Κυριακή, 25 Απριλίου 2021

Χάγη, 12 ν.μ. στο Αιγαίο, Σκοπιανό: Τα επόμενα βήματα…

 





Στην πιο κρίσιμη και περίεργη φάση έχουν εισέλθει οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, όχι μόνο λόγω της διαρκούς έντασης, η οποία παράγεται από την έναντι του Αιγαίου πλευρά, από την Άγκυρα, αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτή την περίοδο η Τουρκία έχει ανοίξει πάρα πολλά μέτωπα, σκληρά και δύσκολα, και κανείς δεν γνωρίζει ποιες θα είναι οι συνέπειες από αυτή την τακτική που ακολουθεί ο Τούρκος Πρόεδρος και πως αυτές θα επιδράσουν περαιτέρω στην τουρκική πολιτική
Από την άλλη πλευρά η Ελλάδα, με γνώμονα την υπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων της και με βάση το Διεθνές Δίκαιο και, κατ’ επέκταση, τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, προχωρεί σε μία ενεργητική εξωτερική πολιτική, η οποία έχει αποφέρει απτά και σημαντικά αποτελέσματα (οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών με Ιταλία, Αίγυπτο, επέκταση χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στην μισή επικράτεια, έντονη παρουσία στην Λιβύη, διεθνοποίηση της τουρκικής επιθετικότητας). Η Ελλάδα επιδιώκει τον διάλογο, στέλνοντας το μήνυμα ότι, ως σταθεροποιητικός παράγοντας στην περιοχή, εργάζεται για την ειρήνη και επιδιώκει διαρκώς την εκτόνωση της έντασης μέσω του διαλόγου και του σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου. Θέτει, όμως, και τις κόκκινες γραμμές της, όπως απέδειξε και η πρόσφατη επίσκεψη Δένδια στην Άγκυρα.

Σε αυτή, λοιπόν, την κρίσιμη περίοδο η Κυβέρνηση Μητσοτάκη εντείνει τις δραστηριότητές της σε τρεις άξονες: τον πολιτικό, τον διπλωματικό και τον επιχειρησιακό. Συνάπτει νέες συμμαχίες και συμφωνίες, όπως η αμυντική συμφωνία με Ισραήλ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εμβαθύνει τις σχέσεις της και ενισχύει ακόμη περισσότερο τις συμμαχίες της με νέες συμφωνίες, όπως με τις ΗΠΑ, την Γαλλία, καθιστά εμφανέστατη την πολιτική παρουσία της στην ευρύτερη περιοχή, όπως συνέβη με τα πρόσφατα ταξίδια του Πρωθυπουργού και του Υπουργού των Εξωτερικών στην Λιβύη.


Ο Πρωθυπουργός, ο Υπουργός Εξωτερικών και ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας βρίσκονται σε ένα συνεχή μαραθώνιο επαφών, διαβουλεύσεων και συζητήσεων και, ταυτόχρονα, στον τομέα της άμυνας, η χώρα μας συστηματικά και αθόρυβα αναβαθμίζει τις Ένοπλες Δυνάμεις της, κάνοντας ακόμη πιο ισχυρό και αποτελεσματικό τον αποτρεπτικό αυτόν παράγοντα που εγγυάται την ειρήνη και την ασφάλεια του ελληνικού λαού. Για πρώτη φορά, μετά από την οικονομική κρίση, στον τομέα της Άμυνας, αυξήθηκαν τα κονδύλια για την Άμυνα κατά 2,1 δισεκατομμύρια ευρώ, κατά 63% σε σχέση με τις δαπάνες που γίνονταν έως τώρα προς αυτή την κατεύθυνση. Η Ελλάδα τηρεί στάση αναμονής – αλλά όχι αδράνειας-, οχυρώνει την ειρήνη της και παρατηρεί τα επόμενα βήματα της Τουρκίας.

Εισερχόμαστε πλέον σε μία ευαίσθητη φάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η αναθεωρητική και επιθετική στάση της Τουρκίας δυναμιτίζει συνεχώς το κλίμα, στην προσπάθεια που καταβάλει η Άγκυρα να θέσει στο τραπέζι ολοένα και περισσότερες μονομερείς διεκδικήσεις και να τις εμφανίσει σαν ελληνοτουρκικές διαφορές. Η δε τουρκική αντιπολίτευση εμφανίζεται ακόμη πιο σκληρή από τον ίδιο τον Ερντογάν, προβάλλοντας πρωτοφανείς, έωλες και ανεδαφικές αξιώσεις. Είναι βέβαιο ότι αυτή η ένταση, που προκαλεί η Τουρκία, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε κάποια αποτελέσματα. Ένα θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο είναι βέβαιο ότι θα άνοιγε ακόμη ένα μέτωπο για τον Ερντογάν και θα δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα από όσα θα «έλυνε» στο εσωτερικό της γείτονος χώρας. Η διέξοδος που διαφαίνεται σε όλη αυτή την κατάσταση θα ήταν η συνέχιση των διερευνητικών επαφών, οι οποίες θα κατέληγαν με μαθηματική ακρίβεια στην διαπίστωση ότι οι δύο χώρες δεν μπορούν παρά να παραπέμψουν κάποια θέματα σε ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, δηλαδή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Αυτή θα ήταν η πιο θετική εξέλιξη της σημερινής κρίσης, γιατί θα σήμαινε ότι προηγουμένως θα υπήρχε συμφωνία για ένα συνυποσχετικό, στο οποίο θα προσδιοριζόταν επακριβώς η διαφορά αλλά και η δέσμευση των δύο πλευρών ότι αυτή θα κριθεί και θα λυθεί δεσμευτικά από την Χάγη.


Βεβαίως, πέρα από το τι θα ακολουθήσει από δω και μπρος η Τουρκία ως πρακτική και τακτική από δω και μπρος, το ζητούμενο είναι τι θα πράξει η Ελλάδα προς μία τέτοια κατεύθυνση. Τι θα μπορούσε, λοιπόν, να συμπεριληφθεί σε ένα συνυποσχετικό και να παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο από ελληνικής πλευράς; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Δεν υπάρχει παρά μία μόνον διαφορά με την Τουρκία. Και αυτή είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και, κατ’ επέκταση, της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Αυτό αποτελεί μια εθνική γραμμή, η οποία, ταυτόχρονα, είναι και η κόκκινη γραμμή για την ελληνική πλευρά. Ο,τιδήποτε άλλο ούτε χωρεί ούτε μπορεί να τεθεί είτε στο τραπέζι των συζητήσεων είτε, πολύ περισσότερο, στην κρίση του διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου. Η εθνική κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος δεν τίθενται υπό διαπραγμάτευση ούτε παραπέμπονται σε ένα διεθνές δικαστήριο. Είναι ανεκχώρητα και αδιαπραγμάτευτα. Όποιοι θα καλλιεργούσαν και θα πρότειναν κάτι διαφορετικό θα έπρεπε να γνωρίζουν καλά ότι ανήκουν σε μία θλιβερή μειοψηφία σε τούτο τον τόπο που δεν διαθέτει κανένα λαϊκό έρεισμα. Τόσο η πολιτική του κατευνασμού όσο και η πολιτική των υποχωρήσεων, που ακολούθησαν κάποιες κυβερνήσεις στο παρελθόν, απεδείχθη ότι δεν μπορούν να αποδώσουν, γιατί απλώς οδηγούν στην περαιτέρω αποθράσυνση της άλλης πλευράς. Η νηφαλιότητα, η ψυχραιμία, ο σεβασμός στο Διεθνές Δίκαιο αλλά και η αποφασιστικότητα και η σταθερότητα στο ζήτημα της προάσπισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας είναι ο απαραίτητος όρος για να γίνεται αξιόπιστη και σεβαστή η Ελλάδα σε φίλους, εταίρους, συμμάχους και γείτονες.


Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το αναφαίρετο δικαίωμα της χώρας μας να επεκτείνει τα χωρικά ύδατά της και στην πλευρά του Αιγαίου. Η Ελλάδα οφείλει να εξετάζει διαρκώς αυτό το ενδεχόμενο και να είναι έτοιμη να ασκήσει το δικαίωμά της, το οποίο αναγνωρίζουν όλα τα κράτη που σέβονται το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας, εκτός από την Τουρκία. Και μόνη η τουρκική απειλή του casus beli σε περίπτωση που η Ελλάδα επιχειρήσει να επεκτείνει τα χωρικά ύδατά της στο Αιγαίο δείχνει ξεκάθαρα προς την διεθνή κοινότητα τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου η Τουρκία. Η «αλά τούρκα» εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου ούτε μπορεί ούτε πρέπει να γίνεται ανεκτή από την διεθνή κοινότητα. Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής προς την Άγκυρα αλλά και αρκετών άλλων κρατών, όπως της Γαλλίας, δείχνει ότι πολλοί δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν στην Τουρκία να διαδραματίζει τον ρόλο του ταραξία στην περιοχή μας. Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι αντίστοιχες προθέσεις εκδηλώνει και η Ρωσία. Η Ελλάδα οφείλει να χρησιμοποιήσει και να επενδύσει σε αυτά τα «όπλα». Να αξιοποιήσει ακόμη περισσότερο τις ούτως ή άλλως εξαιρετικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, τώρα με τη νέα αμερικανική ηγεσία και να αναβαθμίσει την, ήδη, πολύ καλή σχέση της με την Γαλλία.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον θα έχει και η πενταμερής διάσκεψη για το Κυπριακό, για το οποίο σταθερή και μόνιμη επιδίωξη είναι μια δίκαιη και βιώσιμη λύση, μετά από 47 χρόνια παράνομης εισβολής και κατοχής του βορείου τμήματος της Κύπρου.

Τέλος, η Ελλάδα πρέπει να περάσει σε μία πιο ενεργητική πολιτική και σε άλλα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Στην άμεση χορήγηση του δικαιώματος ψήφου σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερα τμήματα της Ομογένειας, στην πιο αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των Ελλήνων Βορειοηπειρωτών, αλλά και στην καταγγελία των συνεχών παραβιάσεων της Συμφωνίας των Πρεσπών από τα Σκόπια, τα οποία δείχνουν ότι δεν σέβονται καν την υπογραφή τους. Σε πολλές περιπτώσεις, έχουν καταργήσει τον προσδιορισμό «Βόρεια», υιοθετώντας το σκέτο «Μακεδονία». Αυτό δείχνει ότι κάθε περαιτέρω ανοχή σε αυτά τα φαινόμενα μπορεί να εκληφθεί από κάποιους όχι μόνον ως αδράνεια αλλά, πολύ περισσότερο, ως αποδοχή τετελεσμένων. Και, φυσικά, δεν υπάρχει κανέναν τέτοιο περιθώριο.

https://www.protothema.gr/