Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2020

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΣ:


Ο δευτερότοκος γιος του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑ,
του αρχιστράτηγου των Μακεδονικών Δυνάμεων
στην Επανάσταση του 1821

Του συγγραφέα Σωκράτη Β. Σίσκου

Για να εκτιμήσει κάποιος τη συνολική προσφορά και το μέγεθος της θυσίας του Εμμανουήλ Παπά στην Επανάσταση του 1821, θα πρέπει, εκτός από την μεγαλειώδη προσφορά του ίδιου και τη διάθεση για τον αγώνα της τεράστιας περιουσίας του, να προσμετρήσει και το αίμα των τριών παιδιών του που σκοτώθηκαν στη Νότια Ελλάδα πολεμώντας στο Μανιάκι, στο Φάληρο και στη Χαλκίδα, αλλά και την προσφορά του μόνου επιζήσαντα από τους μεγαλύτερους γιους του, του Αναστασάκη, όπως ο ίδιος τον αποκαλούσε.


ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για την ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ του 1821, ΕΔΩ.

Ο ήρωας Εμμανουήλ Παπάς.


Ο Αναστάσιος, ο δευτερότοκος γιος του ήρωα, υπήρξε ένας διακεκριμένος διανοούμενος που μιλούσε, ενδεχομένως, πάνω από τέσσερις ή πέντε ξένες γλώσσες και είχε κοινωνικές και φιλικές σχέσεις μ' ανθρώπους των γραμμάτων και της πολιτικής, σε πολλές ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις. Αυτό το ανεκτίμητο κεφάλαιο για την αγωνιζόμενη Ελλάδα ενός ενθουσιώδη πατριώτη «ικανού δια υπηρεσίαν πολιτικήν», κατά τον Ν. Κασομούλη, χάθηκε βουβά μέσα στον κομματικό βόρβορο του εμφυλίου πολέμου. Το γεγονός πως ήταν γιος ενός ήρωα που θεωρούνταν φίλος των Υψηλάντηδων, ήταν μια «μελανή κηλίδα» για τη φατρία που κυριάρχησε στον εμφύλιο και κυβέρνησε την Ελλάδα δια των επιγόνων της ως τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα.
Ο καθηγητής Απ. Βακαλόπουλος στο περισπούδαστο έργο του για τον Εμμανουήλ Παπά, που εκδόθηκε το 1981 από το Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, αφιερώνει πολλές σελίδες στο Α΄ Κεφάλαιο και ολόκληρο το Β΄ Κεφάλαιο, του δεύτερου μέρους του βιβλίου του, στον Αναστάσιο Παπά. Από ανταλλαγές επιστολών, από φιλικές αφιερώσεις ποιημάτων και πολιτικών ιδεών σε λευκώματα κι' άλλα έντυπα, στα γερμανικά, γαλλικά και ιταλικά σε φίλους και γνωστούς που διέμεναν σε πόλεις, όπως το Άουγκσμπουργκ, το Μόναχο, το Ρέγκενσμπουργκ, τη Βιέννη, την Πράγα, το Βερολίνο και άλλες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις, φαίνεται το επίπεδο της μόρφωσης και των υψηλών γνωριμιών του.
Ανάμεσα στους γνωστούς και φίλους του συγκαταλέγονται ο μεγάλος γερμανός φιλέλληνας και καθηγητής της κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Μονάχου Φρίντριχ Τιρς, κάποιοι καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης, ο αξιωματούχος Βίλχελμ Φράιχερ φον Βέντεκιντ και μερικοί διανοούμενοι φίλοι του, όπως ο άγγλος Πράις, ο γερμανός Λέονχαρντ, ο Ζ. Ρίχαρντ, ο Μόριτς Μαρκ, ο ιταλός Φ. Βαλεντίνι, ο καθηγητής της ιστορίας Κόνραντ Μάνερτ και άλλοι. Μάλιστα, ο καθηγητής του ο Τιρς, σε αυτόγραφο σημείωμα στα ελληνικά προς το μακεδόνα μαθητή του, με ημερομηνία 1 Ιουνίου 1816, υπογράφει ως «Ειρηναίος Θήρσιος» και μ' αυτό το όνομα τον αναφέρει κι' ο Μακρυγιάννης στ' «Απομνημονεύματά» του (σελ. 443), όταν τον συνάντησε στην ελεύθερη Ελλάδα, στην εποχή του Καποδίστρια. Καθηγητής και μαθητής φαίνεται πως είχαν τακτική αλληλογραφία, ως τη μέρα που ο δεύτερος ξεκίνησε για να φτάσει στην Ελλάδα.
Ο Αναστάσιος Παπάς ήταν ένας λόγιος και ιδεαλιστής πατριώτης, που ήταν αποφασισμένος να θυσιάσει για την πατρίδα τα πάντα. Όποιος διαβάσει την επιστολή που έστειλε στον αδερφό του Θανάση, στις 18 Απριλίου 1821, η οποία δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη της, στις Σέρρες, γιατί κατασχέθηκε απ' την αυστριακή αστυνομία, είναι αδύνατον να μη νιώσει ρίγη συγκίνησης μπροστά στην αγνή, στην άδολη πατριωτική έξαρση αυτού του τόσο αξιόλογου νεαρού Μακεδόνα. Θα ξεκινούσε με δώδεκα άλλους Έλληνες και το λογιστή του, μετά το Πάσχα, για τη Μολδοβλαχία, όπου είχε εισβάλει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Κι' έδινε στον αδερφό του οδηγίες για τη λειτουργία του υποκαταστήματός τους στη Βιέννη και μεταξύ άλλων του έγραφε:
“Το αποφάσισα, ναι, το αποφάσισα! Έχετε γεια! Σπεύδω προς τα ένδοξα πεδία των μαχών του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών! Εκεί με περιμένει το στεφάνι ενός πραγματικού στρατιώτη ή ίσως ακόμα και ο θάνατος. Αλλά για μένα είναι το ίδιο. Ο θάνατος για την Πατρίδα είναι το γλυκύτερο χάρισμα. Ας γίνει ό,τι μου κλώθει η μοίρα μου. Αν πεθάνω, μη λυπάσαι, αδερφέ μου! Για την Πατρίδα πεθαίνω ευχαρίστως”.
 Ένιωθε περήφανος που ήταν Έλληνας, Μακεδόνας και Σερραίος. Στο βιβλιοκτητορόσημο της πλούσιας βιβλιοθήκης του στη Βιέννη και ανάμεσα στα σχέδια του οικοσήμου, ήταν τυπωμένη η καλλιγραφική επιγραφή: «Εκ της Βιβλιοθήκης Αναστασίου Εμμανουήλ Παππά, εκ Σέρρας, της Μακεδονίας». Πού να φανταζόταν ο φλογερός εκείνος νεαρός πατριώτης, πως σήμερα θα υπήρχαν «Έλληνες διανοούμενοι» που με κουλτουριάρικα τερτίπια θα 'ταν πρόθυμοι να αναγνωρίσουν και να συγκατατεθούν στην πλαστογράφηση της ιστορίας της Μακεδονίας. Μιας πλαστογράφησης που αποτελεί την μεγαλύτερη πολιτιστική απάτη και που έγινε στον εικοστό αιώνα από το Στάλιν, ώστε με τη μετατροπή της Βαρντάρσκα Μπανόβινα (ή Νοτιοσλαβίας) σε «Μακεδονία», να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για τη διείσδυση της τότε κομμουνιστικής Σοβιετικής Ένωσης στο Αιγαίο. Το νονό τον γνωρίζουν όλοι οι κομμουνιστοφάγοι αμερικανοί πρόεδροι, αλλά ποτέ η Ελλάδα (με εξαίρεση τον απόδημο ελληνισμό) δεν τόνισε ούτε μια φορά, σε εχθρούς και φίλους, αυτό το γεγονός για να ζητήσει την επαναφορά του προ του 1945 ονόματος που χαρακτήριζε την περιοχή και τους κατοίκους της.
Ο Αναστάσιος, όταν επέστρεψε στη Βιέννη, μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι, θα πρέπει να έδωσε οδηγίες στο Νικολάκη και στο συνεργάτη τους, το Δουδούμη, για την οργάνωση και τη συνέχιση της λειτουργίας του υποκαταστήματος, πριν επιχειρήσει να φτάσει στην Ελλάδα. Δεν είχαν έρθει ακόμα στη Βιέννη τα άλλα αδέλφια του, ούτε ο Μιχαήλος με το Γιωργάκη αλλά, ενδεχομένως, ούτε ο Θανασάκης. Φαίνεται πως είναι ο πρώτος που κατάφερε να πατήσει τα χώματα της Νότιας Ελλάδας. Η ακριβής ημερομηνία μας είναι άγνωστη. Πάντως, στις αρχές του 1824 τον συναντούμε στην Ύδρα, όπου βρισκόταν και ο Γιαννάκης, όπως φαίνεται από επιστολή του δεύτερου, με ημερομηνία 3 Μαρτίου 1824, που έστειλε προς το νεότερο αδελφό τους, το Νικολάκη. Τα δυο αδέρφια πρέπει να συζήτησαν και να μερίμνησαν για το οικογενειακό τους αρχείο, όπως αποδεικνύεται και από τα έγγραφα του προσωπικού αρχείου του Αναστάση που βρέθηκαν με τα άλλα έγγραφα του πατέρα τους. Επίσης βρέθηκε και το αντίγραφο της επιστολής του προς το Θανασάκη, την οποία είχε κατάσχει από τον ταχυδρόμο η αυστριακή αστυνομία.
Στις 11 Μαρτίου του γράφει από την Αθήνα ο γνωστός φιλέλληνας και στενός συνεργάτης του Λόρδου Βύρωνα, ο Λέστερ Στάνχοουπ, και του επισυνάπτει και συστατική επιστολή του επίσης Άγγλου Γ. Χάμφρεϊς, γνωστού και πιθανόν φίλου του Αναστάση, ο οποίος κατευθυνόταν προς το Μεσολόγγι. Παίρνοντας αφορμή απ' αυτή την επιστολή, ο καθηγητής Βακαλόπουλος αναφέρεται σ' έναν «πλούσιο Αναστάσιο Παπά» από τον οποίο ο Στάνχοουπ ζητά χρήματα και εξειδικευμένο τυπογράφο απ' την Ύδρα, για να εκδώσει εφημερίδα στην Αθήνα, όπως ο Μάγερ κυκλοφορούσε τα «Ελληνικά Χρονικά» στο Μεσολόγγι. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια αντίφαση με τις πληροφορίες του Κασομούλη, ο οποίος δυο τρεις μήνες μετά, μας περιγράφει έναν πεινασμένο κι' αξιοθρήνητο Αναστάση, τον οποίο από οίκτο και οδύνη κάλεσε στο Παλαμήδι για να συγκατοικήσουν. Μετά το Ναύπλιο, προφανώς όταν ο Ζαΐμης και ο Λόντος κυνηγήθηκαν απ' το Μαυροκορδάτο, ο Αναστάσης αναχώρησε κι’ αυτός μαζί τους εφσπευσμένα για το Μεσολόγγι. Εκεί εντοπίζεται, από γραπτά στοιχεία, τον Οκτώβρη του 1825, κατά τον έβδομο μήνα της πολιορκίας της πόλης απ' τον Κιουταχή.
Στο Μεσολόγγι ο Αναστάσης βρέθηκε σ' έναν κύκλο μορφωμένων και κοσμογυρισμένων Ελλήνων και ξένων αγωνιστών, όπως τον παλιό γνώριμο και φίλο του Γιώργο Κυριακίδη και ενδεχομένως τον Γ. Χάμφρεϊς αλλά και τους νέους διανοούμενους φίλους σαν τον Ελβετό Ιωάννη Μάγερ και τον Φ. Πλυτά. Οι δυο αυτοί άνδρες είχαν μεγάλη εξουσία στο Μεσολόγγι, διότι ο Μάγερ ήταν ο διευθυντής και αρχισυντάκτης των «Ελληνικών Χρονικών» και του «Telegrafo Greco», αλλά και επειδή, μετά την αναχώρηση του Μαυροκορδάτου για το Ναύπλιο στο τέλος του 1824, είχαν διοριστεί στην Επιτροπή που διοικούσε την πόλη. Μέσα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι είχε δημιουργηθεί μια παρέα νεαρών διανοουμένων, όλοι τους γλωσσομαθείς και από εύπορες οικογένειες. Φαίνεται ότι ο Μάγερ εκτιμούσε πολύ τον Αναστάση, διότι αφιέρωσε ένα ποίημά του στον «φίλο» του (στον «Freund» Anastasaki).
 Σε κάποιο σημείο του έργου του ο καθηγητής Βακαλόπουλος γράφει:
«Είναι πολύ συγκινητικό να σκέπτεται κανείς τέσσερις νέοι, πολυταξιδεμένοι, μορφωμένοι, κοσμοπολίτες και φιλελεύθεροι, στερημένοι τώρα από μήνες μέσα στο βομβαρδισμένο Μεσολόγγι από τροφή και ανέσεις, πως ενώθηκαν τόσο στενά μεταξύ τους για ένα μεγάλο και δίκαιο αγώνα,...Κοντά στους άγριους και σκληροτράχηλους αγωνιστές των βουνών της Ελλάδας μάχονται μέσα στο Μεσολόγγι οι τέσσερις αυτοί λεπτευαίσθητοι και καλομαθημένοι νέοι, που εξαίρονται στο ύψος των μεγάλων στιγμών, ικανοί ν' αντιμετωπίσουν και τις πιο σκληρές στιγμές της πολιορκίας».
Αυτοί οι προικισμένοι με τόσα πνευματικά εφόδια αγωνιστές, που ανατράφηκαν και μεγάλωσαν σε πλούσιες αστικές οικογένειες, έπρεπε να μπορέσουν να συμβιώσουν με θαρραλέους πολεμιστές αλλά αγροίκους και χωρίς στοιχειώδεις τρόπους καλής συμπεριφοράς. Μερικές φορές ίσως ένοιωθαν και κάποια απογοήτευση για την αδυναμία επίτευξης μιας ανεκτής, έστω, επικοινωνίας με ανθρώπους κατώτατου πνευματικού επιπέδου. Ο Κασομούλης μας περιγράφει μια τέτοια σκηνή μεταξύ του Θ. Κολοκοτρώνη και του γιου του Πάνου. Ο τυπικός και πειθαρχημένος γέρος του Μοριά, ρωτά το γιο του αν πήρε άδεια για να απουσιάσει απ' τον (τότε) Γενικό Αρχηγό, τον Δ. Υψηλάντη. Ο νεαρός πολεμιστής έδειξε στον πατέρα του ένα χαρτί και του είπε με αναίδεια: «Δεν σφουγγίζεις τον κώλον σου;». Ο Ν. Κασομούλης που, ως απεσταλμένος των οπλαρχηγών του Ολύμπου και του Εμμ. Παπά, είχε φτάσει στη Νότια Ελλάδα για να ζητήσει από τον Υψηλάντη να ενισχύσει την επανάσταση στη Μακεδονία, αναρωτήθηκε απογοητευμένος «εις ποίους ήλθα και τι βοήθεια έμελλον να λάβω, πλην τι να κάμω;».
Κατά την μεγάλη Έξοδο του Μεσολογγίου την Κυριακή των Βαΐων, τον Απρίλη του 1826, δεν γνωρίζουμε τι απέγιναν ο Φ. Πλυτάς και ο Γ. Κυριακίδης. Ο δόκτωρ Μάγερ σκοτώθηκε. Ο Αναστάσης Παπάς σώθηκε και το 1827 τον βρίσκουμε στο Ναύπλιο, ως πολιτικό σύμβουλο του Θεόδωρου Γρίβα (βλ. Φωτάκου, βιβλίο 70, κεφ. ΙΒ). Την περίοδο εκείνη και μετά την Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας (Μάιος 1827), δημιουργήθηκε κίνδυνος νέας εμφύλιας σύγκρουσης, ανάμεσα στους αγγλόφιλους (Κολοκοτρώνης, Μαυροκορδάτος, Ζαΐμης κ.ά.) και στους γαλλόφιλους (Υψηλάντης, Θ. Γρίβας, Ι. Κωλέττης κ.ά.). Οι πρώτοι έθεσαν το έθνος υπό την προστασία της Αγγλίας και δέχτηκαν το διορισμό, ως αρχιναυάρχου, του λόρδου Τόμας Κόχραν και ως αρχιστρατήγου του ελληνικού στρατού του Ρίτσαρντ Τσόρτς. Ο Υψηλάντης αντέδρασε σ' αυτή την αποδοχή, μιας κατάστασης οιονεί προτεκτοράτου από μια μόνο Μεγάλη Δύναμη, φοβούμενος έναν επικίνδυνο για τα ελληνικά συμφέροντα ανταγωνισμό τους. Ο Κολοκοτρώνης αναφέρει πως ο Υψηλάντης του είπε: «Δεν δεχόμεθα την πρόσκλησιν οπού εκάματε στην Λόνδραν». Η Εθνική Συνέλευση, με ψήφισμά της, τον τιμώρησε «στερήσασα αυτόν πάντων των πολιτικών και στρατιωτικών αυτού ως Έλληνος δικαιωμάτων».
Ο Θ. Γρίβας και μαζί του, προφανώς, ο Αναστασάκης Παπάς είχαν ταμπουρωθεί στο Παλαμήδι και οι Κολοκοτρωναίοι με το Χρίστο Φωτομάρα στην Κόρινθο. Στο τέλος, με τη συμφιλιωτική παρέμβαση του Δ. Υψηλάντη και τη διαλλακτικότητα του Θ. Κολοκοτρώνη αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αιματηρών συγκρούσεων. Ο Γρίβας παρέδωσε το Παλαμήδι στην κυβέρνηση, όταν έφτασε στην Ελλάδα ο Ι. Καποδίστριας.        
Τον Αναστάση Παπά τον συναντούμε ξανά και πάλι στο Ναύπλιο το 1830. Ο Κασομούλης επισημαίνει την παρουσία του «Αναστασάκη» (χωρίς ν' αναφέρει επώνυμο) σ' ένα φραστικό επεισόδιο του συγγραφέα με τον οπλαρχηγό Θεοδωράκη. Στη σελ.472 του 2ου τόμου του βιβλίου του γράφει:
«Ήταν εκεί ο Χριστόδουλος και ο Βάγιας, οίτινες τον έλεγον αλήθειας δυσάρεστες και οι αυταδελφοί του Φλώρος και Σταύρος και άλλοι αξιωματικοί και ο Αναστασάκης». Το επώνυμο «Παπάς» το πρόσθεσε μέσα σε παρένθεση ο επιμελητής της έκδοσης Ι. Βλαχογιάννης.
Αυτή η χλιαρή αναφορά του Κασομούλη σ' έναν παιδικό και οικογενειακό του φίλο δεν είναι τυχαία. Όπως δεν είναι τυχαία και η απουσία κάθε αναφοράς του στον Αναστάση, ενώ για μήνες ο ίδιος και τα δυο αδέρφια του βρίσκονταν στο αποκλεισμένο Μεσολόγγι μαζί με το γιο του Εμμανουήλ Παπά. Δεν ήταν απλώς γνωστοί. Και οι τέσσερις, από παιδιά, συνδέθηκαν τόσο στενά στις Σέρρες, ώστε ο συγγραφέας έγραψε πως, λόγω των οικογενειακών τους σχέσεων, ο μακεδόνας αρχιστράτηγος τον θεωρούσε «ως δικό του παιδί».
Ο Ν. Κασομούλης, σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή του στη Νότια Ελλάδα, είχε κατανοήσει σε βάθος τη ληστρική νοοτροπία των φατριών. Η ιδεαλιστική αγνότητα των στόχων της Επανάστασης, όπως τέθηκαν από τους Φιλικούς, είχε εκτοπισθεί από την ωμότητα ταξικών συμφερόντων. Στις 5 Οκτωβρίου 1821 είχε γράψει από την Ύδρα στον Εμμανουήλ Παπά πως «καταντά το πράγμα εις τα γρόσια δια το τέλος». Για το λόγο αυτό φρόντισε ν' αποστασιοποιηθεί από το περιβάλλον των Υψηλάντηδων και να προσεγγίσει την ισχυρή Μαυροκορδατική φατρία. Με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε να επιβιώσει και να εξελιχθεί στη στρατιωτική ιεραρχία, χωρίς όμως ποτέ να καταφέρει να πείσει τη φατρία για την απόλυτη κομματική του αφοσίωση. Πολλοί τον θεωρούσαν κρυφοϋψηλαντικό κι' ίσως δεν είχαν άδικο, αν αναλύσουμε σε βάθος ένα συμβάν που τον έφερε αργότερα σε αντιπαράθεση μ' έναν μαυροκορδατικό χιλίαρχο, στο στρατιωτικό σώμα του οποίου υπηρετούσε ως εκατόνταρχος.
Ο Αναστάσης Παπάς υπήρξε μια πολυδιάστατη και εντυπωσιακή προσωπικότητα. Πετυχημένος έμπορος με γνώση της αγοράς και του χρηματιστηρίου της Βιέννης, πολύγλωσσος, κοσμοπολίτης, με πολύ μεγάλες γνωριμίες στον ευρωπαϊκό χώρο, έμεινε στην αφάνεια και στην δίνη των αχαλίνωτων παθών του εμφυλίου πολέμου. Σιωπούσε ίσως από την ανάγκη να μπορέσει να επιβιώσει. Ενώ είναι γνωστό πως ασχολήθηκε με δημοσιεύσεις άρθρων, μεταφράσεων και συγγραφής δικού του λογοτεχνικού πονήματος, δεν έγραψε ούτε λέξη για το γκρέμισμα των ιδεών του, όταν ονειρευόταν στη Βιέννη την Ελλάδα του Περικλή και του Αριστείδη, αλλά και ούτε χρησιμοποίησε το οικογενειακό του αρχείο για να ξεχειλίσει η πίκρα του για τη συμπεριφορά των νικητών του εμφυλίου προς τον πατέρα του. Ήταν τόση η απομόνωσή του απ' τα πολιτικά πράγματα της χώρας, ώστε ούτε καν κλήθηκε, με τη γλωσσομάθεια και τις στενές φιλικές του σχέσεις, να συναντηθεί με τον καθηγητή του τον Τιρς, όταν εκείνος, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, ήρθε στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος της Βαυαρίας και συνομιλούσε, για ύψιστα θέματα εξωτερικής πολιτικής, με ήρωες οπλαρχηγούς αλλά εντελώς αμόρφωτους, όπως ο Μακρυγιάννης. Ο κομματισμός, ήταν και παραμένει ο βασικός κανόνας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μέχρι και σήμερα, με τα γνωστά κατά καιρούς δυσμενή αποτελέσματα για τον απανταχού ελληνισμό.
Ο Αναστάσης παντρεύτηκε την ανεψιά του εθνομάρτυρα Γρηγορίου Ε΄, αλλά δεν απέκτησε τέκνα. Λέγεται πως διετέλεσε έπαρχος Πατρών. Σε έγγραφο όμως της 12 Σεπτεμβρίου 1838 του συμβολαιογράφου Πατρών Π. Παλαμά, αναφέρεται ως «δικαστής παρά τω ενταύθα πρωτοδικείω». Πέθανε το 1858 στην Πάτρα.
Μέχρι το 1981 υπήρχε σύγχυση ως προς τα ονόματα και τη δράση των παιδιών του Εμμανουήλ Παπά. Για πρώτη φορά ο καθηγητής Απ. Βακαλόπουλος ταξινόμησε με σχολαστικότητα τα στοιχεία των πηγών και μας έδωσε ασφαλείς και αναμφισβήτητες πληροφορίες για τα αγόρια του ήρωα, με εξαίρεση τα ίχνη και τις κινήσεις του Μιχαήλου και του Γιωργάκη. Για το Θανασάκη, από τη συσχέτιση των στοιχείων, υπέθεσε πως ήταν αυτός που φυγαδεύτηκε μέσω Ζέμουν (Σεμλίνο) και Βελιγραδίου, προς Βιέννη. Από μεταγενέστερα στοιχεία από γερμανικά αρχεία που δημοσίευσε ο καθηγητής της γερμανικής φιλολογίας Λάμπρος Μυγδάλης, επιβεβαιώνεται η εικασία του Βακαλόπουλου για το Θανασάκη και διαφωτίζονται οι κινήσεις των δυο άλλων μικρότερων παιδιών του Εμμανουήλ Παπά, μετά την έκρηξη της Επανάστασης στη Χαλκιδική.
Η δική μας μικρή συμβολή σ' αυτή τη διαρκή αναζήτηση στοιχείων για τον Εμμ. Παπά και τα παιδιά του, πιστεύουμε πως είναι ο εντοπισμός του Αναστάση Παπά, το 1827 και 1830 στο Ναύπλιο και η άφιξη στην Ελλάδα του καθηγητή του Φρίντριχ Τιρς (Ειρηναίου Θήρσιου). Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ο εντοπισμός της συνάντησης του Αναστάση και του Γιαννάκη Παπά στην Ύδρα, το Μάρτη του 1824.
Με το ιστορικό μυθιστόρημά μου «Ο γιος του Εμμανουήλ Παπά στο Μανιάκι» ανέδειξα, με βάση τεκμηριωμένα ιστορικά στοιχεία, τη λεβεντιά του Γιαννάκη Παπά, αυτού του ατρόμητου παιδιού του Εμμανουήλ Παπά που σκοτώθηκε πολεμώντας δίπλα στον Παπαφλέσσα. Έναν Παπαφλέσσα τον οποίο εγκατέλειψαν την τελευταία στιγμή ακόμα και κάποιοι παλιοί Πελοποννήσιοι φίλοι και συναγωνιστές του. Ελπίζω πως στο μέλλον, άλλοι ερευνητές θα επισημάνουν κι' άλλες ιστορικές πηγές για τα παιδιά του, ώστε να εμπλουτισθούν οι γνώσεις μας ακόμα περισσότερο, σε ό,τι αφορά στη μεγάλη προσφορά του αρχιστράτηγου και της οικογένειάς του στον αγώνα της ανεξαρτησίας του 1821.

ΠΗΓΗ: Αδημοσίευτο κείμενο από τις σημειώσεις του ιστορικού μυθιστορήματος του αυγγραφέως «Ο γιος του Εμμανουήλ Παπά στο Μανιάκι». ΑΡΧΕΙΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, 23.8.2020.
file:///C:/Users/user/Downloads/Papas-Anastastios[1].html