχουν δημιουργηθεί τρία μεγάλα κράτη στο Αιγαίο: το ναυτικό βασίλειο της Κρήτης, το αχαϊκό βασίλειο των Μυκηνών και η ναυτική ηγεμονία των Αθηνών, καθένα από τα οποία έχει να παρουσιάσει ένα ξεχωριστό πολιτισμό: τον Μινωικό ή κρητικό, τον Μυκηναϊκό ή αχαϊκό και τον Ιωνικό ή κλασσικό, οι οποίοι άφησαν έπος στην ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού. 
Από αυτά τα κράτη, η ναυτική ηγεμονία των Αθηνών υπήρξε το δημιούργημα των νικηφόρων πολέμων της Ελλάδας απέναντι στην επιτεθείσα Περσική Αυτοκρατορία. Με πρωτεύουσα την Αθήνα περιλάμβανε στους κόλπους της τα περισσότερα κράτη της Στερεάς Ελλάδας, ολόκληρο το Αιγαίο με τα νησιά του και τις πολυπληθείς ελληνικές παροικίες Μακεδονίας, Θράκης και Μικράς Ασίας. Εκείνη την περίοδο το Αιγαίο Πέλαγος είχε μεταβληθεί σε μια ελληνική λίμνη, ή, μάλλον, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, σε «ένα έλος, πέριξ του οποίου οι Έλληνες έζων ζωήν βατράχων»       
Στη συνέχεια η ηγεμονία των Αθηνών ενεπλάκη σε διαμάχη με τη μεγάλη δύναμη της Σπάρτης που είχε διάρκεια 27 χρόνια. Όλοι γνωρίζουμε τον Πελοποννησιακό πόλεμο που είχε ως συνέπεια τη διάλυση της ηγεμονίας των Αθηνών, ύστερα από την ολοσχερή καταστροφή του στόλου της στους Αιγός ποταμούς, κοντά στον Ελλήσποντο. Ακολουθεί η ηγεμονία της Σπάρτης και έπεται η ηγεμονία των Θηβών. Αποτέλεσμα αυτής της εμφύλιας διαμάχης ήταν επανεμφάνιση των Περσών με τους στόλους των Φοινίκων στο Αιγαίο, οι οποίοι από την εποχή του Κίμωνα είχαν εκδιωχθεί και αποβληθεί από τους Αθηναϊκούς στόλους. 
Αυτό όμως δεν κρατάει για πολύ καιρό διότι, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος δημιούργησε την Ελληνομακεδονικήαυτοκρατορία, και κατέλυσε οριστικά τη ναυτική δύναμη των Περσών, το Αιγαίο έγινε πάλι «ελληνική θάλασσα». Ακολούθησε μια νέα κατάσταση στη Μεσόγειο· εμφανίστηκε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, και η Ελλάδα, η Μακεδονία και η Μικρά Ασία καθίστανται επαρχίες της. Όταν η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το Αιγαίο προσλαμβάνει μια ιδιαίτερη σημασία και γίνεται ο προθάλαμός της, στον οποίο κατέληγαν όλες οι θαλάσσιοι οδοί του απέραντου Ρωμαϊκού κράτους. Από τον 6ο αι. π.Χ. το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος καθίσταται ομοιογενές, δηλαδή Ελληνικό και αυστηρά ορθόδοξο, δηλαδή η Ελληνική Βυζαντινή Αυτοκρατορία και έτσι ο Αιγαίο πάλι καθίσταται ελληνική θάλασσα. Χαρακτηριστική την περίοδο εκείνη ήταν η ενέργεια του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού που καθιέρωσε την ελληνική ως επίσημη γλώσσα της Ελληνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καταργώντας τη Ρωμαϊκή. 
Θα πρέπει να τονισθεί ότι το Αιγαίο είναι ένα ενδιάμεσο πέλαγος, μεταξύ της Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας, όπως και μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας. Υπήρξε ανέκαθεν μια γέφυρα που συνδέει τις δύο αυτές σημαντικές θάλασσες και τις δύο ηπείρους. Με αυτό τον τρόπο, από αρχαιοτάτων χρόνων, γίνεται το σταυροδρόμι λαών και πολιτισμών.                   
Πιο σπουδαία είναι η εμπορική και στρατηγική σημασία του Αιγαίου.  Συνδέει εμπορικώς τη Μικρά Ασία με την Ευρώπη. Ταυτόχρονα διασχίζεται από τον εμπορικό δρόμο, ο οποίος φέρει τα προϊόντα της Μαύρης θάλασσας στην Ανατολική και τη Δυτική Μεσόγειο και από εκεί, μέσω του Σουέζ και του Γιβραλτάρ, στους ωκεανούς. Ανάλογη είναι και η στρατηγική σημασία του. Είναι γεγονός ότι όποιος έχει υπό τον έλεγχό του το Αιγαίο, μπορεί να παρενοχλεί και να αποκόπτει την εμπορική οδό της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου. Μπορεί, επίσης, να ελέγχει τη μεγάλη αρτηρία του Σουέζ και Γιβραλτάρ. Ορθώνεται, ακόμα, μπροστά στα Δαρδανέλια και είναι σε θέση να εξουδετερώνει τη στρατηγική σημασία τους. Τα στενά των Δαρδανελλίων αποτελούν πράγματι στρατηγική θαλάσσια πύλη επικοινωνίας της Ρωσίας με τη Μεσόγειο και τους Ωκεανούς. Το Αιγαίο, όμως, μπορεί να εξουδετερώσει τη στρατηγική δυνατότητα των Δαρδανελλίων διότι είναι σε θέση να παίξει παρόμοιο στρατηγικό ρόλο. Για το λόγο αυτό μια τέτοια στρατηγική και εμπορική σημασία του Αιγαίου αποτέλεσε πάντοτε το μήλον της έριδας μεταξύ των διαφόρων χωρών που έχουν μεγάλα συμφέροντα στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Έτσι, ακριβώς, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, ήταν πεδίο συγκρούσεων και ανταγωνισμών. Η εμπορική και στρατηγική του σημασία έκαναν κάθε τόσο να εμφανίζονται ανταγωνιστές και διεκδικητές. Πολλές φορές πετύχαιναν να το θέσουν υπό έλεγχο δικό τους, αλλά ύστερα από μεγάλο ή μικρό διάστημα αποκαθίστατο η Ελληνική κυριαρχία. 
Πιο κάτω θα αναφερθούμε, σε γενικές γραμμές, στις προσπάθειες για τον έλεγχο του Αιγαίου Πελάγους, διαχρονικά.
Πρώτη δύναμη ήταν οι Τρώες, που εμφανίστηκαν γύρω στα 1.200 π.Χ. Αν και μιλάμε για Τρώες, θα πρέπει να αναφέρουμε στο σημείο αυτό ότι πολλοί ιστορικοί διατείνονται ότι οι Τρώες υπήρξαν Έλληνες. Από τη μια πλευρά οι Έλληνες έπαιξαν ενεργητικό ρόλο, ιδρύοντας στην περιοχή εκείνη με τον Τρωικό Πόλεμο, ένα ισχυρό προγεφύρωμα στη Μικρά Ασία, μέσω του οποίου απλώθηκαν στην Ιωνία. Αλλά, αντίστροφα, και οι Τρώες, ελέγχοντας τον Ελλήσποντο από τον οποίο κατέρχονταν τα καράβια από τη Μαύρη θάλασσα, ήθελαν να επιβάλλουν τον εμπορικό και στρατηγικό τους έλεγχο στο Αιγαίο. Η πανελλήνια, όμως, εκστρατεία του Τρωικού Πολέμου απάλλαξε την ελληνική θάλασσα από την επιβολή αυτή των Τρώων και απελευθέρωσε τα στενά. 
Δεύτερη δύναμη ήταν οι Πέρσες, οι οποίοι, κατακτώντας όλη τη Μικρά Ασία έφθασαν, τον 5ο αιώνα, στις ακτές του Αιγαίου. Κατέλαβαν την Ιωνία, χωρίς όμως να μπορούν να μεταβάλλουν την εθνολογική της σύνθεση. Αλλά όταν επιχείρησαν να ελέγξουν όλο το πέλαγος, κατακτώντας και τη Δυτική του ακτή, ηττήθηκαν κατά τους Μηδικούς Πολέμους. Αργότερα, ο Μέγας Αλέξανδρος, τους εκδίωξε από την Ανατολική ακτή. Έτσι και πάλι το Αιγαίο έγινε ελληνική λίμνη. 
Τρίτη δύναμη ήταν οι Ρωμαίοι, που έθεσαν το Αιγαίο κάτω από τον πολιτικό τους έλεγχο, επί 5 αιώνες. Ποτέ όμως δεν έπαυσε να είναι εθνολογικά ελληνικό. 
Η περίοδος του Βυζαντίου, που όπως αναφέραμε παραπάνω, υπήρξε καθαρά Ελληνική-Βυζαντινή Αυτοκρατορία, μετέτρεψε και πάλι το Αιγαίο σε ελληνική λίμνη εθνολογικά, οικονομικά και πολιτικά.
Τέταρτη δύναμη ήταν οι Άραβες, γύρω στον 7ο αιώνα. Επί τρεις συνεχείς αιώνες προσπαθούσαν να εκπορθήσουν το Αιγαίο με τους στόλους τους. Αλλά γύρω στο 672 μ.Χ. έπαθαν πανωλεθρία μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, χάρη στο μυστικό όπλο των Βυζαντινών, «το υγρό πυρ», που κατέκαψε τα πλοία τους. Τελικά κατόρθωσαν να το εκπορθήσουν, γύρω στα 825 μ.Χ. Αυτή την εποχή το Αιγαίο δοκίμασε μεγάλες συμφορές και η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας, η Θεσσαλονίκη, καταστράφηκε μέσα σε μια επιδρομή. Όμως, το 961 μ.Χ., ο Νικηφόρος Φωκάς κατέλαβε την Κρήτη και απομάκρυνε έτσι τον αραβικό κίνδυνο, αφού κατέστρεψε τις βάσεις των Αράβων. Με αυτό τον τρόπο το Αιγαίο απέκτησε και πάλι τον εθνολογικό του χαρακτήρα. Έγινε και πάλι ελληνική λίμνη. 
Πέμπτη δύναμη ήταν οι Ιταλοί, κυρίως οι Βενετοί και οι Γενοβέζοι. Από τον 11ο αιώνα τα πλοία τους άρχισαν να διεισδύουν στο Αιγαίο και να αναλαμβάνουν βαθμιαία τον εμπορικό του έλεγχο. Αυτή η δύναμη συμπληρώθηκε από τους Φράγκους, οι οποίοι, το 1204 μ.Χ. κατέλυσαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Το Αιγαίο πολιτικά έπαυσε να είναι ελληνικό, ενώ οι Βενετοί κατελάμβαναν πολυάριθμα νησιά και εγκαθίσταντο στην Κρήτη και την Πελοπόννησο. Έτσι η εμπορική διείσδυση μετατράπηκε σε κατάκτηση. Απλά δεν έπαυσε εθνολογικά και πολιτικά αυτή η θάλασσα να είναι ελληνική. 
Στη συνέχεια εμφανίστηκαν οι Τούρκοι. Σε αυτή την επεκτατική ορμή οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέλαβαν όλη τη Μικρά Ασία και μετά την βασιλίδα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη, στις 29 Μαΐου 1453, αφού προηγουμένως είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα. Στη συνέχεια έδιωξαν τους Βενετούς από την Κρήτη (1646-1669) και την Πελοπόννησο (1684-1699) και έτσι το Αιγαίο πολιτικά βρέθηκε κάτω από τον πλήρη έλεγχό τους. Παρά τους διωγμούς, τις λεηλασίες, τις σφαγές και τους εμπρησμούς με στόχο την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα της περιοχής –κάτι παρόμοιο συμβαίνει σήμερα και με την Κύπρο –το ελληνικό στοιχείο είχε πάντα τη δεσπόζουσα εθνολογική και οικονομική παρουσία, στοιχεία που συνετέλεσαν τα μέγιστα στην έκρηξη της Επανάστασης του 1821, για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Άλλωστε, δε θα πρέπει να λησμονούμε ότι, αν η κατοχή ήταν πλέον των 400 ετών, εντούτοις ο κατακτητής δεν κατέστη δυνατόν να αλλοιώσει τον εθνολογικό χαρακτήρα των Ελλήνων. 
Κατά τη διάρκεια της Τουρκικής κατοχής εμφανίσθηκε και άλλη δύναμη, η Ρωσία, η οποία ήθελε να επιβάλει τη δική της ναυτική πολιτική στη Μεσόγειο. Για πρώτη φορά, το 1768, εμφανίστηκε ο Ρωσικός στόλος στη Μεσόγειο. Ακολούθησε μια σειρά συμβάσεων μεταξύ Ρωσίας-Τουρκίας κατά τις οποίες η Οθωμανική Αυτοκρατορία δέχθηκε πολλά κτυπήματα από τους Ρώσους, γιατί αυτοί είχαν ως κύριο στόχο τους το Αιγαίο Πέλαγος. Το 1770 στη ναυμαχία του Τσεσμέ πυρπολήθηκεολόκληρος ο Τουρκικός στόλος. Το 1774 συνάφθηκε η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και ο Ρωσικός στόλος κυριάρχησε στην ελληνική θάλασσα. Όμως, βαθμιαία, έχασαν τον έλεγχο, διότι εμφανίσθηκαν και άλλες ναυτικές δυνάμεις, οι Άγγλοι και οι Γάλλοι. 
Με την εμπορική ναυτική παρουσία των Ελλήνων εμπόρων και ναυτικών, ιδίως στην Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά, Άνδρο, Μύκονο, Μήλο, Κάσο κλπ., άρχισε η πρώτη αντίδραση για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, και τελικά το Ελληνικό Γένος επαναστάτησε κατά των Τούρκων το 1821. Αυτή την περίοδο το Αιγαίο Πέλαγος έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο, γιατί μέσα από αυτή τη θάλασσα, οι ελληνικοί στόλοι μπόρεσαν να ελέγχουν τις θαλάσσιες επικοινωνίες, να εξασφαλίζουν τον εφοδιασμό των μαχόμενων Ελλήνων και να φέρουν τεράστια εμπόδια στον Τουρκικό και μετέπειτα στον Αιγυπτιακό στόλο.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, παρ’ ολίγον να καταπνιγεί η Επανάσταση των Ελλήνων, αλλά τελικά σώθηκε χάρις στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου της 29ης Οκτωβρίου 1827, κατά τη διάρκεια της οποίας οι ενωμένοι στόλοι της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας κατέστρεψαν τον ισχυρό στόλο των Αιγυπτίων. Στις 22 Ιανουαρίου 1830 ιδρύθηκε με ανεξάρτητο Πρωτόκολλο το κράτος των Ελλήνων. 
                                                                                                    …Συνεχίζεται
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του ΙΗΑ εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς – μέλη του ΙΗΑ. Η ιστοσελίδα του ΙΗΑ δεν λογοκρίνει, ούτε επεμβαίνει σε άρθρα – κείμενα των μελών του ΙΗΑ.