Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2020

Απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο (1968)

 

 Οι πληροφορίες που παραθέτω παρακάτω, τις οποίες άντλησα σε απάντηση του ερωτήματος σας από το διαδίκτυο, είναι ακριβείς, τις θυμούμαι αφού έζησα τα γεγονότα μαζί με την λοιπή ομογένεια της Κωνσταντινούπολης «με τη μάχαιρα επί των κεφαλών μας». Γεγονός είναι ότι με την απειλή εισβολής η Τουρκία επέτυχε την απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο, για να εισβάλει ανενόχλητη μερικά χρόνια αργότερα.

Βασίλης Μούτσογλου

 Στην Κύπρο μετά την ανεξαρτησία, υπήρχε η ΕΛΔΥΚ και η ΤΟΥΡΔΥΚ, τα στρατιωτικά σώματα των δύο κύριων εθνοτήτων, με προσωπικό 950 και 650 ανδρες αντίστοιχα (παρόλο που οι ελληνοκύπριοι ήσαν το 87% του πληθυσμού).

Μετά τα Ματωμένα Χριστούγεννα του 1963, η ελληνοκυπριακή και ελληνική πλευρά αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο της τούρκικης εισβολής στο νησί. Έτσι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γεώργιος Παπανδρέου, αποφάσισε την μυστική αποστολή μεραρχίας στο νησί με 8,500 χιλιάδες άνδρες με 3 συντάγματα πεζικού, 2 μοίρες καταδρομών και 2 ίλες αρμάτων. Η μετάβαση της μεραρχίας ολοκληρώθηκε ως τις 20 Οκτωβρίου 1964. Παράλληλα, τόσο η ΕΛΔΥΚ όσο και η ΤΟΥΡΔΥΚ αύξησαν το προσωπικό τους πέρα από τα ανώτατα όρια. Η ύπαρξη της Μεραρχίας αποφασίστηκε για την άμυνα του νησιού από πιθανή τούρκικη εισβολή.

Στις 15/11/1967 η Εθνική Φρουρά υπό τις διαταγές του στρατηγού Γρίβα επιτέθηκε εναντίον του τουρκοκυπριακού χωριού Κοφίνου και του τουρκικού τομέα του μεικτού χωριού Άγιος Θεόδωρος, που μαζί με το τουρκοκυπριακό χωριό Μαρί σχημάτιζαν θύλακο, πρόξενο μεγάλων προβλημάτων στην περιοχή. Ο Γρίβας ενήργησε με εντολή της κυπριακής Κυβέρνησης και με την ανεπιφύλακτη έγκριση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμύνης της Ελλάδας και του υπουργού Άμυνας, Γρηγορίου Σπαντιδάκη. Η στρατιωτική επιχείρηση στην Κοφίνου, κατά την οποία σκοτώθηκαν 22 Τούρκοι, προκάλεσε τη θυελλώδη αντίδραση της Τουρκίας, η οποία μεταξύ άλλων απαίτησε την αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας και του Γρίβα από την Κύπρο και τη διάλυση της Εθνικής Φρουράς. Σε περίπτωση άρνησης της Ελλάδας να συμμορφωθεί, η Τουρκία απειλούσε με εισβολή στην Κύπρο και επίθεση στον Έβρο.

            Για να αποσοβήσει πόλεμο μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον έστειλε στην περιοχή τον Αμερικανό αξιωματούχο Σάιρους Βανς. Αυτός στις 23/11/1967 εγκαινίασε σειρά επαφών με την τουρκική και την ελληνική Δικτατορική Κυβέρνηση κάνοντας αρχή από την Άγκυρα.

            Είχε πρυτανεύσει η σκέψη ότι έπρεπε να αποφευχθεί οπωσδήποτε ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος και η διάλυση της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτό, όταν ο Σάιρους Βανς εκόμισε από την Άγκυρα ένα σχέδιο το οποίο είχε επεξεργαστεί ο εκεί Αμερικανός πρέσβης Πάρκερ Χαρτ με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών, Ιχσάν Τσαγκλαγιαγκίλ και στο οποίο υιοθετούνταν όλες οι τουρκικές απαιτήσεις με ασήμαντα ανταλλάγματα προς την Ελλάδα, ο εκπρόσωπος της Ελλάδος Πιπινέλης το δέχτηκε.

            Στις 29/11/1967 το σχέδιο εγκρίθηκε και από την ελληνική Κυβέρνηση με τη σύμφωνη γνώμη και των τεσσάρων χουντικών στρατιωτικών που μετείχαν σ’ αυτήν. Μόνο ο Σπαντιδάκης πρόβαλε στην αρχή ισχυρές αντιρρήσεις αλλά δεν επέμεινε ως το τέλος. Αμερικανικά απόρρητα έγγραφα αποκαλύπτουν ότι στην αποδοχή του σχεδίου αποφασιστικό ρόλο έπαιξαν επίσης ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο εγκέφαλος του πραξικοπήματος συνταγματάρχης Παπαδόπουλος.

            Σ’ όλο το διάστημα των διαπραγματεύσεων με τον Βανς η ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε την παραμικρή διαβούλευση με τον Μακάριο, ούτε ο Μακάριος είχε οποιαδήποτε συνεργασία με την ελληνική Κυβέρνηση. Σύμφωνα μάλιστα με αμερικανικά απόρρητα έγγραφα ο Μακάριος αρνήθηκε να δεχτεί υποδείξεις του Μπέλτσιερ, Αμερικανού πρέσβη στην Κύπρο, να διευκολύνει την ελληνική Κυβέρνηση να αποσύρει τη Μεραρχία ζητώντας ο ίδιος από αυτή να το πράξει, για να αποφευχθεί εισβολή στην Κύπρο και γενικότερος ελληνοτουρκικός πόλεμος. Επομένως για την απόφαση της απόσυρσης της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο αποκλειστική ευθύνη φέρει η ελληνική Κυβέρνηση και η χούντα, η οποία την ήλεγχε.

            Έχοντας πετύχει συμφωνία με την ελληνική Κυβέρνηση ο Βανς έσπευσε να συναντήσει την ίδια μέρα (29/11/1967) τον Πρόεδρο Μακάριο στη Λευκωσία. Ο Βανς παρουσίασε τη συμφωνία Ελλάδας - Τουρκίας ως κάτι τετελεσμένο, το οποίο έπρεπε να δεχτεί και η κυπριακή Κυβέρνηση. Ο Μακάριος παρατήρησε ότι η απόσυρση της Μεραρχίας αφορούσε αποκλειστικά την ελληνική Κυβέρνηση. Όμως ούτε οι φορτικές πιέσεις του Βανς ούτε οι απειλές της Τουρκίας ούτε τα επανειλημμένα τηλεφωνήματα του Έλληνα πρωθυπουργού Κόλια στάθηκαν ικανά να κάμψουν την άρνηση του Μακαρίου να δεχτεί διάλυση της Εθνικής Φρουράς.

            Καταθέτοντας ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων για τον «Φάκελο της Κύπρου» ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Κόλιας και ο ισχυρός άνδρας της χούντας Γεώργιος Παπαδόπουλος υποστήριξαν ότι η απόφαση για απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας λήφθηκε για να αποτραπεί ελληνοτουρκικός πόλεμος και υπό την πίεση των Αμερικανών.