Κυριακή, 23 Αυγούστου 2020

Γεώργιος Καλαφίκης Το «εγχειρίδιο πολεμικών τακτικών» του ύστερου ρωμαϊκού στρατού: η Epitoma rei militaris του Βεγέτιου (Μέρος Α΄)


 I. Εισαγωγική γενική θεώρηση

Καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 4ου αι. μ.Χ. ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός επέδειξε, δίχως αμφιβολία, σταθερή ποιότητα και αξιοθαύμαστη μαχητικότητα. Διενήργησε πλήθος πολεμικών επιχειρήσεων σε ποικίλα και αντίξοα περιβάλλοντα, τόσο εναντίον εξωτερικών εχθρών όσο και σε περιπτώσεις εμφυλίων συγκρούσεων. Είναι, όντως, εκπληκτικό πόσο σύγχρονη εξακολουθεί να φαίνεται η οργάνωσή του. Κάτω από στιβαρή και σοβαρή ηγεσία τα στρατεύματα τον 4ο αι. συνήθως δεν δυσκολεύονταν να αποσπάσουν τη νίκη, παρά τις δεδομένες, και σοβαρές ενίοτε, απώλειες. Κατά κανόνα, οι πολεμικές επιχειρήσεις διεξάγονταν κατόπιν προσεκτικού και ενδελεχούς σχεδιασμού. Ο κορυφαίος ιστορικός του 4ου αι. Αμμιανός Μαρκελλίνος σημείωνε επιγραμματικά ότι «o προσεκτικός σχεδιασμός φέρνει τη νίκη σχεδόν σε κάθε δυσκολία» (XVII 8.2: est difficultatum paene omnium diligens ratio victrix). Μάλιστα, o έγκριτος μελετητής του ύστερου ρωμαϊκού στρατού M.J. Nicasie επεσήμανε στη μονογραφία του σχετικά με «το λυκόφως του στρατού από τη βασιλεία του Διοκλητιανού (284 μ.Χ.) έως τη μάχη της Αδριανούπολης (378 μ.Χ.)» ότι: «καθίσταται εμφανές ότι τουλάχιστον στη θεωρία η ρωμαϊκή τακτική και η στρατηγική είχαν φτάσει σε υψηλό επίπεδο εξέλιξης […] (αφού) τα ρωμαϊκά στρατεύματα ήταν πολύ αποτελεσματικά, επαρκώς εκπαιδευμένα και καλώς εξοπλισμένα, και συνήθως υπερείχαν απέναντι σε οτιδήποτε οι αντίπαλοί τους μπορούσαν να παρατάξουν εναντίον τους». (1998: 217)

Παρ’ όλα τα παράπονα για την ποιότητα των στρατευμάτων, όπως αποτυπώνονται λ.χ. στη Στρατιωτική Επιτομή του Βεγέτιου, παρατηρούμε ότι οι πολεμικές επιτυχίες συνέχιζαν να είναι τόσο πολλές ώστε μόνον ως «καρποί» ενός ικανού και αποτελεσματικού στρατιωτικού οργανισμού πρέπει να εννοηθούν. Ήταν μάλιστα απότοκες της συνιστώμενης στα τακτικά εγχειρίδια σκληρής και επίπονης εκπαίδευσης στις τεχνικές του πεζικού και ιππικού πολέμου, όπως θα διαπιστώσουμε ευθύς αμέσως.
Η Στρατιωτική Επιτομή (Epitoma rei militaris) του Βεγέτιου (Flavius Vegetius Renatus) συνιστά το θεωρητικό υπόβαθρο, καθώς προσφέρει άφθονο σχετικό υλικό. Κατά πάσα πιθανότητα, ο συγγραφέας έζησε και έδρασε προς τα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι. (4ος/5ος αι.). Το ζήτημα της χρονολόγησης, καθώς και τις αιτίες συγγραφής της εξαιρετικά επιδραστικής ανά τους αιώνες στρατιωτικής πραγματείας αναπτύξαμε και αναλύσαμε σε δύο ξεχωριστές δημοσιεύσεις. Εδώ σημειώνουμε ότι ο Βεγέτιος συνέγραψε την επίτομη αυτή μελέτη πιθανώς στα χρόνια του Θεοδοσίου Α΄ (379-395) και οπωσδήποτε υπό την «εκρηκτική» επήρεια «ζεόντων» προβλημάτων. Αναφερόμαστε, βεβαίως, στη διείσδυση των Γότθων εντός της αυτοκρατορίας και γενικά στις μεταναστεύσεις διαφόρων βαρβαρικών λαών, όπως λ.χ. των Ούννων κ.ά., που είχαν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν και να μεταβάλλουν τον συσχετισμό δυνάμεων στη Δυτική Ευρασία.
Ευκαιρίας δοθείσης, τονίζουμε λοιπόν πως η παρατεταμένη διάρκεια επιτυχών πολεμικών δραστηριοτήτων από τον ύστερο ρωμαϊκό στρατό είχε ως έναν βαθμό «ημερομηνία λήξης». Η βίαιη είσοδος ειδικά των Ούννων στο προσκήνιο της καθ’ ημάς οικουμένης το 375/6 μ.Χ., ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων σε ολόκληρη την περιοχή. Πολλοί και διάφοροι –κυρίως γερμανικοί– λαοί και φυλές εξωθήθηκαν σε μαζική φυγή. Παράλληλα, οι αμυντικές και εν γένει στρατιωτικές δυνατότητες της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αμβλύνθηκαν σημαντικά εξαιτίας της μαζικής εισβολής και εγκατάστασης βαρβάρων στα εδάφη της. Όλα αυτά τα γεγονότα έπληξαν και αλλοίωσαν μεταξύ άλλων και τη στρατιωτική οργάνωση του κράτους.1 Με τη σειρά τους, οι παραπάνω αρνητικές εξελίξεις απείλησαν σοβαρά την ακεραιότητα της αυτοκρατορίας, η οποία εντέλει κολοβώθηκε ανεπανόρθωτα εξαιτίας της κατάρρευσης του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους το 476 μ.Χ.

Οι Ούννοι και η μάχη των Καταλαυνικών Πεδίων
Πάντως, όπως έχει ήδη επισημανθεί από νεότερους και σύγχρονους σχολιαστές, ο Βεγέτιος κατέγραψε και διέσωσε σε πολλά σημεία την πρότερη γνώση επί του θέματος, όπως αυτή είχε ήδη διαμορφωθεί από την ελληνιστική και πρώιμη αυτοκρατορική εποχή. Ο ίδιος προσπάθησε να συνθέσει μία κατά το δυνατόν ολιστική μελέτη περί των στρατιωτικών. Έτσι, αναλύονται όλα τα βασικά ζητήματα: (1) λεπτομερής οργάνωση στρατιωτικών μονάδων, (2) πολεμικοί σχηματισμοί και τακτικές πεζικού και ιππικού, (3) αμυντικός-επιθετικός εξοπλισμός και θωράκιση πεζών και ιππέων, (4) λογιστική υποστήριξη και επιμελητεία, (5) προσαρμογή στρατιωτικών επιχειρήσεων σε ποικίλα γεωγραφικά ανάγλυφα και αξιοποίηση αυτών για εξασφάλιση τακτικού πλεονεκτήματος και για την επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού (ΑΝΣΚ), (6) οργανωμένες πορείες και στρατόπεδα εκστρατείας, (7) αξιωματικοί και αρμοδιότητές τους, (8) βασικές χρηστικές συμβουλές για στρατιωτικούς ηγήτορες, (9) οργάνωση πολιορκιών ή άμυνα πολιορκούμενων και σχετική τεχνολογία πολιορκητικών μηχανών, (10) ναυτικός πόλεμος και βασικοί τύποι πολεμικών πλοίων και σκαφών.
Τολμούμε, λοιπόν, να χαρακτηρίσουμε την Epitoma rei militaris του Βεγέτιου ως οιονεί «βασικό εγχειρίδιο στρατιωτικών τακτικών, στρατηγικής και οργάνωσης» εκείνης της εποχής (4ος/5ος αι.) στην υπηρεσία του ύστερου ρωμαϊκού στρατού.2 Πράγματι, ο Βεγέτιος φιλοδόξησε να συγγράψει μία κατεξοχήν στρατιωτική πραγματεία, επενδύοντας την επιτομή με το κατάλληλο θεωρητικό υποστηρικτικό πλαίσιο, σε συνδυασμό όμως πάντα με χρηστικό, πρακτικό περιεχόμενο. Κυρίως αναπαρήγαγε τις παλαιότερες θεωρίες για τη στρατιωτική οργάνωση. Επιχείρησε να πείσει τους ιθύνοντες ότι το στρατιωτικό μεγαλείο ήταν δυνατόν να ανορθωθεί μέσω της μελετημένης επαναφοράς και προσεκτικής εφαρμογής παλαιών, κλασικών, προτύπων. Πεδίο αναφοράς και έμπνευσης καθίσταται το παρελθόν, ως οδηγός όμως για το μέλλον. Υπ’ αυτήν την έννοια, το εν λόγω σύγγραμμα συνιστούσε παράλληλα ένα «πολιτικό μανιφέστο», μία πολιτική και στρατηγική πρόταση καταπολέμησης των αδυναμιών και άρσης του αδιεξόδου που βίωνε εν μέρει η ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία προς τα τέλη του 4ου αι. Παρ’ όλα αυτά, ο Βεγέτιος μετέδωσε εκτός των άλλων πρακτικές συμβουλές, λυσιτελείς παραινέσεις και χρήσιμα γνωμικά, όλα αυτά πάντοτε επίκαιρα και διαχρονικά, και προσπάθησε να συντάξει ένα έργο ωφέλιμο για κάθε στρατιωτικό ηγήτορα.
Για όλους τους παραπάνω λόγους αξίζει να σταχυολογήσουμε και να εκθέσουμε τα κεφάλαια εκείνα που ασχολούνται με θέματα στρατιωτικής τακτικής και επιχειρήσεων πεζικού, ιππικού, ή και μεικτών. Μάλιστα, ο συγγραφέας φρόντισε να ανακεφαλαιώσει με εύσχημο τρόπο και να συνοψίσει τα συμπεράσματά του υπό τη μορφή εξαιρετικά ενδιαφερόντων δογμάτων στο τελευταίο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου της Epitoma rei militaris. Άλλωστε, στην εισαγωγή του ίδιου βιβλίου ο Βεγέτιος διατύπωσε το κλασικότερο ίσως πολεμικό-στρατιωτικό ρητό όλων των εποχών: «όποιος επιθυμεί ειρήνη ας προετοιμάζεται για πόλεμο· όποιος επιθυμεί τη νίκη να εκπαιδεύει επιμελώς τους στρατιώτες· όποιος επιδιώκει ευνοϊκά αποτελέσματα να πολεμά επιδέξια, όχι τυχαία» (III.Praefatio: “qui desiderat pacem, praeparet bellum; qui victoriam cupit, milites inbuat diligenter; qui secundos optat eventus, dimicet arte, non casu”, ευρύτατα γνωστό και συντετμημένο ως εξής: Si vis pacem, para bellum).

II. Παρατηρήσεις ως προς την τακτική ανωτερότητα του πεζικού έναντι του ιππικού


Κατ’ αρχήν, οφείλουμε να έχουμε πάντοτε υπόψη ότι απώτερος στόχος του Βεγέτιου ήταν να περάσει το μήνυμα «όπισθεν ολοταχώς» ως τη μοναδική διέξοδο από την κρίση και την παρακμή, την οποία θεωρούσε υπαρκτή. Πίστευε ακράδαντα ότι το (ύστερο) Ρωμαϊκό κράτος μπορούσε να ελπίζει σε σωτηρία και ανάκαμψη μόνον εφόσον ο στρατός της εποχής του εφάρμοζε παραδειγματικά την οργάνωση και τις πρακτικές του παλαιότερου ρωμαϊκού στρατού. Γι’ αυτό άλλωστε συνέγραψε πραγματεία περί των στρατιωτικών, ούτως ώστε να «προτείνει» τον «κλασικό» ρωμαϊκό στρατό ως πρότυπο για την αναδιοργάνωση του «ύστερου» ρωμαϊκού στρατού. Ο Βεγέτιος αφενός επέλεξε συνειδητά να στρέψει την προσοχή και να προκρίνει την αναβάθμιση του όπλου του πεζικού, ενώ αφετέρου απέφυγε σκοπίμως να δώσει βαρύτητα στο ιππικό. Γιατί όμως; Προφανώς επειδή εντόπισε ως βασικό πρόβλημα την παρακμή του πεζικού, ενώ ήταν ανέκαθεν γνωστό ότι οι Ρωμαίοι διακρίνονταν ιδιαίτερα για την ποιότητα και την ισχύ του πεζικού τους, το οποίο άλλωστε τους είχε χαρίσει μία ολόκληρη «παγκόσμια, οικουμενική» αυτοκρατορία (πρβ. VegI.1, 7-8, 20-21, 28 · II.18 · III.1-3).
Με αυτή τη λογική, ο Βεγέτιος στόχευσε και επικέντρωσε τις προτάσεις του στη συνολική βελτίωση ειδικά του πεζικού μέσω της συγκέντρωσης και καταγραφής της πρότερης γνώσης στον τομέα αυτόν. Στόχος του ήταν να καταστήσει σαφέστερες τις προθέσεις, σταθερότερα τα επιχειρήματα και επιτυχέστερα τα συμπεράσματά του. Έτσι, σε κάθε εισαγωγή στα τρία πρώτα βιβλία της πραγματείας του (όπως επίσης στα κεφάλαια III.9 και 26), ο συγγραφέας ομολογεί πως έθεσε ως βασική του επιδίωξη να συνοψίσει προγενέστερα  έργα στρατιωτικής τακτικής, κατ’ εντολή μάλιστα ενός μη κατονομαζόμενου ρητά αυτοκράτορα. Συνεπώς, το σύγγραμμά του βρίθει αναλύσεων επί θεμάτων που άπτονται κυρίως του όπλου του πεζικού. Μεταξύ αυτών ανευρίσκουμε πολλές αναφορές σε διάφορα ζητήματα πολεμικής τακτικής, όπως θα διαπιστώσουμε στις αμέσως επόμενες ενότητες και παραγράφους.
Κατ’ αρχάς, ο Βεγέτιος προέβη σε μία καίρια στρατηγική παρατήρηση ώστε να αναδείξει τη βαρύνουσα και πρωτεύουσα σημασία του όπλου του πεζικού. Στην αρχή του δεύτερου βιβλίου (II.1) σημείωσε ότι «οι πεδιάδες προστατεύονται κατά κανόνα από το ιππικό, οι θάλασσες και οι ποταμοί από το ναυτικό, οι λόφοι, οι πόλεις και το επίπεδο ή ανώμαλο έδαφος από το πεζικό· άρα, το πεζικό θεωρείται πιο χρήσιμο και ωφέλιμο, γιατί μπορεί να υπηρετήσει και να διεξαγάγει επιχειρήσεις οπουδήποτε». Με άλλα λόγια, υπογράμμισε σε θεωρητικό επίπεδο την ανώτερη ευελιξία του πεζικού, ως όπλο ευπροσάρμοστο με δυνατότητα «πολλαπλών χρήσεων», αφού μπορούσε να εκπληρώνει πολεμικές αποστολές σχεδόν όλων των τύπων σε ποικίλα περιβάλλοντα και διαφορετικά γεωγραφικά ανάγλυφα.
Στο ίδιο βιβλίο, ο συγγραφέας σημείωσε ότι το πεζικό δέον να παρατάσσεται σε δύο βασικές γραμμές μάχης (II.8, II.15), ενώ μία τρίτη γραμμή αποτελούν οι «τριάριοι» (triarii), δηλαδή βαριά εξοπλισμένοι και θωρακισμένοι πεζοί στο πρότυπο των αρχαίων Ελλήνων οπλιτών (II.16). Γίνεται αμέσως αντιληπτό, ότι ο Βεγέτιος αναπαράγει την παράταξη μάχης των ρωμαϊκών λεγεώνων της ρεπουμπλικανικής εποχής, που παρατάσσονταν συνήθως σε δύο ή τρεις γραμμές (duplex ή triplex acies).
Σε τελική ανάλυση, το βαρύ πεζικό οφείλει να εμπλέκεται σε συγκρούσεις με αντιπάλους εχθρούς αφού πρώτα έχει λάβει θέσεις μάχης ως murus ferreus, δηλαδή ως «σιδηρούν τείχος». Έμπροσθεν αυτού παρατάσσονται ελαφρά οπλισμένοι πεζοί, όπως τοξότες και σφενδονήτες. Εκείνοι δημιουργούν προστατευτικό προπέτασμα για τη φάλαγγα του βαρέως πεζικού, επιφέροντας φθορά και απώλειες στην αντίπαλη παράταξη πριν από τη κύρια συμπλοκή και τη βίαιη σύγκρουση των αντιπάλων παρατάξεων. Τότε, οι λεγεωνάριοι με την αποτελεσματική χρήση των υσσών (pila) και του ξίφους τους (gladium) αναμένεται να υπερισχύσουν του εχθρού (II.17).
Εντούτοις, τόσο ευρεία πλειάδα επιχειρήσεων σε διάφορα εδάφη με συμπαγείς πολεμικούς σχηματισμούς μπορούν να φέρουν εις πέρας μόνον άρτια εκπαιδευμένοι οπλίτες. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Βεγέτιος είχε ήδη τονίσει στο πρώτο βιβλίο (I.26) ότι οι όλοι οι νεοσύλλεκτοι οφείλουν εξαρχής να εκπαιδεύονται σε ορισμένες πολύ βασικές τακτικές ανάπτυξης πολεμικών σχηματισμών και παρατάξεων. Τοιουτοτρόπως, αφενός εξοικειώνονται στον τρόπο «μάχεσθαι» διατηρώντας τις γραμμές και τη συνοχή τους, ενώ αφετέρου ανταποκρίνονται στη διενέργεια διαφόρων τύπων πολεμικών επιχειρήσεων υπό εξειδικευμένες συνθήκες και ποικίλες απαιτήσεις. Πιο συγκεκριμένα απαριθμεί (α) την «απλή εκτεταμένη γραμμή μάχης» (simplex et extenta acies), (β) τη «διπλή γραμμή μάχης» (duplex acies), (γ) τον «τετράγωνο σχηματισμό μάχης» (quadrata acies), (δ) τον «τριγωνικό σχηματισμό» (trigonum), γνωστό και ως «σφήνα» (cuneus), καθώς και (ε) τον «κυκλικό σχηματισμό» (orbis).

 Θεμελιώδεις τακτικές ανάπτυξης γραμμών μάχης
Η πληρέστερη ανάλυση σχετικά με τις τακτικές του πεζικού (και του ιππικού βεβαίως, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω) συγκεντρώνεται στο τρίτο και εκτενέστερο βιβλίο της Στρατιωτικής Επιτομής. Σε εκείνο, ο Βεγέτιος αρχικά εξειδίκευσε τα στρατηγικά του συμπεράσματα όσον αφορά την επιτυχέστερη αξιοποίηση των διαφόρων όπλων του στρατού ως εξής: πρώτον, ψιλοί και τοξότες, δηλαδή ελαφρά οπλισμένοι πεζοί, σε συνδυασμό με επίλεκτο ιππικό μπορούν να παρέχουν πλευρική προστασία σε στράτευμα που τελεί σε πορεία διαμέσου εχθρικής περιοχής. Γενικά, είναι σκόπιμο ελαφρύ πεζικό σε συνεργασία με ανάλογο ελαφρύ ιππικό να καλύπτει τα νώτα ενός στρατού σε φάση πορείας (III.6). Δεύτερον, εφόσον ο στρατιωτικός ηγήτορας εμπιστεύεται τη δύναμη του ιππικού μπορεί να πολεμήσει σε ανοιχτό αναπεπταμένο πεδίο, εάν όμως εμπιστεύεται περισσότερο τη δύναμη του πεζικού οφείλει να δώσει μάχη σε δύσβατες ή ορεινές περιοχές, σε ανώμαλο έδαφος, σε έλη ή πυκνόφυλλα δάση (III.10). Τρίτον, όταν επιθυμεί να νικήσει εχθρικό ιππικό με πεζικό καλό είναι να επιλέγει τραχύ, ανώμαλο και ορεινό πεδίο. Όταν όμως επιθυμεί να νικήσει εχθρικό πεζικό με ιππικό, τότε καλύτερα να αποσύρεται σε υψηλότερη θέση, επίπεδη όμως και ανοιχτή, καθώς και ανεμπόδιστη από δάση ή έλη (III.13).
Από τις παραπάνω νουθεσίες, καθίσταται εκ νέου σαφής η διάσταση στο εύρος χρήσης του πεζικού και του ιππικού. Σύμφωνα με τον Βεγέτιο, το πεζικό μπορεί να αναπτυχθεί για πόλεμο σε περισσότερους τύπους πεδίων μάχης συγκριτικά με το ιππικό. Στο σημείο αυτό κρίνουμε πως ο συγγραφέας πέρασε από τη θεωρητική έμφαση της υπεροχής του πεζικού, όπως την περιέγραψε στο δεύτερο βιβλίο, στην πρακτική υπογράμμιση της υπεροχής του έναντι του ιππικού σε επίπεδο πλέον γενικών συμβουλών για επιλογή ορθής τακτικής με βάση το γεωγραφικό ανάγλυφο. Στη συνέχεια του τρίτου βιβλίου, ο Βεγέτιος αναφέρθηκε εκτενέστερα σε σχέση με προηγουμένως στη βασική παράταξη μάχης του στρατού. Κατόπιν περιέγραψε διεξοδικά διάφορες πολεμικές τακτικές και σχηματισμούς, καθώς και τα πλεονεκτήματα και την αποτελεσματικότητα των διαφόρων θεμελιωδών παρατάξεων μάχης που δύνανται να επιφέρουν τη νίκη στις φίλιες στρατιωτικές δυνάμεις.

III. Η προτεινόμενη βασική γραμμή μάχης


Η βασική γραμμή μάχης (αγγλ. battle line) αποτελείται από τις δύο, προαναφερθείσες, σειρές (ή γραμμές) πεζικού που συγκροτούν ένα «στιβαρό τείχος» (ad vicem muri) θωρακισμένων ανδρών (πρβ. II.17), προφανώς υπό τη μορφή συνασπισμένης φάλαγγας. Η τρίτη σειρά απαρτίζεται από ευκίνητους ελαφρούς στρατιώτες, τοξότες και ακοντιστές, Στην τέταρτη παρόμοια εξοπλισμένη σειρά τοποθετούνται οι mattiobarbuli, δηλαδή οι ειδικοί χειριστές βελοειδών βλημάτων (λατ. plumbatae, αγγλ. darts). Στην πέμπτη σειρά βρίσκονται τα βαρέα εκηβόλα όπλα (το «πυροβολικό» της εποχής εκείνης, δηλαδή καταπέλτες, όναγροι, βαλλίστρες κ.ο.κ.). Τέλος, στην έκτη σειρά παρατάσσονται οι triarii, βαριά οπλισμένοι πεζικάριοι που αξιοποιούνταν ως γραμμή στήριξης της όλης παράταξης (III.14).

Ποικίλες εικόνες αντικτύπου βολής βλημάτων
Οι δύο πρώτες σειρές επανδρωμένες από έμπειρους πεζούς αγκίστρωναν τον εχθρό. Ειδικά οι πεζικάριοι στη δεύτερη σειρά εκτόξευαν βαρύτερα (spicula) και ελαφρύτερα (lanceae) ακόντια ρίψης. Την ίδια στιγμή, οι άλλες τρεις σειρές σφυροκοπούσαν επίσης τις εχθρικές θέσεις με πάσης φύσεως και διαμετρήματος βλήματα. Η έκτη σειρά αποτελούσε τη γενική εφεδρεία (III.14). Στόχος προφανής και πρώτιστος ήταν η καταβολή του αντιπάλου μέσω της μαζικής προσβολής του με βλήματα κάθε είδους, ωσότου εξασθενίσει και εξουθενωθεί από τις βαριές απώλειες, ώστε να υποστεί σημαντική αραίωση στις τάξεις του πριν από την εξαπόλυση τελικής επίθεσης προς ανατροπή του.
Ο Βεγέτιος ορίζει ως βασικό μήκος της συνολικής παράταξης τα 1.000 βήματα, περίπου 1.500 σημερινά μέτρα. Η καθεμία γραμμή ιδανικά περιλαμβάνει 1.666 πεζικάριους (σε απόσταση 3 ρωμαϊκών ποδών, δηλ. περίπου ενός μέτρου, ο ένας από τον άλλο), ενώ και οι έξι γραμμές (με διάστημα 6 ρωμαϊκών ποδών, δηλ. περίπου 2 μέτρων, μεταξύ τους) διαθέτουν συνολικά σχεδόν 10.000 πεζικάριους. Σημειώνει επίσης ότι 10.000 οπλίτες μπορούν εναλλακτικά να συγκροτήσουν τρεις γραμμές και να απλωθούν σε 2.000 βήματα, τουτέστιν περίπου 3.000 μέτρα. Ωστόσο, ο συγγραφέας συνέστησε να αποφεύγεται η υπερεπιμήκυνση της παράταξης μάχης. Αντιθέτως, θεώρησε καλύτερο να είναι πιο συμπακτωμένη με περισσότερο βάθος, δηλαδή μεγαλύτερο αριθμό γραμμών, ώστε να απορροφάται ο αντίκτυπος μιας –ενδεχομένως ισχυρής και βίαιης– εχθρικής προσβολής (III.15).

IVΆλλοι προτεινόμενοι σχηματισμοί μάχης και πολεμικές τακτικές


Ο Βεγέτιος κατέγραψε και περιέγραψε τρεις βασικούς σχηματισμούς μάχης (αγγλ. battle formations), που μπορούν να εφαρμοστούν εναλλακτικά ή ακόμη και συνδυαστικά ως πολεμικές τακτικές (αγγλ. battle tactics): (α) τη «σφήνα» (cuneusαγγλ. flying wedge), (β) τη «λαβίδα» (forfexαγγλ. inverted wedge) και (γ) το επονομαζόμενο «πριόνι» (serraαγγλ. echelon formation?), πιθανώς συνδυασμό των δύο προηγουμένων (III.17). Σε αυτό το σημείο υπογραμμίζουμε τη διαφορά μεταξύ της «παράταξης μάχης», που αφορά στην εκτεταμένη «γραμμική» ανάπτυξη των στρατιωτικών μονάδων καθ’ όλο το μήκος του πεδίου μάχης, αλλά σε διαφόρους επιμέρους «σχηματισμούς» αναλόγως με τις ειδικότερες «τακτικές» που προορίζονται εκείνοι να εφαρμόσουν.
Σε κάθε περίπτωση, όλες οι γραμμές και οι σχηματισμοί μάχης οφείλουν να υποστηρίζονται από εφεδρείες στα μετόπισθεν. Ο Βεγέτιος αξιολογεί ως χρησιμότατη την πρόνοια για ύπαρξη ταχυκίνητων εφεδρικών δυνάμεων πίσω από τη βασική γραμμή μάχης (αγγλ. battle line). Οι εφεδρείες τοποθετούνται κατάλληλα σε καίρια σημεία καθ’ όλο το μήκος της παράταξης, ώστε να καλύπτουν τόσο τις πτέρυγες όσο και το κέντρο. Οι δυνάμεις αυτές πρέπει να αποτελούνται από επίλεκτους πεζούς και ιππείς, ώστε να παρέχουν άμεση επικουρία όπου χρειάζεται κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Προσδίδουν, έτσι, στο στράτευμα αφενός το απαραίτητο τακτικό βάθος και αφετέρου ταχεία και αποτελεσματική αντίδραση σε κάθε είδους απρόοπτες αντιξοότητες που ενδεχομένως προκύψουν κατά τη διεξαγωγή της μάχης. Μάλιστα, από αυτούς τους εφεδρικούς στρατιώτες μπορούν να συγκροτηθούν ενισχυμένες «σφήνες», «λαβίδες» ή «πριόνια» για να πλαισιώσουν και να ενισχύσουν τις πρώτες γραμμές. Γενικά, ο συγγραφέας συστήνει μικρό μήκος παράταξης μάχης αν ο στρατός είναι ολιγάριθμος, με παράλληλη διατήρηση ισχυρής εφεδρείας στα μετόπισθεν ως υποστήριξη. Χάρη στη συντονισμένη δράση βαρέως πεζικού στο κέντρο και βαρέως ιππικού με τη συνοδεία ελαφρού πεζικού από τα άκρα είναι δυνατόν να επιτευχθεί σύντομα και γρήγορα αποφασιστική διάρρηξη του εχθρικού μετώπου (III.17).
Πιο συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος αξιολογεί ως ωφέλιμη την παράταξη στο δεξιό κέρας ιππικού εφεδρείας ανάμεικτου με ελαφρύ πεζικό για διεξαγωγή επιθέσεων από τα πλάγια εναντίον του αντιπάλου αριστερού κέρατος. Άλλωστε, ο στρατηγός παραδοσιακά διηύθυνε τα στρατεύματά του από τη δεξιά πτέρυγα. Από την άλλη πλευρά, το αριστερό κέρας οφείλει και αυτό να αποτελείται από έμπειρους ιππείς σε εφεδρεία και ταχυκίνητους πεζικάριους, όπως και το αντίστοιχο δεξιό. Στο κέντρο της παράταξης προκρίνει τον σχηματισμό από βαρύ (εφεδρικό) πεζικό ισχυρής «σφήνας» (cuneuscaput porcinum), σχήματος περίπου ελληνικού «Λ» ή «Δ». Πρόκειται για συμπακτωμένο σχηματισμό πεζικού στενότερο έμπροσθεν και πλατύτερο όπισθεν, μέσω του οποίου εκτοξεύεται πλήθος ακοντίων σε επιλεγμένο σημείο της αντίπαλης παράταξης για την πρόκληση ρήξης. Τη μαζική εκτόξευση ακοντίων ακολουθούσε άμεση και βίαιη προσβολή του εχθρού με αντικειμενικό σκοπό (ΑΝΣΚ) τη διάτρηση και διάσπαση της αντίπαλης παράταξης. Αν όμως αντιθέτως ο εχθρός έχει ήδη παραταχθεί σφηνοειδώς και επιχειρήσει να πλήξει αυτός πρώτος τη φίλια δύναμη, τότε στο κέντρο οφείλει να σχηματιστεί από τους ίδιους βαριά οπλισμένους πεζικάριους «λαβίδα» (forfex), σχήματος περίπου λατινικού «V» ή «U», ώστε να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά στην εχθρική «σφήνα». Παραταγμένα κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα στρατεύματα μπορούν να απορροφήσουν το πλήγμα και να περισφίξουν την αντίπαλη «σφήνα». Τότε, οι εχθροί όχι μόνο δεν θα κατορθώσουν να διατρήσουν τη φίλια παράταξη, αλλά τουναντίον θα περικυκλωθούν και θα συντριβούν (III.18-19).
Ο Βεγέτιος αναφέρει, επίσης, τον «πριονωτό» σχηματισμό (serra), χάρη στον οποίο δύναται να αποκατασταθεί μια διαταραγμένη πρώτη γραμμή μάχης (III.19). Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας περιέγραψε τη χρησιμότητα, αλλά όχι τη λειτουργία ούτε τη μορφή αυτού του ιδιαίτερου και περίεργου σχηματισμού. Ωστόσο, τόσο ο τρόπος λειτουργίας όσο και η μορφή θεωρούμε πως μπορούν να αποκατασταθούν. Κατ’ αρχάς, υπάρχει η μαρτυρία του λεξικογράφου Σέξτου Πομπήιου Φήστου (2ος αι. μ.Χ.). Ο Φήστος παραπέμπει σε παλαιότερη σχετική αναφορά του Κάτωνα του «τιμητή» (3ος-2ος αι. π.Χ.). Αντλεί από εκείνη και μας πληροφορεί ότι ο όρος serra «σήμαινε μία μέθοδο μάχης που συνδύαζε επιθετικές ενέργειες και υποχωρητικούς ελιγμούς σε συνεχή εναλλαγή, χωρίς ποτέ να παραμένει στατική η παράταξη».3 Με άλλα λόγια, έτσι περιγραφόταν η τακτική της αδιάκοπης παρενόχλησης του εχθρού με αλλεπάλληλες εφορμήσεις και προσποιητές οπισθοχωρήσεις, δηλαδή με κινήσεις μπρος-πίσω, οι οποίες προσομοίαζαν την κίνηση ενός πριονιού.
Αυτά τα δύο στοιχεία μάς οδήγησαν σε δύο διαπιστώσεις. Πρώτον, ο «πριονωτός» σχηματισμός ασφαλώς προφύλασσε τις διαταραγμένες γραμμές όπισθεν αυτού. Δημιουργούσε ένα προστατευτικό προκάλυμμα, μία «ενδιάμεση ζώνη» (αγγλ. buffer zone). Απέτρεπε, έτσι, την αποσύνθεσή των κύριων γραμμών και επέτρεπε, επομένως, την ανασυγκρότησή τους. Την ίδια στιγμή, οι αντίπαλοι υποβάλλονταν σε διαρκή φθορά και απώλειες (αγγλ. attrition). Αδυνατούσαν, λοιπόν, να εκμεταλλευτούν περαιτέρω το ρήγμα που είχαν επιφέρει ώστε να επιτύχουν την οριστική διάλυση της φίλιας παράταξης. Κατά συνέπεια, η serra λειτουργούσε ως προμετωπίδα, η οποία προστάτευε τις φίλιες δυνάμεις και ταυτόχρονα αποθάρρυνε τις εχθρικές. Αντικειμενικός σκοπός ήταν η «απαγόρευση» επαφής τού κυρίως σώματος των δύο αντιπάλων παρατάξεων, δηλαδή του αμυνόμενου φίλιου που υποχωρούσε ή φυλλορροούσε και του επιτιθέμενου εχθρικού που προωθούνταν ή προήλαυνε. Δεύτερον, ο «πριονωτός» σχηματισμός σήμαινε ίσως κλιμακωτή διάταξη μονάδων και σχηματισμών με αμυντικό προσανατολισμό (αγγλ. echelon formation, en echelon). Με τη μέθοδο αυτή σχηματίζονταν εσοχές και προεξοχές μπροστά από τη βασική γραμμή μάχης, αφενός για απορρόφηση και απόκρουση εχθρικών προσβολών και αφετέρου για αποφυγή περαιτέρω διάσπασης της συνοχής της κύριας παράταξης.
Ο Βεγέτιος ανέφερε, τέλος, τον σχηματισμό «ομάδων μάχης» (globus). Αυτοί εκτελούσαν σποραδικές καταδρομικές επιθέσεις κατά του εχθρού ξεπηδώντας μέσα από τις φίλιες γραμμές, δηλαδή από τη συμμαχική παράταξη. Τέτοιου τύπου και είδους «ομάδες κρούσης» σίγουρα αποτελούνταν από ελαφρά οπλισμένους –και επομένως ευκίνητους– στρατιώτες (velites), πεζούς και ιππείς. Σε αυτήν την περίπτωση, εκτιμώ ότι μάλλον σκιαγραφούσε επιθέσεις ακοντιστών (lanciarii) με τη ενδεχόμενη σύμπραξη ελαφρού ιππικού. Εισχωρώντας μέσα από τα κενά της συμμαχικής παράταξης, οι ευέλικτοι «λαγκιάριοι» σε συνεργασία με ταχυκίνητους ιππείς εμφανίζονταν απρόοπτα εμπρός στους εχθρούς και τους προσέβαλλαν αιφνιδιαστικά δημιουργώντας προπέτασμα με μαζικές ρίψεις ακοντίων. Με αυτή τη μέθοδο, πλην των βέβαιων απωλειών, επέφεραν περαιτέρω σύγχυση και ταραχή στους αντιπάλους. Αντιστοίχως, για την αντιμετώπιση ευκίνητων βαρβαρικών «δρούγγων» (drungi), δηλαδή ελισσόμενων εχθρικών σχηματισμών ιππικού που προσβάλλουν συνήθως την αριστερή πλευρά και σπανιότερα τη δεξιά, ο Βεγέτιος συνέστησε τον σχηματισμό «κύκλου» (orbis) στα άκρα –αριστερό και δεξιό– της παράταξης για την ολόπλευρη κάλυψη των πτερύγων (III.19).

Πολεμικοί σχηματισμοί: «cuneus», «forfex», «serra», «globus»

 V. Οι επτά προτεινόμενες παρατάξεις μάχης


Το εκτενές εικοστό κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου (III.20) της Epitoma rei militaris είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στην περιγραφή τρόπων ανάπτυξης γραμμών μάχης, δηλαδή στις διάφορες εναλλακτικές μεθόδους παράταξης μάχης (αγγλ. battle order). Μάλιστα, στους «γενικούς κανόνες πολέμου» (regulae bellorum generales) –στο εικοστό έκτο κεφάλαιο του ίδιου βιβλίου (III.26) όπου παρατίθενται τριάντα βασικές αρχές και πρακτικές συμβουλές για κάθε ηγήτορα– ο Βεγέτιος αναφέρει μεταξύ των άλλων υπό ποίες προϋποθέσεις οφείλει να επιλέγεται κάθε προτεινόμενη παράταξη μάχης, ώστε να βελτιστοποιούνται οι πιθανότητες νίκης. Τοιουτοτρόπως ο συγγραφέας πρωτοτυπεί, αφού κατορθώνει να συνδέσει εύστοχα τη θεωρία με την πράξη. Επτά είναι, λοιπόν, οι συνιστώμενες παρατάξεις μάχης:4

Η βασική και οι επτά προτεινόμενες εναλλακτικές παρατάξεις μάχης
(1) Η «παραλληλόγραμμη παράταξη μάχης υπό μορφή τετραγώνων» (fronte longa quadro exercitu). Αποτελούσε τον «παραδοσιακό» και «συντηρητικό» τύπο ανάπτυξης γραμμών μάχης σε ευθεία γραμμή, με το πεζικό στο κέντρο, το ιππικό και το ελαφρύ πεζικό στα κέρατα (και ως εφεδρεία στα μετόπισθεν). Συνδυάζεται με τη διενέργεια μετωπικής επίθεσης (αγγλ. frontal assault) εναντίον του εχθρού σε όλο το μήκος του μετώπου. Ο Βεγέτιος τη συνιστά μόνο σε έμπειρους ηγέτες και στρατούς. Όπως ισχυρίζεται, η πείρα έχει αποδείξει ότι, όταν μία παράταξη μάχης υπερεκτείνεται, τότε σχηματίζονται κενά, τα οποία ο εχθρός μπορεί δυνητικά να εκμεταλλευτεί προς όφελός του. Συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 15: μόνον όποιος υπερισχύει συντριπτικά σε αριθμούς, όπως και σε θάρρος και ηθικό, να επιλέγει την «παραλληλόγραμμη τετράγωνη» παράταξη μάχης.
(2) Η «λοξή παράταξη μάχης» (depugnatio obliqua), η οποία θεωρείται από τον Βεγέτιο ως η καλύτερη.5 Πρόκειται για την πρωτότυπη και αυθεντική γραμμή μάχης με την οποία παρέταξε ο Θηβαίος στρατηγός Παγώνδας τους Βοιωτούς στη μάχη του Δηλίου το 424 π.Χ. και χάρη στην οποία νίκησε τους Αθηναίους (Θουκ. 4.93.4). Σύμφωνα με τον συγγραφέα, όταν εφαρμόζεται «λοξή παράταξη» μάχης, η αριστερή πτέρυγα αγκιστρώνει αποτρεπτικά και αμυντικά την αντίπαλη δεξιά, ενώ η δεξιά πτέρυγα αποτελούμενη από έμπειρους ιππείς και πεζικάριους επιτίθεται και ανατρέπει την αντίπαλη αριστερή με υπερκέραση (αγγλ. single envelopment) επιφέροντας τη νίκη. Οι γραμμές αναπτύσσονται γενικά σε σχήμα γράμματος «Α» ή αλλιώς αλφαδιού. Αν όμως ο εχθρός αναλάβει πρώτος επιθετική πρωτοβουλία κινήσεων, τότε η αριστερή πτέρυγα οφείλει να ενισχυθεί από οργανωμένη εφεδρική γραμμή έμπειρων ιππέων και πεζικάριων όπισθεν αυτής ώστε να αντέξει την εχθρική προσβολή. Η «λοξή» παράταξη μάχης (αγγλ. oblique order) συνιστούσε έναν μείζονα υπερκερωτικό ελιγμό (αγγλ. flanking maneuver) εκ δεξιών (άρα ο στροφέας της κύριας επιθετικής ενέργειας εκτελείται προς τα αριστερά) και συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 16: αυτός που κρίνει ότι τακτικά μειονεκτεί να επιλέγει αυτήν την παράταξη και να κινείται εναντίον του αντίπαλου αριστερού.
(3) Η «(αντίστροφη) λοξή παράταξη μάχης» παρόμοια με τη δεύτερη (depugnatio similis secundae). Σε αυτήν την τροποποιημένη εκδοχή ενισχύεται –αντί της δεξιάς– η αριστερή πτέρυγα με το πλέον αξιόμαχο ιππικό και πεζικό. Κατόπιν τούτου, διενεργείται άμεση επίθεση εναντίον του δεξιού της εχθρικής παράταξης με αντικειμενικό σκοπό την υπερκέρασή του (αγγλ. single envelopment). Πρόκειται για την «κλασική» λοξή παράταξη. Την εφάρμοσαν οι Θηβαίοι και οι Βοιωτοί τόσο στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. εναντίον των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους, όσο και αργότερα στη μάχη της Μαντινείας το 362 π.Χ. εναντίον των Λακεδαιμονίων, των Αθηναίων και των συμμάχων τους (βλ. αντιστοίχως Ξεν. Ελλ. 6.4.12 και 7.5.21-24). Ωστόσο, ο Βεγέτιος εφιστά την προσοχή στη διατήρηση αλώβητης της αδύναμης –καθότι στελεχωμένης με κατώτερης στάθμης στρατεύματα– δεξιάς πτέρυγας στα μετόπισθεν. Πράγματι, το δεξιό κέρας οφείλει να παραμείνει απρόσβλητο από τον εχθρό. Πρέπει, συνάμα, να μην επιτραπεί στον εχθρό να εισχωρήσει στα κενά μεταξύ των γραμμών, να διασπάσει τη συνοχή τους και να αποκόψει την επαφή των πτερύγων διενεργώντας επίθεση με «σφήνες». Άρα, η παράταξη αυτή επιλέγεται μόνον εφόσον η δεξιά εχθρική πτέρυγα είναι ασυνήθως αδύναμη, ενώ η φίλια αριστερή πτέρυγα επαρκώς ισχυρότερη. Η «αντίστροφη λοξή παράταξη μάχης» (δηλαδή η πρώτη παραλλαγή «λοξής» παράταξης, αγγλ. oblique order) συνιστούσε έναν μείζονα υπερκερωτικό ελιγμό (αγγλ. flanking maneuver) εξ αριστερών (άρα ο στροφέας της κύριας επιθετικής ενέργειας εκτελείται προς τα δεξιά) και συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 17: αυτός που διαθέτει πολύ γενναία αριστερή πτέρυγα να επιλέγει αυτήν την παράταξη και να κινείται εναντίον του αντίπαλου δεξιού.
Κινούμενο σχέδιο της «(αντίστροφης) λοξής φάλαγγας»
(4) Η αιφνιδιαστική άμεση επίθεση και πλευρική προσβολή του εχθρού ταυτόχρονα από αριστερά και δεξιά με συγκλίνουσες τις δύο πτέρυγες. Πρόκειται ουσιαστικά για τη διενέργεια μείζονος υπερκερωτικού ελιγμού και από τα δύο κέρατα ταυτοχρόνως (αγγλ. pincer movement ή double envelopment). Η διπλή υπερκέραση έχει ως στόχο την υπερφαλάγγιση (αγγλ. outflanking), περικύκλωση και συντριβή του εχθρού.6 Το κλασικότερο παράδειγμα εφαρμογής αυτής της τακτικής αποτελεί η μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. οπότε οι Αθηναίοι υπό τον στρατηγό Μιλτιάδη κατανίκησαν τους Πέρσες. Η επιλογή αυτής της –ευρείας και άκρως τολμηρής, συμπληρώνουμε– επιθετικής κίνησης διενεργείται από στρατηγό που διοικεί εμπειροπόλεμους και γενναίους στρατιώτες. Αποσκοπεί στον αιφνιδιασμό των αντιπάλων και στη γρήγορη και σύντομη διάλυση της εχθρικής παράταξης. Συντελείται προτού το απροστάτευτο κέντρο εκτεθεί σε αντίπαλη προσβολή. Σε αυτήν την περίπτωση, η χρονική παράταση τέτοιας επιθετικής ενέργειας καθίσταται επικίνδυνη για το φίλιο στράτευμα, εφόσον ο εχθρός συγκρατήσει τις δυνάμεις του, διατηρήσει τη συνοχή της παράταξής του και επιχειρήσει οργανωμένη αντεπίθεση εναντίον των διαχωρισμένων επιτιθέμενων πτερύγων και του ασθενούς κέντρου. Η «διπλή υπερκέραση» συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 18: μόνον αυτός που διαθέτει πάρα πολύ καλά εκπαιδευμένους στρατιώτες να επιλέγει να επιτεθεί στον εχθρό από τα άκρα.
(5) Η πέμπτη γραμμή μάχης συνιστά «παραλλαγή της τέταρτης παράταξης μάχης», δηλαδή του μείζονος υπερκερωτικού και κυκλωτικού ελιγμού από τα άκρα (αγγλ. pincer movement ή double envelopment). Η τροποποίηση συντελείται με την τοποθέτηση ελαφρά οπλισμένων ανδρών (ψιλών) και τοξοτών μπροστά από την πρώτη γραμμή στο κέντρο. Αυτοί προσφέρουν κάλυψη στο εκτεθειμένο κέντρο σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί άμεση ανατροπή της εχθρικής παράταξης εξαιτίας της γρήγορης και βίαιης επίθεσης από τις πτέρυγες, αλλά αντιθέτως ο εχθρός προλάβει να ανασυγκροτηθεί και να αντεπιτεθεί. Στόχος αυτής της τροποποιημένης διπλής υπερκέρασης παρέμενε η υπερφαλάγγιση (αγγλ. outflanking), περικύκλωση και ολοκληρωτική συντριβή των εχθρικών δυνάμεων. Η τροποποιημένη «διπλή υπερκέραση» με ταυτόχρονη ενίσχυση και προστατευτική κάλυψη του κέντρου συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 19: αυτός που διευθύνει άριστους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες να επιλέγει αυτήν την παράταξη.
(6) Πάλι παρόμοια με τη «λοξή» παράταξη μάχης (depugnatio similis secundae). Αυτή τη γραμμή ο Βεγέτιος θεωρεί άριστη σε περίπτωση έλλειψης εμπιστοσύνης τόσο στους αριθμούς στρατιωτών όσο και στην ικανότητα προβολής ισχύος των φίλιων δυνάμεων. Επιτυγχάνεται νίκη ακόμη και με αριθμητική μειονεξία, όταν αφενός η δεξιά πτέρυγα, ενισχυμένη με τους καλύτερα εκπαιδευμένους ιππείς και γρήγορους πεζούς, επιτίθεται εναντίον της εχθρικής αριστερής, ενώ αφετέρου διατηρείται η υπόλοιπη παράταξη (κέντρο – αριστερή πτέρυγα) σε ασφαλή απόσταση, απρόσβλητη από τον εχθρό, και πολύ εκτεταμένη σαν ακόντιο. Τότε η φίλια δεξιά πτέρυγα δύναται να υπερκεράσει και να ανατρέψει τους εχθρούς στο αντίπαλο αριστερό κέρας (αγγλ. single envelopment). Την ίδια στιγμή οι υπόλοιπες εχθρικές γραμμές (το κέντρο και το δεξιό κέρας), αδυνατούν να κινηθούν και να αποκτήσουν επαφή με την επιμηκυμένη σε σχήμα περίπου γράμματος «Ι» φίλια παράταξη, καθώς και να επιχειρήσουν τη διενέργεια αντεπίθεσης. Συνίσταται ειδικά ενόσω ο στρατός βρίσκεται εν πορεία. Η συγκεκριμένη «λοξή» παράταξη μάχης (δηλαδή η δεύτερη παραλλαγή «λοξής» παράταξης, αγγλ. oblique order) συνιστούσε έναν μείζονα υπερκερωτικό ελιγμό (αγγλ. flanking maneuver) εκ δεξιών (άρα ο στροφέας της κύριας επιθετικής ενέργειας εκτελείται πάλι προς τα αριστερά) και συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 20: αυτός που δεν εμπιστεύεται ούτε τον αριθμό ούτε το θάρρος και το ηθικό των στρατιωτών του να επιλέγει αυτήν την παράταξη.
(7) Τέλος, η παράταξη του στρατού με αγκίστρωση της μίας πλευράς σε ασφαλές σημείο, δηλαδή ευνοϊκό και αδιαπέραστο κώλυμα, όπως όρος, θάλασσα, ποταμό ή λίμνη, πόλη, έλος, ή γενικά σε ανώμαλο έδαφος. Ενδείκνυται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας στρατός διαθέτει όχι μόνο λιγότερους, αλλά επίσης όχι τόσο γενναίους, άνδρες. Το σύνολο του ιππικού και του ελαφρού πεζικού τοποθετείται στην ακάλυπτη, απροστάτευτη από εδαφικό κώλυμα, πλευρά. Ο υπόλοιπος στρατός παρατάσσεται σε ευθεία παράταξη μάχης με απόληξη το εδαφικό κώλυμα που εμποδίζει την προσπέλαση του εχθρού. Εξαιτίας της φυσικής προστατευτικής κάλυψης από τη μία πλευρά και εξαιτίας της προστασίας που παρέχει η ύπαρξη του ιππικού στην άλλη, οι φίλιες δυνάμεις μπορούν να πολεμήσουν με ασφάλεια, έχοντας καλυμμένα τα πλευρά και τα νώτα τους, σύμφωνα με το σχέδιο μάχης που έχει ήδη επεξεργαστεί ο διοικητής στρατηγός. Η παράταξη του στρατού σε γραμμές μάχης με την αγκίστρωση της μίας πλευράς σε αδιαπέραστο εδαφικό κώλυμα (αγγλ. use and improvement of terrain) συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 21: αυτός που γνωρίζει ότι διαθέτει λιγότερους και χαμηλού ηθικού στρατιώτες να επιλέγει αυτήν την παράταξη.

VI. Συμπεράσματα


Συνοψίζοντας όλα τα προκείμενα, ο Βεγέτιος διατύπωσε τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 23 (III.26) σύμφωνα με τον οποίο όποιος (στρατιωτικός διοικητής) εμπιστεύεται το (διαθέσιμο) πεζικό επιβάλλεται να αναζητεί μέρη και εδάφη κατάλληλα για (ανάπτυξη και δράση) πεζικού· (αρμόζει επίσης) να δρα και να ενεργεί περισσότερο μέσω του πεζικού. Σε τελική ανάλυση, η Στρατιωτική Επιτομή του Βεγέτιου μπορεί όντως να χαρακτηριστεί ως εργαλείο επιχειρησιακής αξιοποίησης του πεζικού και ανάπτυξης πολλών και διαφόρων τακτικών, σχηματισμών, γραμμών και παρατάξεων μάχης. Όλα αυτά απαρτίζουν στοιχεία που έχουν όντως αξιόλογο ενδιαφέρον και παράλληλα διαθέτουν σημαντική χρηστικότητα. Αυτό συμβαίνει, παρότι η πραγματεία κινείται εκ πρώτης όψεως σε πνεύμα «οπισθοδρομικό». Αξίζει πάλι σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι η Epitoma rei militaris πρωτίστως έθιγε τα κακώς κείμενα στην οργάνωση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού. Ποικίλα στρατιωτικά ελλείμματα είχαν ήδη επιφέρει αποτυχίες και ήττες από διάφορους αντιπάλους και εχθρούς. Η Στρατιωτική επιτομή δεν έπαυε, ωστόσο, να συνιστά επίσης χρήσιμο τακτικό εγχειρίδιο, όπως διαπιστώσαμε αμέσως παραπάνω.
Στο επόμενο μέρος εκθέτουμε –επίσης διεξοδικά– την ανάλυση του Βεγέτιου σχετικά με τις τακτικές και με την επιχειρησιακή αξιοποίηση ειδικότερα του ιππικού. Ολοκληρώνουμε με γενικές οδηγίες που περιλαμβάνουν άλλες χρήσιμες συμβουλές και στρατηγήματα υπό τη μορφή συνήθως νουθεσιών προς στρατιωτικούς ηγήτορες. Επειδή η βιβλιογραφία είναι κοινή για τα δύο αυτά μέρη, παρατίθεται πλήρως στο τέλος της επόμενης, σχετικής και συνεχόμενης, δημοσίευσης. Εδώ περιοριζόμαστε να παραθέσουμε βιβλιογραφικά στοιχεία μόνο σε όσες πηγές και βοηθήματα παραπέμπουμε ρητά στις υποσημειώσεις, καθώς και στις βιντεοπαρουσιάσεις.

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΠΕ 02). Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη (με απόσπαση).

[Συνεχίζεται]


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Βλ. τις δύο προηγούμενες δημοσιεύσεις στην Clio Turbata: «Η Epitoma rei militaris του Βεγέτιου και ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός στο μεταίχμιο μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα» και «Αντανακλάσεις της ταραχώδους «Εποχής των Μεταναστεύσεων» (4ος – 5ος μ.Χ.) στην Epitoma rei militaris του Βεγέτιου και στον ύστερο ρωμαϊκό στρατό».
2. Αντιπρβ. Milner (1991: xxviii), ο οποίος χαρακτηρίζει το έργο όχι ως «αυθεντικό (τεχνικό) εγχειρίδιο πολέμου» αλλά ως «πολιτική και στρατηγική πραγματεία» (The Epitome is…not a true Art of War, but a political and strategic tract). Εντούτοις, πιστεύουμε πως η Επιτομή του Βεγέτιου, παρότι απεικόνιζε έναν στρατιωτικό οργανισμό μάλλον παρωχημένο και σίγουρα όχι πολύ σύγχρονο με την εποχή της, «παρέτασσε» πληθώρα πρακτικών συμβουλών για τακτικές, σχηματισμούς, παρατάξεις μάχης, ακόμη και βασικά στρατιωτικά γνωμικά, διανθισμένα με πλείστα άλλα θέματα στρατιωτικής οργάνωσης που είναι διαχρονικά και χρηστικά. Αντιπρβ. επίσης Luttwak (2009: 366) που χαρακτηρίζει την Epitoma του Βεγέτιου ουσιαστικά ως ένα άκριτο και άμορφο συμπίλημα, στερούμενο πρακτικής ωφελιμότητας. Διαφωνούμε ωστόσο και με αυτήν την εκτίμηση, διότι κατά τη γνώμη μας προδίδει προχειρότητα και έλλειψη μελέτης εις βάθος όλων των παραμέτρων σχετικά με το πλαίσιο συγγραφής και το περιεχόμενο του υλικού του συγκεκριμένου έργου. Επομένως, συμφωνούμε πλήρως με τον Janniard (2008: 19, 20-21), ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι η πραγματεία του Βεγέτιου εκτός του ότι συστήνει την παλαιά λεγεώνα ως ιδεαλιστικό πρότυπο οργάνωσης (κυρίως στο 2ο βιβλίο), δεν παύει να αποτελεί ένα θεωρητικό και συνάμα πρακτικό εγχειρίδιο πολέμου (ειδικά στο 3ο βιβλίο). Παρομοίως Elton 1996: 269.
3. Festus, De verb. sign. 466.28-32 (516): «Serra proeliari dicitur cum assidue acceditur recediturque neque ullo consistitur tempore. Cato de re militari (11): „Sive forte opus sit cuneo, aut globo, aut forcipe, aut turribus, aut serra, uti adoriare.‟». Βλ. Milner 32001: υποσημ. 3 σ. 103. – Janniard 2008: 35.
4. Βλ. Milner 1991: 219-224, με ανάλογα σχετικά παραδείγματα από συγκρούσεις του 4ου αι., όπως τεκμαίρονται από την ιστορική αφήγηση κυρίως του Αμμιανού Μαρκελλίνου.
5. Θεωρούμε πως ο Βεγέτιος τη συνιστά ως βέλτιστη για δύο λόγους: επειδή αφενός αποτελούσε τη «φυσιολογική» φορά επίθεσης των αρχαίων στρατών ώστε να εκμεταλλεύονται την «επί δόρυ» επιθετική πλευρά των ανδρών τους εναντίον της «επ’ ασπίδα» αμυντικής των αντιπάλων τους (πρβ. π.χ. Θουκ. 5.71.1 για τη μάχη της Μαντινείας το 418 π.Χ. Βλ. Wheeler & Strauss 2007: 216), και αφετέρου διότι έτσι ακριβώς κέρδισε την αποφασιστική μάχη των Γαυγαμήλων ο Μ. Αλέξανδρος το 331 π.Χ. εναντίον των Περσών. Τότε, ο Μακεδόνας βασιλιάς εξαπέλυσε προσωπικά μείζονα επίθεση εκ δεξιών, χάρη στην οποία προέλασε σαρωτικά πλήττοντας ανεπανόρθωτα την περσική παράταξη. Ταυτοχρόνως, η αριστερή πτέρυγα υπό τον Παρμενίωνα καθώς και η οπίσθια φάλαγγα των βοηθητικών υπέμεναν στωικά περσική αντεπίθεση προβαίνοντας σε τακτικούς υποχωρητικούς ελιγμούς. Αυτή η τολμηρή επιθετική ενέργεια του Μ. Αλεξάνδρου από τα δεξιά τού χάρισε θριαμβευτική νίκη, παρά τη συντριπτική αριθμητική υπεροχή του στρατού του Αχαιμενίδη βασιλιά Δαρείου Γ΄ Κοδομανού.
6. Αυτός, σημειώνουμε, ήταν ο απώτερος αντικειμενικός σκοπός (ΑΝΣΚ) του σχεδίου μάχης που συνέταξε ο Αννίβας στη μάχη των Καννών το 216 π.Χ. εναντίον των Ρωμαίων. Τότε είχε παρατάξει τον καρχηδονιακό στρατό σε καμπύλη γραμμή, αρχικά κυρτή-σφηνοειδή και ύστερα κοίλη-μηνοειδή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  ΠΑΡΑΠΟΜΠΩΝ


 Α. Πηγές


Asclepiodotus, στο Aeneas Tacticus, Asclepiodotus, and Onasander, translated by Illinois Greek Club, [Loeb] Cambridge MA 1928, σ. 229-341.
Sexti Pompei Festi de verborum significatu quae supersunt cum Pauli epitome, ed. W.M. Lindsay, [Teubner] Lipsiae 1913.
Thucydides, with an English translation by C. Forster Smith in four volumes, vol. II: History of the Peloponnesian War, Books III and IV; vol. III: History of the Peloponnesian War, Books V and VI, [Loeb] London–New York 1920-1921.
Vegetius, Flavius Renatus. Epitoma Rei Militaris, edited with an English translation by L.F. Stelten, [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature, vol. 11] New York 1990.
XenophonHellenica, Books VI and VIIAnabasis, Books I–III, with an English translation by C.L. Brownson, [Loeb] London–New York 1921.

Β. Μελέτες


Conyard, J. 2013. «Recreating the Late Roman Army», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 523-567.
Elton, H. 1996. Warfare in Roman Europe AD 350-425, [Oxford Classical Monographs] Oxford–New York.
Janniard, S. 2008. «Végèce et les transformations de l’art de la guerre aux IVe et Ve siècles après J.-C.», Antiquité Tardive 16: 19-36.
Luttwak, E.N. 2009. Η Υψηλή Στρατηγική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μτφ. Μ. Μπλέτας, [Σειρά Στρατηγικών Μελετών] Αθήνα.
Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford.
Milner, N.P. 32001. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction, [Translated Texts for Historians vol. 16] Liverpool University Press.
Nicasie, M.J. 1998. Twilight of Empire. The Roman Army from the Reign of Diocletian until the Battle of Adrianople, [Dutch Monographs on Ancient History and Archaeology Vol. XIX, eds. H.W. Pleket – F.J.A.M. Meijer), Amsterdam.
Syvänne, I. 2018. «Overview of East Roman Cavalry Warfare and Tactics» (https://www.academia.edu/36185385/).
Wheeler, E.L. & Strauss, B. 2007. «Chapter 7. Battle», στο The Cambridge History of Greek and Roman Warfare. Volume I: Greece, the Hellenistic World and the Rise of Rome (Part I: Archaic and Classical Greece), eds. Ph. Sabin – H. van Wees – M. Whitby, Cambridge, σ. 186-247.