Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2021

Η Βόρειος Ήπειρος και το Σύνδρομο των Πρεσπών…

 


Το «Βορειοηπειρωτικό» υπήρξε για την Ελλάδα, σ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 20ου αιώνα, θέμα ανεκπλήρωτων εθνικών στόχων και περιοχή στην οποία δεν επιτεύχθηκε η εθνική ολοκλήρωση. 

Δύο φορές ο Ελληνικός Στρατός πέτυχε την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου (1913 και 1941) και δύο φορές όμως οι αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων επέβαλλαν στην Ελλάδα να την εγκαταλείψει, προς όφελος του νεοϊδρυθέντος αλβανικού κράτους. 

Ο Ελληνισμός έχασε στο διπλωματικό πεδίο ό,τι είχε κερδίσει με σκληρούς αγώνες στο πεδίο της μάχης. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια τελειωμένη υπόθεση,

όπως οι πολιτικές και διπλωματικές ελίτ μιλούσαν εδώ και χρόνια και για την υπόθεση της Μακεδονίας. Βρίσκεται ακόμη σε ισχύ το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας της 17ης Μαΐου 1914, για την Αυτονομία της Βορείου Ηπείρου, πρωτόκολλο στο οποίο η Ελλάδα δεν είναι συμβεβλημένο μέρος, καθόσον η τότε κυβέρνηση Βενιζέλου, υπό την πίεση ξένων δυνάμεων δεν το υπέγραψε. Αξίζει να θυμηθούμε την ιστορία.

Στις 17 Δεκεμβρίου 1913, συντάχθηκε το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας  το οποίο όμως η τότε κυβέρνηση Βενιζέλου, υπό την πίεση ξένων δυνάμεων δεν το υπέγραψε. Σύμφωνα με αυτό   η Ελλάδα έπρεπε να παραχωρήσει στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος, το βόρειο τμήμα της Ηπείρου, δηλαδή τους νομούς Κορυτσάς και Αργυροκάστρου (συμπεριελάμβανε και την περιοχή Δελβίνου, Αγίων Σαράντα και Χιμάρας), το οποίον έκτοτε πέρασε στην ιστορία ως «Βόρειος Ήπειρος». Δύο μήνες αργότερα, στις 13 Φεβρουαρίου 1914, οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων επέδιδαν στην ελληνική κυβέρνηση διακοίνωση στην οποία δήλωναν ότι: «η οριστική απονομή των νήσων του Αιγαίου στην Ελλάδα δε θα πραγματοποιηθεί, αν τα ελληνικά στρατεύματα δεν εκκενώσουν αμέσως τα παραχωρηθέντα στην Αλβανία εδάφη». Το πρωί της 16ης Φεβρουαρίου 1914 άρχισε η εκκένωση της Κορυτσάς. «Στην Ελλάδα, και αν ακόμα είχε ηττηθεί στον πόλεμο», έγραφε ο Άγγλος συνταγματάρχης Μάρρεϋ, «δεν θα  επεβάλλοντο σκληρότεροι όροι». 

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε τον ξεσηκωμό των Βορειοηπειρωτών. Ολόκληρος ο Βορειοηπειρωτικός κόσμος, από τα παράλια του Βουθρωτού και της Χιμάρας, ως τα ορεινά συγκροτήματα της Κορυτσάς και του Μοράβα,  πήρε τα όπλα και έτρεξε στη φωνή της πατρίδας. Εθελοντές κατέφθαναν από παντού. Το Αργυρόκαστρο έγινε η έδρα της Κυβέρνησης της Αυτόνομης Ηπείρου. Εκεί οι αγωνιστές ορκίστηκαν στη Σημαία της Αυτόνομης  Πολιτείας, που ύψωσε ο Γεώργιος Ζωγράφος, με τους Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο, Κορυτσάς Γερμανό και Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα. 

Η αυτονομιακή επανάσταση διήρκησε το τρίμηνο Φεβρουαρίου-Μαΐου 1914, κατά το οποίο οι Βορειοηπειρώτες πέτυχαν αλλεπάλληλες νίκες στα πεδία των μαχών και τη  συντριβή των αλβανικών στιφών, που διοικούνταν από Ιταλούς, Ολλανδούς και Τούρκους αξιωματικούς. Αυτό, μετά από συνεννόηση με την αλβανική Κυβέρνηση, ανάγκασε τη Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου να ζητήσει ανακωχή και να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις  με την Κυβέρνηση της Αυτόνομης Πολιτείας της Ηπείρου. Η Αυτονομιακή Κυβέρνηση αποδέχτηκε τη μεσολάβηση της Διεθνούς Επιτροπής και υποσχέθηκε την άμεση διακοπή των εχθροπραξιών από το μεσημέρι της 24ης Απριλίου 1914. Στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων δόθηκε η τελική μάχη μεταξύ της Διεθνούς Επιτροπής και της Κυβέρνησεως της Αυτόνομης Βορείου Ηπείρου, η οποία κατέληξε στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κερκύρας της 17ης Μαΐου 1914, για την αυτονομία της Βορείου Ηπείρου. 

Παρά το γεγονός ότι το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας παρέμεινε ανεφάρμοστο, έχει την αξία του διότι διατήρησε «ανοιχτό» το θέμα της Βορείου Ηπείρου. Όλες οι επόμενες διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα δεν το καταργούν αλλά το επιβεβαιώνουν. Η σύμβαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων συμβαδίζει με ότι το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας ζητάει για τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό. Συνεπώς αν οι αρμόδιοι φορείς ενεργήσουν σωστά, το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα δεν θα  είναι ποτέ μια χαμένη εθνική υπόθεση, αλλά μια υπόθεση που η Ελλάδα, στα πλαίσια του ευρωπαϊκού κεκτημένου, μπορεί να το επιτύχει με πολιτικά, αλλά και νομικά και διπλωματικά μέσα.

Οι αλβανικές αρχές λειτουργούν εχθρικά προς την Ελλάδα και απέναντι στην ελληνική εθνική μειονότητα ενώ παράλληλα αναπτύσσουν ανθελληνική προπαγάνδα, η οποία ξεκινάει από τα σχολεία. Ταυτόχρονα καταπιέζει απροκάλυπτα την ελληνική εθνική μειονότητα. Αυτό βεβαίως συνέβαινε εδώ και δεκαετίες όπως καταπιεζόταν ολόκληρος ο αλβανικός πληθυσμός από το ανελεύθερο κομμουνιστικό καθεστώς. Όμως σήμερα η Αλβανία είναι Δημοκρατία, όσο είναι δυνατόν να θεωρηθεί πραγματικά ως Δημοκρατία και Κράτος Δικαίου. Ως δημοκρατία οφείλει να εφαρμόζει Κράτος Δικαίου και να σέβεται τα διεθνώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των μειονοτήτων. Κατά τα τελευταία χρόνια είδαμε να δολοφονούνται Έλληνες μειονοτικοί να καταστρέφονται περιουσίες και εκκλησίες και να μην υπάρχει καμία αντίδραση από τις ελληνικές κυβερνήσεις.

Ο σεβασμός των ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων εκ μέρους της Αλβανίας, θα πρέπει να είναι το Α και το Ω της πολιτικής της Ελλάδος ως προς την Αλβανία. Η πλήρης εφαρμογή της Σύμβασης Πλαίσιο για την προστασία των Μειονοτήτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, θα πρέπει να είναι ο βασικός όρος στην πορεία της Αλβανίας προς την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ως προς αυτό θα πρέπει η Ελληνική Κυβέρνηση να δείξει πυγμή. Η μη εφαρμογή της Σύμβασης θα πρέπει να έχει αντίκτυπο στην Αλβανία, τουλάχιστον στον οικονομικό τομέα, μιας και τα ευρωπαϊκά κονδύλια, είναι αυτά που ουσιαστικά κρατούν στο πόδι τον δημόσιο τομέα, αλλά και ολόκληρη την οικονομία.

Κατά τις τελευταίες (μεταπολεμικές) δεκαετίες υπήρξαν στην Ελλάδα κάποιες πλευρές που αντιμετώπιζαν εχθρικά το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου και χαρακτήριζαν «ακραίους εθνικιστές», ή ακόμα χειρότερα ως «φασίστες» εκείνους που μιλούσαν για το Βορειοηπειρωτικό, όπως αντίστοιχα έπρατταν για την υπόθεση της Ελληνικότητας της Μακεδονίας. Έτσι καταλήξαμε στην επαίσχυντη «συμφωνία των Πρεσπών», η οποία πρόσβαλε την εθνική συνείδηση των Ελλήνων. Ας ελπίσουμε ότι και το βορειοηπειρωτικό δεν θα καταλήξει στις ...Πρέσπες!

Δυστυχώς υπάρχουν και σήμερα ακόμα και εκπαιδευτικοί που μαθαίνουν στα παιδιά ότι το ελληνικό έπος του 1940μ-41 ήταν «ιμπεριαλιστικός πόλεμος». Προφανώς τους ενοχλεί το γεγονός ότι ο Ελληνικός στρατός καταδιώκοντας τους Ιταλούς πέρασε στο έδαφος της Αλβανίας απελευθερώνοντας ταυτόχρονα τα εδάφη και τους ελληνικούς πληθυσμούς της Βορείου Ηπείρου. Σημειώνεται εδώ ότι η Αλβανία ήταν σύμμαχος και κύριος υποστηρικτής του κομμουνιστικού στρατού της Ελλάδας κατά τη μάχη του εναντίον του ελληνικού στρατού. 

Οφείλουμε να θυμόμαστε( διότι η ιστορία μας βοηθά να αντιλαμβανόμαστε καλλίτερα το παρόν και το μέλλον) ότι το 1940 Αλβανικά τμήματα πολέμησαν μαζί με τους Ιταλούς κατά της Ελλάδος

Η Ελλάδα είναι η μεγαλύτερη δύναμη οικονομική κι στρατιωτική στα Βαλκάνια. Συμπεριφέρεται όμως ως ανίσχυρο κρατίδιο. Έτσι σύρθηκε από ένα ασήμαντο προτεκτοράτο σε μια ατιμωτική συμφωνία.

Τι να τα κάνουμε τα οπλικά συστήματα- τανκς αεροπλάνα και πλοία- όταν μια ψοφοδεής εξωτερική πολιτική τα «ακυρώνει» στην πράξη, αντί να τα χρησιμοποιήσει ως κύριο «επιχείρημα» διπλωματικών χειρισμών.

Με όλα αυτά δεν εννοούμε φυσικά κάποια πολεμική σύγκρουση όμως υπάρχουν πολλοί τρόποι να προβάλλει  ένα ισχυρό κράτος την ισχύ του προς συνετισμό εκείνων που προκαλούν. Αυτό όμως προϋποθέτει ηγεσίες με αποφασιστικότητα και ισχυρή βούληση