Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021

Χρήστου Γιανναρᾶ : ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ (Μέρος 3/4)

 

Περιεχόμενα

11. Comma
12. Cantus firmus
13. Ricercare
14. Reprise
15. Imitation

11. COMMA

Υἱοὶ μητρός μου ἐμαχέσαντο ἐν ἐμοί.

Ο ΕΡΩΤΑΣ δὲν ἔχει λογικὴ – μὲ ποιά λογικὴ προσεύχεται ὁ ἅγιος γιὰ τὰ ἑρπετὰ καὶ τοὺς δαίμονες; Λογικὴ ἔχει ἡ θρησκεία θωρακισμένη μὲ τὴν πανοπλία τοῦ νόμου. Λογικὴ καὶ νόμος τὰ ὅπλα τῆς θρησκείας, ὅπλα θωράκισης τοῦ ἐγώ.

Θρησκεία: οἱ ἀτομικὲς μεταφυσικὲς πεποιθήσεις. Ἡ ἀτομικὴ ἠθική. Ἡ ἀτομικὴ προσπάθεια γιὰ τὸν ἐξευμενισμὸ τοῦ θείου. Οἱ πεποιθήσεις λογικὰ ὀρθὲς γιὰ νὰ προσπορίζουν βεβαιότητα. Ἡ ἠθικὴ συμπεριφορὰ κατοχυρωμένη ἀπὸ τὸν νόμο γιὰ νὰ ἐξασφαλίζει ὑπόληψη καὶ κύρος.

Ἡ λατρεία πληθωρικὰ συναισθηματική, ἐφαλτήριο ψυχολογικῆς εὐεξίας.

Ὁ ἔρωτας ἀρχίζει ἐκεῖ ποὺ τελειώνουν τέτοιες θωρακίσεις τοῦ ἐγώ. Ὅταν ὁ Ἄλλος ἐνδιαφέρει περισσότερο κι ἀπὸ τὴν ἴδια μας τὴν ἐπιβίωση. Περισσότερο κι ἀπὸ τὴν ὅποια δικαίωση, τὴν ἐφήμερη ἢ αἰώνια ἐξασφάλιση. Ἑτοιμότητα ἀποδοχῆς καὶ τῆς αἰώνιας ἀκόμα καταδίκης γιὰ χάρη τοῦ ἀγαπημένου ἢ τῶν ἀγαπημένων: εἶναι τὸ σημεῖο ἀναγνώρισης τοῦ ἔρωτα, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ηὐχόμην αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται (Ρωμ. 9,3).

Στὸ εὐαγγέλιο τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἐρωτικὸς ἄνθρωπος σαρκώνει τὸν τρόπο τῆς ζωῆς καὶ ὁ θρησκευτικὸς ἄνθρωπος τὸν τρόπο τοῦ θανάτου. Ἀποκαλυπτικὴ εἰκόνα τῆς διαστολῆς: ἡ ἀντιπαράθεση τῆς πόρνης ποὺ πλένει μὲ μύρα τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, καὶ τοῦ θρησκευτικοῦ περίγυρου ποὺ διαμαρτύρεται γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ μύρου (Ματθ. 26,6-14- Μάρκ. 14,3-9-Λουκ. 7,36-50). Ἔρως καὶ θάνατος σὲ ὑποδειγματικὴ ἀναμέτρηση.

Ἡ μετάνοια τῆς πόρνης – πράξη ἀπροσχημάτιστα ἐρωτική: Ἀγοράζει τὸ πολυτιμότερο μύρο, δίχως φειδὼ καὶ μέτρο. Χύνει σπάταλα τὸ μύρο καὶ κρουνοὺς δακρύων, γιὰ νὰ πλύνει τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ. Λύνει ποτάμι τὰ μαλλιά της γιὰ νὰ τὰ σφουγγίσει. Τέτοια παραφορὰ ἀπροκάλυπτου ἔρωτα, κι ὁ θρησκευτικὸς περίγυρος τυφλός, ἄσχετος: μετράει τὴν πράξη μὲ τὸ μέτρο τῆς ἠθικῆς ἀποτελεσματικότητας. Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ μύρου γέγονεν; ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μῦρον πραθῆναι ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς. Ἡ πόρνη ἀγαπάει σπάταλα καὶ ἀπερίσκεπτα, δίχως νόμο καὶ λογική. Ὁ θρησκευτικὸς περίγυρος μετράει τὴ λογικὴ σκοπιμότητα τῆς πράξης καὶ τὸ ποσοστὸ τῆς ἠθικῆς ὠφελιμότητας.

Τὸν θρησκευτικὸ περίγυρο -τὸν ἄνθρωπο τοῦ νόμου- δὲν τὸν ἐνδιαφέρουν οἱ φτωχοί. Τὸν ἐνδιαφέρει ἡ πράξη τῆς ἐλεημοσύνης, μετρητὴ σὰν ἀτομικὴ ἀξιομισθία, εἴσπραξη κέρδους ἀπὸ τὸν Θεῖο Ἀνταποδότη. Ἴσως μόνο σὰν ἀνταποδότη νὰ χρειάζεται τὸν Θεό, μόνο γιᾲ τὴν ἀτομική του δικαίωση. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ παραφορὰ τῆς ἀγάπης τοῦ εἶναι ἀδιανόητη, ἔτσι ποὺ ξεφύγει ἀπὸ τὴ λογικὴ τῆς συναλλαγῆς.

Ἡ πόρνη δὲν ζητάει τίποτα. Δὲν προσφέρει μετάνοια γιὰ νὰ εἰσπράξει δικαίωση. Δὲν ἀποβλέπει στὴ συναλλαγή. Οὔτε σπεύδει σὲ ὑποσχέσεις συμμόρφωσης μὲ τὸν νόμο. Μόνο προσφέρει. Αὐτὸ ποὺ ἔχει καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι. Ὃ ἔσχεν αὕτη ἐποίησε (Μάρκ. 14,8). Τολμηρά, δίχως φόβο μήπως ἐκτεθεῖ ἢ μήπως ἐκθέσει. Μὲ τὴν παραφορὰ τῆς ὁλοκληρωτικῆς αὐταπάρνησης. Ὅτι ἠγάπησε πολὺ (Λουκ. 7,47).

Ἡ σιωπὴ τῆς εὐαγγελικῆς πόρνης εἶναι ἡ κατάλυση τοῦ νόμου, ἡ ἀχρήστευση τῆς λογικῆς. Εἶναι ἡ σιωπὴ τοῦ ἔρωτα ποὺ μιλάει μόνο μὲ αὐτὸ ποὺ δίνει, δίχως νὰ νοιάζεται γιὰ τὸν ἀπόηχο τῆς ἀντιπαροχῆς. Ἡ ψυχή μας, ὅπως καὶ κάθε πόρνη, δὲ μπορεῖ νὰ ἐρωτευθεῖ ὅσο εἶναι σαγηνεμένη ἀπὸ ἐφήμερες ἀποσπασματικὲς ἱκανοποιήσεις – τὴ φλυαρία τῆς λογικῆς, τὴ σιγουριὰ τῆς ἀμοιβῆς ποὺ παρέχει ὁ νόμος. Ὁ ἔρωτας γεννιέται, ὅταν «ἐξαίφνης» γίνει φανερὴ στὸν ἄνθρωπο ἡ ματαιότητα τῆς πορνικῆς συναλλαγῆς. Ματαιότητα τῶν ἀξιομισθιῶν, τῶν ἀρετῶν μας, τοῦ καλοῦ μας ὀνόματος, θησαυρισμάτων ποὺ ἀποδείχνονται ἀνίκανα νὰ ἀναιρέσουν τὸν θάνατο. Ὁ ἔρωτας γεννιέται, ὅταν «ἐξαίφνης» ἀναλάμψει μοναδικὴ ἐλπίδα ζωῆς ὁ ἀνιστῶν τοὺς νεκρούς. Πρέπει νὰ διαβεῖς τὸν θάνατο γιὰ νὰ φτάσεις στὸν ἔρωτα.

Γιὰ τὸν θρησκευτικὸ περίγυρο -τὸν ἄνθρωπο τοῦ νόμου- ἡ λέξη ἔρωτας ἔχει μόνο τὸ νόημα τῆς παράβασης, τῆς ἀθέτησης ἐντολῶν. Κατάφαση στὸν ἔρωτα σημαίνει κατάφαση στὴν παρεκτροπή, στὴν παρανομία. Ὅλα μετρημένα μόνο μὲ τὴ λογικὴ τοῦ νόμου. Πότε ἐπιτρέπεται ὁ ἔρωτας, καὶ τί ἀκριβῶς ἐπιτρέπεται -ποιές οἱ ἀπαγορεύσεις πρὶν ἀπὸ τὸν γάμο καὶ μέσα στὸν γάμο καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν γάμο. Ἄγχος καὶ βασανισμὸς τῶν θρησκευτικῶν ἀνθρώπων σὲ ὅλα τὰ γεωγραφικὰ μήκη καὶ πλάτη. Λογικὴ τοῦ ἐγώ, ἀσύμπτωτη μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ ἔρωτα: Ὅταν ὅλα ἐπιτρέπονται, δὲν θυσιάζεις τίποτα, δὲν διακινδυνεύεις τίποτα, ἄρα ἀποκλείεται νὰ ἐρωτευθεῖς. Ἂν μείνεις πιστὸς στὴν ἀπαγόρευση, πάλι τὸ ἐγὼ δὲν ραγίζει, ἡ θωράκισή του δὲν συντρίβεται, ἄρα εἶσαι καὶ πάλι ἀποκλεισμένος ἀπὸ τὸν ἔρωτα. Πτώσεις καὶ συντριμμοί, ταπεινώσεις καὶ ἀθλιότητα, ἄμετρο ἀπελπισμοί. Γιὰ νὰ φτάσει ὁ ἄνθρωπος στὸν φωτισμὸ τῆς διάκρισης τοῦ πραγματικοῦ ἀπὸ τὸ φαντασιῶδες. Νὰ κερδίσει τὴν ἀθωότητα τῶν ὡρίμων, ποὺ ἐπιτρέπει τὴ θέαση τῶν μή-ὁρωμένων.


12. CANTUS FIRMUS

Ἰδοὺ εἶ καλή, ἡ πλησίον μου,
ἰδοὺ εἶ καλή· ὀφθαλμοί σου περιστεραί.

Η ΑΜΟΙΒΑΙΟΤΗΤΑ σημαίνεται στὸ βλέμμα. Τὸ πρῶτο σκίρτημα εἶναι πάντα ἡ ἀθέλητη στάση δυὸ βλεμμάτων ποὺ διασταυρώθηκαν. Δηλαδὴ ὁ ἔρωτας γεννιέται στὸ φῶς. Βλέμμα, χαμόγελο, φωνή, χειρονομία, κίνηση –ὅριο τοῦ σωματικοῦ καὶ τοῦ ἀσώματου– τόπος τῶν σημαινόντων τῆς ἀμοιβαιότητας.

Τὸ φῶς τοῦ ἐρωτευμένου βλέμματος περνάει στὰ χείλη. Τὸ χαμόγελο δὲν εἶναι σύσπαση, εἶναι λάμψη. Βλέμμα καὶ χαμόγελο ἀξεδιάλυτα, τὸ ἴδιο φῶς. Ἀνταύγεια μοναδικότητας, δελφὶς τοῦ πόθου.

Τρίτο ἄυλο πεδίο, ἡ φωνή. Ζεστασιὰ τῆς φωνῆς, τρέμουλο τῆς ἐπιθυμίας, τρυφερότητα ποὺ δὲν κρύβεται, ὅσο κι ἂν προσπαθεῖ. Τὸ «ράγισμα» τῆς φωνῆς στὴν ἐρωτικὴ ἔκπληξη, πρωτάκουστος ἦχος τὸ ὄνομά μας στὰ χείλη τοῦ Ἄλλου. Κι ὅσο διαρκεῖ ὁ ἔρωτας, σὲ κάθε λόγο ἡ φωνὴ ψηλαφητὴ σάρκα, αἰσθητὴ ἀμεσότητα. Ἐκφορὰ τοῦ λόγου ἔνσαρκη στὴ μουσικὴ μιᾶς μοναδικῆς κλήσης.

Ἡ μουσικὴ μεταγράφεται στὴ «χάρη» τῆς κίνησης, τῆς χειρονομίας. Χάρη σημαίνει ρυθμὸ κάλλους ποὺ καλεῖ στὴν τρυφερότητα –κλήση ἁπτὴ ὅσο καὶ ἡ μουσικὴ τῆς φωνῆς. Ὁ ἔρωτας μεταλλάζει τὶς χειρονομίες, μεταλλάζει τὸ βάδισμα, τὴν κίνηση τῆς κεφαλῆς, τῶν ὤμων, δίνει ἄλλο ρυθμὸ στὸ κορμὶ –κάτι σὰν συνεσταλμένη χορευτικὴ διάθεση, ἀνεπαίσθητο κύμα κρυμμένης χαρᾶς.

Ἄυλη συγχορδία σὲ ἀπεριόριστη διαβάθμιση τόνων. Ἀπὸ τὴν ἐγωκεντρικὴ ἐπιθυμία, ὡς τὴν παραφορὰ τῆς αὐτοπροσφορᾶς. Ἀπὸ τὴν ἀπρόσωπη ἀνάγκη κατοχῆς καὶ ἰδιοποίησης, ὡς τὴν τέλεια αὐτοεγκατάλειψη, τὴν ἀγαπητικὴ κένωση. Ἀπὸ τὸν θάνατο, ὡς τὴ ζωή.

Διαβάζουμε τὸν ἔρωτα στὸ βλέμμα, στὸ χαμόγελο, στὴ χάρη τῆς κίνησης. Τὸ κορμὶ μιλάει τὴ γλώσσα τῆς ψυχῆς, ἡ ψυχὴ λέει τὸν πόθο τῆς ζωῆς μὲ τὸ φῶς μιᾶς ἀνυπότακτης σὲ ὁρισμοὺς ἐκφραστικῆς.

Ἀκόμα καὶ στὴν πιὸ ἐγωκεντρικὴ δίψα ἡδονῆς, τὸ σῶμα τοῦ Ἄλλου εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ ἀντικείμενο ἐπιθυμίας. Εἶναι τὸ σημαῖνον τῆς ἐπιθυμίας. Σημαινόμενο, ἔστω ἀνεπίγνωστο, μόνο ἡ ζωή. Τὸ ποθούμενο σῶμα ἀρθρώνει τὴν ἐπιθυμία σὲ ὑπόσχεση, ὅμως ὁ λόγος τῆς ἐπιθυμίας κατευθύνεται πέρα ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἄλλου. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἡδονὴ τῶν γυναικῶν –ἡδονὴ ποὺ ὑπόσχεται τὸ γυναικεῖο κάλλος– εἶναι ἡ πέρας μὴ ἔχουσα.

Τὸ σημαῖνον τῆς ἐπιθυμίας ἀναδύεται στὸν τόπο τοῦ κάλλους. Γλώσσα τῆς σωματικῆς ὀμορφιᾶς, σὲ μιὰ πρώτη φάση, καὶ γλώσσα τοῦ ἐνδύματος. Ὅταν ἡ ἀμοιβαιότητα τῆς ἐπιθυμίας ὑπερβεῖ τὴ σχετικότητα τῆς γλώσσας, τότε εἶναι αὐτονόητη ἡ γυμνότητα, ἡ παραίτηση ἀπὸ τὸ ἔνδυμα. Τότε ὅλο τὸ κορμὶ εἶναι βλέμμα καὶ χαμόγελο καὶ ρυθμὸς χάρης, ἀμεσότητα πόθου γιὰ τὴν πληρότητα τῆς σχέσης, τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς.

Ἡ γυμνότητα δὲν ὁλοκληρώνεται ποτέ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀπουσία τοῦ ἐνδύματος γιὰ νὰ συντελεστεῖ ἡ γυμνότητα, οὔτε γιὰ νὰ βιωθεῖ. Ἡ γυμνότητα εἶναι μία προοδευτικὴ σπουδὴ τῆς πάντοτε ἀκαθόριστης μεταλλαγῆς τῶν σημαινόντων, μεταλλαγῆς τῶν γλωσσῶν ποὺ ἐνδύεται ὁ λόγος τῆς ἐπιθυμίας. Ἀδιάκοπο ἐναλλακτικὸ πέρασμα ἀπὸ τὴ γλώσσα τῆς θέας στὴ γλώσσα τῆς ἁφῆς, ἀπὸ τὴ μέθη τῆς κλήσης στὴν ἔκσταση τῆς μετοχῆς.

Ἡ σωματικὴ ἀπαίτηση τῆς ἡδονῆς –ἐπιθυμία τυφλή, στερημένη τὴν ὅραση τοῦ πραγματικοῦ της στόχου– σημαίνεται στὸ ἔνδυμα ἢ στὴ γυμνότητα, ὅπως σημαίνεται καὶ στὸ βλέμμα, στὸ χαμόγελο, στὴ φωνή, στὴ χειρονομία, στὴν κίνηση. Ἡ σημαντική του φωτὸς καὶ τῆς χάρης αὐτονομεῖται, παύει νὰ διαβαίνει ἐπὶ τὸ πρωτότυπον τοῦ ἔρωτα.Ὁ λόγος τῆς ἐπιθυμίας ντύνεται τὴν ἐπιθετικὴ γλώσσα τῆς ἐγωκεντρικῆς ἀπαίτησης. Ἐκβιάζει τὴν ἀνταπόκριση στὴ δίψα τῆς ἡδονῆς.

Ὑπάρχει ἐρωτικὴ γυμνότητα, καὶ ἐπιθετικὴ γυμνότητα. Ἡ δεύτερη ἐκβιάζει τὴ σχέση, δηλαδὴ τὴν ἀναιρεῖ στὸ ἐπίπεδο τῆς συναλλαγῆς. Εἶναι ἡ γυμνότητα ποὺ προσφέρεται ὡς ἀπρόσωπο ἀντικείμενο ἡδονῆς, ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς σχέσης, τῆς ἀμοιβαίας αὐτοπροσφορᾶς. Γιὰ νὰ εἰσπράξει τὴν ἐφήμερη ἱκανοποίηση τῆς ἀνάγκης, ἢ τὴ ναρκισσικὴ ἐπιβεβαίωση τοῦ ἐγὼ ὡς ποθητοῦ ἀντικειμένου. Εἶναι ἡ ἐμπορευματοποιημένη γυμνότητα τῆς ἔντυπης πρόκλησης, τῶν φαντασιώσεων τοῦ πορνικοῦ θεάματος, τοῦ ψυχρὰ σκόπιμου «φλέρτ». Εἶναι τὸ φῶς στὴν ἀνταρσία τῆς ἀστραπῆς (Λουκ. 10,18).

Ἡ ἐρωτικὴ γυμνότητα εἶναι μόνο αὐτοπροσφορά. Δὲν ἀποφασίζεται, γεννιέται. Ὅπως τὸ φῶς στὸ ἐρωτευμένο βλέμμα καὶ στὸ χαμόγελο. Γιὰ νὰ δηλώσει τὴν παραίτηση ἀπὸ τὴν ἔσχατη ἀντίσταση τῆς αὐτοάμυνας, τὴν ντροπή. Ντροπὴ εἶναι ἡ φυσικὴ ἄμυνα στὴν ἐγωκεντρικὴ ἀπαίτηση τοῦ ἄλλου. Ἀμύνομαι μὲ τὸ ἔνδυμα, ντύνομαι γιὰ νὰ περισώσω τὴν ὑποκειμενικότητά μου: Νὰ μὴν ἐκτίθεμαι στὰ βλέμματα σὰν ἀπρόσωπο ἀντικείμενο ἡδονῆς.

Ὅταν ὁ ἔρωτας ἐγγίσει τὸ θαῦμα, τὴν ἀμοιβαία αὐτοπαραίτηση καὶ αὐτοπροσφορά, τότε δὲν ὑπάρχει ντροπή, γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἄμυνα καὶ φόβος. Τότε ὅλο τὸ κορμὶ μιλάει τὴ γλώσσα τοῦ βλέμματος, τοῦ χαμόγελου, τοῦ ρυθμοῦ τῆς χάρης. Ὁ ἄνθρωπος ὁλόκληρος γίνεται ὅλος φῶς καὶ ὅλος πρόσωπον καὶ ὅλος ὀφθαλμὸς –δόσις ἀγαθὴ καὶ δώρημα τέλειον. Μόνο δίνεται, μόνο προσφέρεται, δίχως ἀντιστάσεις ἢ κρατούμενα. Καὶ ὁ τέλειος ἀφοπλισμὸς τῆς αὐτοπαράδοσης ἐνδύεται τὴ γλώσσα τῆς ἀποκαλυπτικῆς γυμνότητας.

Ἡ ἀγάπη οὐ γινώσκει τὴν αἰδῶ, διὰ τοῦτο οὐ γινώσκει δοῦναι σχῆμα εἰς εὐταξίαν τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἡ ἀγάπη φυσικῶς ἔχει τὸ μὴ αἰδεῖσθαι καὶ λαθεῖν τὸ μέτρον αὐτῆς.

Ὅ,τι στὴν ἐπιθετικὴ γυμνότητα μᾶς προκαλεῖ καὶ μᾶς ἀποτροπιάζει –ὡς ἀναίδεια καὶ ἀσχημοσύνη καὶ ἀμετρία– στὸν ἀληθινὸ ἔρωτα μπορεῖ «φυσικῶς» νὰ εἶναι μόνο θάμβος ἀγάπης. Ὅταν πραγματικὰ παραιτεῖσαι καὶ παραδίνεσαι, ὅταν δὲν σὲ ἐνδιαφέρει παρὰ μόνο ἡ χαρὰ καὶ ἀλήθεια τοῦ Ἄλλου, μόνο νὰ ἀνθήσει ὁ Ἄλλος στὴν ἡδονὴ τοῦ πληρώματος τῆς σχέσης, τότε δὲν ὑπάρχουν φραγμοὶ καὶ κανόνες, σχήματα εὐταξίας τῶν μελῶν καὶ μέτρα αἰδημοσύνης.

Ἡ ἐρωτικὴ γυμνότητα δὲν ὁλοκληρώνεται ποτέ, γιατὶ εἶναι ἡ γλώσσα τῆς «κένωσης». Ἡ ἀφαίρεση τῶν ἐνδυμάτων δὲν ἀρκεῖ γιὰ νὰ συντελεστεῖ ἡ γυμνότητα. Πρέπει νὰ ἐνδυθεῖ τὴ γλώσσα τῆς αὐτοπαράδοσης καὶ αὐτοπροσφορᾶς. Μὲ τὴν ἀπεριόριστη εὐφράδεια τῶν ἀδιάκοπων ἐκπλήξεων τῆς σχέσης.

Ἐρωτικὴ γυμνότητα, γλώσσα τῆς «κένωσης»: Ὁ Ἰησοῦς βρέφος γυμνὸ μέσα στὴ φάτνη, ἐν ποταμῷ γυμνωθεὶς βάπτισμα δεχόμενος ὡς δοῦλος, γυμνὸς κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου ὡς ληστής. Καὶ διὰ τούτων ἁπάντων τὸν περὶ ἡμᾶς αὐτοῦ παρέστησεν ἔρωτα.

Ὅταν ἡ χριστιανικὴ Παράδοση μιλάει γιὰ τὴ σάρκωση τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐξαντλεῖ τὴ σημαντική της ἀποκάλυψης στὴν ἱστορικότητα τοῦ γεγονότος. Τὸ ἱστορικὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ ἀποκαλύπτει τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ: Μίαν ἀπεριόριστη δυναμικὴ ἐρωτικῆς αὐτοπροσφορᾶς, τὴν «κένωση» τοῦ Θεοῦ ἀπὸ παραφορὰ ἀγάπης γιὰ τὸν ἄνθρωπο. «Κένωση» σημαίνει ὅτι ὁ ἄμορφος παίρνει μορφή, ὁ ἄρρητος γίνεται γλώσσα. Μορφὴ καὶ γλώσσα εἶναι ἡ σάρκα τοῦ περατοῦ καὶ ἐφήμερου, ἡ σάρκα τοῦ θνητοῦ. Ποὺ μπορεῖ ὡστόσο νὰ σημάνει τὸ ἀπεριόριστο καὶ ἄχρονο, τὴν προσωπικὴ παρουσία τῆς ὄντως ζωῆς.

Στὰ δεδομένα τῆς μορφῆς καὶ τῆς γλώσσας ἀνήκει κάθε σημαῖνον τῆς σάρκωσης τοῦ Θεοῦ: Ἡ σύλληψη ἀπὸ μητέρα παρθένο, σύλληψη ἐλεύθερη ἀπὸ τὴ φυσικὴ ὁρμὴ πλασματικῆς αὐτοδιαιώνισης τοῦ θνητοῦ. Ὁ Θεὸς (ὁ Ἄλλος τῆς ζωτικῆς μας ἐπιθυμίας) ἀποκαλύπτεται Πατήρ: ἡ ζωοποιὸς ἀρχὴ ὡς προσωπικὴ ὕπαρξη. Ἡ παρθένος γίνεται μητέρα –ἡ ἐρωτικὴ δυνατότητα τῆς φύσης σαρκώνει τὴν ὄντως ζωή, δίχως διάμεσο ἐφήμερου πόθου. Ἡ γλώσσα σημαίνει τὸν τρόπο τῆς ζωῆς, χωρὶς τὸ σημαινόμενο νὰ ὑποτάσσεται στὸ νοηματικὸ σημαῖνον. Τὸ σημαινόμενο παραμένει ἐπέκεινα τοῦ σημαίνοντος, ὅπως παραμένει ἐπέκεινα κάθε ἐρωτικῆς συν-ουσίας ὁ συμμέτοχος τῆς συνουσίας, στὴ δυναμικὴ ἀπροσδιοριστία τοῦ ὑποκειμένου «Ἄλλου».

Ὁ Θεὸς τῆς ἱστορικῆς ἀποκάλυψης καὶ ὁ Ἄλλος τῆς ἐρωτικῆς συνουσίας εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἐδῶ ἀ-λήθεια σημαίνει τὴ μή-λήθη, τὴν προσωπικὴ ἐμφάνεια. Ἀλήθεια μόνο ἡ φανέρωση, μόνο ἡ γυμνότητα τῆς «κένωσης», τὸ σημαῖνον τῆς ἐπιθυμίας. Τὸ σημαινόμενο τῆς ἐπιθυμίας πάντα ἐπέκεινα, ἀπρόσιτο στὴ γλώσσα, προσιτὸ μόνο στὴν ἀμεσότητα τῆς ἐρωτικῆς σχέσης.


13. RICERCARE

Μέλαινά εἰμι καὶ καλή.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ κορμί, ντυμένο τὴ μαυριδερὴ λαμπράδα τοῦ ἥλιου. Ἄφοβη γύμνια στιλπνῆς ὀμορφιᾶς καὶ χρειάστηκαν αἰῶνες γιὰ νὰ τολμηθεῖ αὐτὴ ἡ ἀμφίστομη ἀφοβία. Νὰ ἰσορροπήσει τὸ θάμβος ἄκρη στὴν κόψη τοῦ ἐπισφαλοῦς. Χαίνων τῶν πουριτανῶν ὁ πανικὸς ἀπὸ τὴ μιά, ἀπόκρυμνη φοβία ὑφασμένη στὴν ἁπτὴ εἰκὁνα τῆς ψυχῆς γιὰ τὸ κορμί της. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, ρομαντικὲς κατωφέρειες ναρκισσικῆς ἀδηφαγίας, βρηχυθμοὶ πόθου καλυμμένοι στὸ μελῴδημα τρυφερῶν αἰσθημάτων.

Στιγμὲς τῆς μέρας νὰ σταλάζουν στὸ μήνα, οἱ μῆνες νὰ ἐκβάλλουν στὸ χρόνο, τὰ χρόνια στοὺς αἰῶνες. Καὶ τὸ ὑλικὸ τῆς ροῆς κατεδαφισμένες ζωὲς μοναδικὲς καὶ ἀνεπανάληπτες. Κατρακύλησαν σκαλὶ – σκαλὶ τὴν ὕπαρξη, στιγμὴ – στιγμή, μέσα στὸ ζόφο τῆς ἐνοχῆς γιὰ τὴ φύση τους, τῆς ντροπῆς γιὰ τὸ ἴδιο τους τὸ κορμί. Αἰῶνες ἀσφυξίας στὴν πιὸ θανατερὴ ἀπὸ τὶς στερήσεις, στὴν ἀπαγόρευση τοῦ ζωτικοῦ, στὸ λιμὸ τοῦ ἔρωτα. Ὥσπου ἡ γεύση τοῦ θανάτου σωρεύτηκε σὲ ἀπόχρεμμα ἀνταρσίας. Μισητὸ ἀπολακτίστηκε τὸ εἴδωλο τῆς ἐγκράτειας, τῆς σεμνοτυφίας, γιὰ νὰ λατρευτεῖ ἀναπαλαιωμένο τὸ εἴδωλο τῆς ἡδονῆς.

Εἰδωλοκλαστικὴ ἐκθρόμβωση, ὅμως ἡ ζωὴ κομπιάζει καὶ στὸν πολιτισμὸ τοῦ Διαφωτισμοῦ. Πολιτισμὸς ἄπολις, δίχως ὅρια προσωπικῆς κοινωνίας, ἀποτιμάει τὴν ὀμορφιὰ μὲ τὸ μέτρο τοῦ ἀπρόσωπου δικαιώματος στὴν ἐνστικτώδη προτίμηση. Ἡ αἴσθηση τοῦ κάλλους τῆς φύσης τίποτα περισσότερο ἀπὸ σκοπιμότητα τῆς ἴδιας τῆς φύσης ριζωμένη στὴ «βιοδομὴ» τοῦ ἀτόμου. Ἀντι-κείμενο ἐρέθισμα εὐφραντικὸ τῶν αἰσθήσεων, πορισμὸς ἀτομικῆς ἀπόλαυσης. Τὸ κάλλος δὲν καλεῖ σὲ τίποτα, δὲν ἐλευθερώνει τὴ σχέση. Ἡ ἐμπειρία τῆς σχέσης παγιδευμένη στὴ νοητικὴ τῶν συσχετισμῶν, στὴ μηχανικὴ τῆς δράσης-ἀντίδρασης. Καὶ τὸ αἴνιγμα τοῦ ἔρωτα ἁπλοϊκὰ λυμμένο : βιολογικοὶ μηχανισμοὶ ἀντανακλαστικῶν καὶ ἐνστίκτων.

Γυμνὴ στιλπνὴ ὀμορφιὰ τοῦ ἀνθρώπινου κορμιοῦ, ἀναδυόμενο θαῦμα σὲ ἕναν κόσμο τυφλὸν γι᾿ αὐτὴ τὴν ἀποκάλυψη. Νὰ σαρκώνει ἡ φθαρτὴ σάρκα τὸν ζωντανὸ λόγο τοῦ τροπικὰ ἀπείρου, τὴν κλήση στὴ μέθεξη τῆς ἀμεσότητας τοῦ καθόλου -γῆ καὶ θάλασσα καὶ πορφυρὸ ἡλιοβασίλεμα στὴν ἁπτὴ ἐγγύτητα τοῦ γυμνοῦ κάλλους.

Κι ὁ πολιτισμὸς ἀνάπηρος στὴν ἁφή, δίχως αἰσθητήρια σχέσης, παγώνει τὴν ὀμορφιὰ σὲ ἀντικείμενο ἐμπορεύσιμης θέας.Ἔντυπη γυμνότητα παντοῦ, νεκρὰ θεάματα δυσδιάκριτου ἔρωτα, μὲ κρημνὸ κενοῦ ἀνάμεσα στὴ θέα καὶ στὸν θεατὴ κι ἀπροσπέλαστη τὴν ἀμεσότητα. Τόσοι αἰῶνες ἀπωθημένης δίψας καὶ πόθου, συλλογικὸ ὑποσυνείδητο ὀργωμένο ἀπὸ τὴ στέρηση, τὴν ἐρωτικὴ ἀπώθηση, καὶ ἐκβάλλει σὲ πολιτισμὸ τεχνητῶν ἐξάρσεων τῆς ἀνέλπιδης ἐπιθυμίας, σὲ αὐτοερωτισμὸ τῆς φαντασίωσης.

Διαφωτισμὸς ἦταν ἡ πιὸ κοφτερὴ μέσα στὶς συνειδήσεις ἐπανάσταση. Ρίγος ἀπελευθέρωσης ποὺ ἁπλώθηκε μὲ τὴν ταχύτητα τῆς φωτιᾶς στὴν ξεραμένη σιτοκαλαμιὰ μετὰ τὸν θέρο. Κάτι ἄλλο, ἢ κάτι περισσότερο ἀπὸ ἰδεολογία. Ἀνατροπὴ τῆς νοο-τροπίας, στάση ζωῆς μὲ ἀντεστραμμένους τοὺς ὅρους τῆς εὐρωπαϊκῆς θρησκευτικότητας. Κι ἦρθε σὰν θρύψη στὸν ἱστὸ κοινωνιῶν φαδιασμένων στὸ στυφὸ ὑφάδι τοῦ μονισμοῦ, τῆς στεγνῆς μονομέρειας: Τὸ «κυρίως ἀνθρώπινο» ἐκεῖ ἦταν μόνο τὸ «πνεῦμα», καὶ κορύφωμα τοῦ «πνεύματος» ἡ ἀποδεικτικὴ τῆς διάνοιας. Ἡ φύση τόπος κυριαρχίας τοῦ διαβόλου, ἡ φαινόμενη πραγματικότητα ὑποταγμένη στὴν ἀλογία τῆς «πτώσης». Κάθε τι αἰσθητό, μιαρὸ καὶ ὕποπτο, ἀφοῦ μόνο τὸ πνευματικὸ – νοητὸ συγγενεύει μὲ τὸ αἰώνιο. Οἱ σωματικὲς αἰσθήσεις, θυρίδες παρείσφρησης τοῦ κακοῦ, προσάναμμα διέγερσης τοῦ κτηνώδους ἐνστίκτου. Ἀπαγορευμένος καρπὸς ἡ ἡδονή, προαγωγὸς στὸ θάνατο, σὲ κολαστήρια ἀτελεύτητα φρικιαστικῆς ἔμπνευσης. Μόνη δυνατότητα σωτηρίας, ἡ δίχως ὅρους ὑποταγὴ στοὺς ἐξουσιαστικοὺς μηχανισμοὺς τῆς θρησκείας. Τὸ κράτος, ἡ ἠθική, οἱ κοινωνικὲς δομὲς καὶ λειτουργίες, τὸ νόημα τῆς καθημερινότητας τοῦ βίου, ὅλα ὑποταγμένα στὸν ἄγαμο κλῆρο, ἐντεταλμένο ἐπόπτη τοῦ ἀνέραστου ἀσκητισμοῦ τῆς στέρησης καὶ τοῦ φόβου.

Ὁ Διαφωτισμὸς ἦρθε σὰν τὸ χτύπημα τοῦ σφυριοῦ στὴν πυρωμένη κι εὔπλαστη ἀγανάκτηση. Νὰ τὴν μεταπλάσει σὲ κοφτερὴ ἄρνηση πάνω στὸ ἀμόνι μιᾶς ἀράγιστης λογικῆς. Ἡ φύση ὄχι, δὲν ἔχει ἀνάγκη τὸ ἄπιαστο φάντασμα τοῦ Θεοῦ. Κατέχει ἀπὸ μόνη της ὅλα ὅσα χρειάζεται γιὰ νὰ κρατάει σὲ ρυθμὸ τὸ συμπαντικὸ ρολόι. Ἡ ἐπιστήμη τοῦ ἀνθρώπου ἀποκρυπτογράφησε τὸν μηχανισμὸ τοῦ ρολογιοῦ, δὲν βρῆκε πουθενὰ κρυμμένο τὸν Θεό, βρῆκε ἐγγενὴ στὴ φύση τὴ λογικότητα καὶ τὴ δύναμη. Κι ὁ ἂ θρωπος, φύση κι αὐτός. Μὲ κατάλληλες συνθῆκες ἡ ὕλη ἀπὸ μόνη της παράγει πνεῦμα. Ἐφήμερος καὶ θνητός, πρέπει νὰ ἀπολαύσει τὴ ζωὴ μὲ τὶς αἰσθήσεις, τὴν ἀνεμόεσσα ἡδονή. Κάθε ἄλλο «νόημα» τῆς ὕπαρξης, στέρηση, ἐνοχὴ καὶ μιζέρια. Μὲ τὸ λογικὸ ὁριοθετεῖ τὴν ἀπόλαυση, φτιάχνει νόμους, κράτος, τιθασσεύει τὴ συμβίωση.

Στὸ ἴδιο ἀμόνι τῆς ἀράγιστης λογικῆς εἶχε πλάσει τὸν κόσμο καὶ ἡ θρησκειοποιημένη εὐρωπαϊκὴ χριστιανοσύνη. Ὁ Διαφωτισμὸς πολέμησε μὲ τὰ ὅπλα τοῦ ἀντιπάλου. Στὴ θέση τοῦ φαντασιώδους Θεοῦ, ἡ φαντασιώδης θεοποιημένη Φύση. Στὴ θέση τῆς ἀ-νόητης ἀσκητικῆς, ἡ ἔωλη ἀτομικὴ ἀπόλαυση. Στὴ θέση τῆς ἀτομικῆς συλλογιστικῆς, ἡ ἀτομικὴ πειραματικὴ ἐπαλήθευση, ἡ ἀτομικὴ μαθηματικὴ ἐνόραση, οἱ ἔμφυτες ἰδέες, οἱ ἀτομικὲς ἐποπτεῖες, τὸ ἀτομικὸ βίωμα. Μεταλλαγὴ τῆς θωράκισης τοῦ ἴδιου πάντα μοναχικοῦ αὐτοέγκλειστου ἀτόμου. Εἴτε μὲ τὸ ὄνομα τῆς θρησκευτικῆς νοησιαρχίας εἴτε, μὲ τὸ ὄνομα τῆς θετικῆς ἐπιστήμης, ἡ ἴδια πάντα παγερὴ πανοπλία νὰ φυλακίζει τὴν ὕπαρξη στὴ σιγουριὰ τοῦ ἀνέραστου ἀτομοκεντρισμοῦ.

Αἰχμάλωτος τῆς θρησκευτικῆς του μήτρας ὁ Διαφωτισμός, δέσμιος στὸν δυαλισμὸ φύσης – ὑπόστασης, ψάχνει τὸ πραγματικὰ ὑπαρκτὸ στὴν ὁριστικὴ ὀντότητα. Μὲ τὸν ἴδιο συλλαβισμὸ τῶν θεολόγων τῆς Δύσης. Δίχως ὑποψία γιὰ τὴν ἀπόκρυμνη γλώσσα τῶν Ἀνατολικῶν ὑψιπόρων, τὴν ἐπαναστατικὴ ἀνατροπὴ τῶν ὅρων τῆς γνώσης τοῦ πραγματικοῦ καὶ ὑπαρκτοῦ.

Ὅπου ἀνατέλλει ὁ φωτισμός, ἡ γνώση δὲν ἐξαντλεῖται στὴ σημαντικὴ τῶν ὁρισμῶν, εἶναι ἐμπειρία σχέσης. Ἡ σχέση γεγονὸς μέθεξης στὶς ἐνέργειες τῆς φύσης. Οἱ φυσικὲς ἐνέργειες προσιτὲς στὴν ἀμεσότητα τῆς ἐμπειρίας. Καὶ ἀποκαλύπτουν τὸν τρόπο τῆς προσωπικῆς ἑτερότητας. Ποὺ διευρύνεται στὴν ὁλότητα τοῦ συμπαντικοῦ προσωπικοῦ κάλλους.

Ἀνυποψίαστος ὁ Διαφωτισμὸς γλυστράει στὴ χαίνουσα ἔκλειψη τοῦ προσωπικὰ ὑπαρκτοῦ. Μὲ ἀτέλειωτους τόμους δεκάδων χιλιάδων σελίδων γλαφυρῆς εὐστομίας. Δαιδαλώδεις διορύξεις ἐπιχειρημάτων γιὰ νὰ ὑπονομευτεῖ τὸ τίποτα: τὰ φαντασιώδη νοήματα τῆς θεολογικῆς συλλογιστικῆς, Καὶ ἡ πυρίτιδα τῆς ἐκτίναξης ἄφλεκτη: Ἀναστολὲς σκεπτικισμοῦ, σύγχυση σχετικισμοῦ, μηδενιστικὸ ἀδιέξοδο. Ἡ ὕπαρξη νὰ αἰωρεῖται πάντα ἀ-νόητη, ἡ ὕλη ἀνερμήνευτη, ἡ συμπαντικὴ μηχανικὴ ἐγκαταλειμμένη στὴν ὑπερβατικὴ «τυχαιότητα».

Ὁ Hobbes, ὁ Locke, ὁ Hume-
ὁ Pufendorf, ὁ More, ὁ Maupertuis-
ὁ Buffon, ὁ Bacon, ὁ Voltaire-
ὁ Diderot, ὁ D᾿ Alembert, ὁ Condillac-
ὁ Bayle, ὁ Leibniz, ὁ La Mettrie-
ὁ Holbach, ὁ Meslier, ὁ Bonnet-
ὁ Berkley, ὁ Turgot, ὁ Du Bos-
ὁ Shaftesbury, ὁ Butler, ὁ Rousseau-

εἴτε συγκλίνουν, εἴτε ἀποκλίνουν στὴ ματαιόφρονη διορυχὴ τοῦ πραγματικοῦ, τὸ ἴδιο πάντα ὀντολογικὸ κενὸ στὶς πληθωρικὲς σελίδες τους. Ναυτιώδης ἀστάθεια, ἐκκρεμότητα ταλάντευσης στὶς στιγμὲς τοῦ ἐφήμερου. Τὸ μυαλὸ τρίζει, ἐλπίδα πουθενά, νόημα κανένα. Ἡ ὕπαρξη κατάρα τυχαιότητας ἢ «θείας» αὐθαιρεσίας. Τὸ ἁπτό, φαντασιῶδες προκάλυμμα τοῦ κενοῦ, τοῦ τίποτα. Κι ὅμως ἡ ἀμάχη γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τοῦ κενοῦ φανατισμένη. Αὐτὴ ὑπαγορεύει τὰ «εὑρήματα», αὐτὴ ὁρκίζει στὴν «πρόοδο», στὴν «ἀνάπτυξη», στὴν «ἀποκατάσταση τοῦ αἰσθητοῦ», στὴν «καταξίωση τῆς φύσης».

Σκοτεινὸς διαφωτισμὸς μὲ τὴ γνώση δέσμια σὲ «ἀρχὲς» αἰτιώδεις ἢ κανονιστικὲς τοῦ πραγματικοῦ καὶ ὑπαρκτοῦ. Τραγικὴ ἡ ἐμμονή του νὰ ὁρίσει τὴ ζωή, δηλαδὴ νὰ καταργήσει τὴ δυναμικὴ ἀπροσδιοριστία τῆς σχἑσης. Νὰ ἐξαντληθεῖ ἡ γνώση στὸ ἀντι-κείμενο νόημα, στὴν περιγραπτὴ αἴσθηση. Κάθε ἀπόπειρα διαφυγῆς στὴ «διαίσθηση», στὴν «ἐνόραση», στὸ «ὑπαρξιακὸ βίωμα», ὁριοθετημένη. Γιατὶ μόνο ὁριοθετημένο τὸ ὑποκειμενικὸ ἐνδύεται ἀντικειμενικὴ ἐγκυρότητα.

Πολιτισμὸς ἀνέραστος, ἀνίκανος νὰ τινάξει λουλούδι μὲς στὴ μέση τῆς θάλασσας. Νὰ ψηλαφήσει ἀλήθεια παραιτημένος ἀπὸ τὸν ἐγωκεντρισμὸ τῆς κατοχῆς της. Ἔρωτας ἡ μόνη γνώση στὸ χεῖλος τῶν ἀκραίων ἐρωτημάτων. Τὰ ἐρωτήματα ἀναπάντητα κι ἡ βεβαιότητα θάμβος. Ἂν ἀλήθεια εἶναι μόνο ἡ ζωή, κι ἂν ἡ ζωὴ μόνο κοινωνεῖται στὸ τάνυσμα τῆς αὐτοπροσφορᾶς.

Ποιά ἡ αἰτία τῆς γένεσης τοῦ κόσμου, τῆς ὕλης καὶ τῆς ζωῆς, ποιά ἡ ἀρχὴ τῆς κίνησης, ἡ ἑρμηνεία γιὰ τὸ «φυσικὸ κακὸ», γιὰ τὴ φθορὰ καὶ διαφθορά. Γιατὶ ἀνόμοια ἡ κατανομὴ χαρισμάτων καὶ ὀδυνῶν στοὺς ἀνθρώπους, γιατί δεδομένη ἡ γέννησή μας, οἱ κληρονομικοὶ προκαθορισμοί, τὸ φύλο μας. Κάθε ἀπόπειρα ὁρισμοῦ, ρωγμὴ ἀπροσπέλαστου κενοῦ, ρίγος πανικοῦ.

Ἀλλὰ ὁ θρίαμβος θρυμματισμοῦ τῶν πεφωτισμένων βεβαιοτήτων καιροφυλακτοῦσε ἔνδον τῶν ἐπιστημονικῶν ἀδύτων. Ποιά αἴσθηση ἔχουμε τοῦ «πεδίου», δίπλα στὸ «στοιχειῶδες σωματίδιο» καὶ στὸ «κύμα». Τί σημαίνει χῶρος δέκα διαστάσεων στὸ ὑποατομικὸ πεδίο, Τί εἶναι ὁ μὴ – χῶρος τῆς ἰλιγγιώδους διαστολῆς τοῦ σύμπαντος, ποῦ διαστέλλεται τὸ σύμπαν μὲ ἀσύλληπτες ταχύτητες, ἀφοῦ ὁ χῶρος (καὶ ὁ χρόνος) εἶναι μόνο συνάρτηση τῆς ὕλης – ἐνέργειας. Πῶς νὰ ἀναπαραστήσουμε νοητικὰ τὴν «καμπυλότητα» τοῦ χωρόχρονου, τὴ χωρικὴ ἀπόσταση σωματιδίων ποὺ βεβαιώνεται σὰν ἀ-τοπικὴ ὁλιστικὴ διασύνδεση, τὸ πεπερασμένο τοῦ σύμπαντος ποὺ ὅμως δὲν ἔχει καταληκτικὰ ὅρια, κι ἔτσι τὸ λέμε ἀπεριόριστο δίχως νὰ εἶναι ἄπειρο.

Τελικά, πῶς νὰ ὁρίσουμε τὴ μετα-φυσική, ὅταν καὶ ἡ φυσικὴ παραμένει ἀνυπότακτη στὶς νοητικὲς ἐποπτεῖες μας. Μαθηματικὴ συμβολική, παρτιτοῦρες τυπικῶν ἐξισώσεων, σὲ ἀναλογία μὲ ὑπαινικτικὲς εἰκόνες ἐμπειρίας τῆς τρωτικῆς ἀμεσότητας. Ἡ μόνη γλώσσα ποὺ ἀπηχεῖ τὴ μελωδία τοῦ πραγματικοῦ καὶ ἀρρήτου. Γιὰ τὸν μύστη τῆς σημαντικῆς ὑποτύπωσης.

Ἂν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἢ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα.

Βλέμμα καὶ χαμόγελο γυμνῆς ὀμορφιᾶς, κορμὶ ἀναδυόμενο στὴ μέλαινα λαμπράδα τοῦ καλοκαιριοῦ, ἄρωμα καὶ χυμὸς τοῦ ροδάκινου, σμαραγδένια διαφάνεια θαλάσσιου ὁρμίσκου. Μόνη ἡ ἁπτὴ χάρις ἀπαντάει στὰ ἔσχατα ἐρωτήματα. Χάρις – χάρισμα τῆς κλήσης στὸ κάλλος τῆς σχέσης. Ὅ,τι καλεῖ δὲν κλείνεται στὸ νόημα, ἔχει πρόσωπο καὶ ὄνομα. Ἡ κλήση διαβαίνει τὴν ἐπιθυμία, γιὰ νὰ ἐκβάλει στὸν ἀτέρμονα κόλπο τῆς μόνης θετικῆς τρυφερότητας.


14. REPRISE

Πηγὴ κήπου καὶ φρέαρ ὕδατος ζῶντος
καὶ ροιζοῦντος ἀπὸ τοῦ Λιβάνου.

ΜΕΣΑ ΑΠΟ τὴ διόπτρα τοῦ ἰδανικοῦ σπάζει στὰ δυὸ ἡ εἰκόνα τοῦ ἔρωτα: Ἔρωτας γιὰ τὸ Θεό, ἔρωτας γιὰ διπλανὸ ἄνθρωπο – κομμάτια ἀσύμπτωτα στὴν πρισματικὴ διάθλαση τοῦ ἐντελοῦς. Ἀκήρατος συναρπαγὴ ὁ θεῖος ἔρως, ἀπρόσμικτη πνευματικὴ ἔξαρση. Διαρρηγμένη κάθε συνάρθρωση μὲ ἀνθρωποπαθεῖς εὐδαιμονίες, σωματικὲς ἀφετηρίες τοῦ πόθου, ἡδονικὰ σκιρτήματα συναισθημάτων. Ἄσπιλη καθαρότητα, ἐντοπισμένη στὸ νοητό, στὸ ἄυλο.

Ἄραγε τὸ λεόπαρδο φωλιάζει μόνο στὸ κορμί, ὄχι στὴν ἀμφίκοπη φύση; Τὸ τρέφει μόνο ἡ ἀνατριχίλα τῆς σάρκας, ἢ καὶ ὁ τρυγητὸς τῆς ἡδονικῆς εὐλαβείας; Ποιό φῶς νὰ ξεκλειδώσει τὸ ὀφθαλμοφανὲς ἀπὸ τὴν πρισματικὴ τῶν εἰδώλων τοῦ νοητοῦ καὶ ἄυλου. Αἴλουρος ἀδίστακτης ἀπληστίας τὸ ἐγώ, ὑποτάσσει τὸν Θεὸ στὴ νεκρὴ ἔννοια, ἐπενδύει στὴ νέκρα ἔρωτα αἰώνιας ἐξασφάλισης.

Μὲ τὴ διόπτρα τοῦ νοητὰ ἰδανικοῦ, πῶς νὰ ξεχωρίσεις τὸν πόθο γιὰ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν αὐτοερωτισμὸ τῆς παλιννόστησης στὴ μήτρα, τὴ φαντασίωση ἰδιοχρησίας τοῦ ἀδιατάρακτα ἀσφαλοῦς.

Σίγουρα, ὁ ἔρωτας διαθλᾶται παραμορφωτικὰ μέσα ἀπὸ τὸ κορμί. Ἀλλὰ κι ἡ ψυχὴ εἶναι συνεπέστερο πρίσμα; Πόσο συχνὰ ἐξακτινώνει τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ σὲ ἀπατηλοὺς κατοπτρισμοὺς ἀποδεικτικῶν συλλογισμῶν, διαθλάσεις ἀναγκαίων «ἰδιωμάτων», καλειδοσκοπικὲς προβολὲς αἰσθητῶν παραστάσεων στὸ νοητικὰ ἀπόλυτο. Ὅλα γιὰ τὴν ἡδονὴ τῆς ἀντιληπτικῆς αὐτάρκειας. Τὴ δίψα κατοχῆς βεβαιοτήτων γιὰ τὸ δικό της διηνεκές. Τὴν ἀπληστία αὐτοθωράκισης μὲ ὑπερβατικὲς ἐγγυήσεις.

Πίστη καὶ ἀρετή: οἱ πόλοι ἐνδημικῆς διάθλασης τοῦ πόθου σὲ πολύτροπους ἰριδισμοὺς ἰδιοτέλειας. Στραφταλιστὲς ἀδιαλλαξίες, κι ὁ πυρήνας: ἡδονή. Ἡδονὴ τῆς ἐγκύστωσης σὲ κελύφη δογμάτων, ἡδονὴ ναρκισσικῆς ἠθικότητας, εἰσπρακτικὴ βουλιμία ἔξωθεν κύρους. Ἡ σάρκα σίγουρος μειοδότης, ἂν συγκριθεῖ μὲ τὴν ἀκόρεστη ἀπαίτηση τοῦ ὑπερεγώ. Πεζούρα ἡ σάρκα, κι ἡ «πίστη» καβάλα στὴν ἀφηνιασμένη δίψα τῆς σιγουριᾶς, μὲ τὴν «ἀρετὴ» νὰ καλπάζει σὲ ἐκμαυλισμοὺς αὐτοερωτικῆς πνευματικότητας. Λυσσαλέα ἡ θρησκεπώνυμος δίψα γιὰ τὸν ὀργασμὸ τῆς αὐτοεκτίμησης, τοῦ αὐτοθαυμασμοῦ.

Εὐθεία ματιά, δίχως προσχηματικὲς διόπτρες. Καὶ φωτίζει τὸ μέτρο τοῦ ἔρωτα. Μέτρο αὐτοπαραίτησης καὶ αὐτοπροσφορᾶς. Εἴτε γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι ὁ ἔρωτας, εἴτε γιὰ διπλανὸ ἄνθρωπο. Μὲ τὴν ἴδια ἀγαπητικὴ ἔκ-σταση τὴν «ἐγκαταμεμιγμένη» στὶς δυνατότητες τῆς φύσης μας.

Ὁ ὄντως ἐρῶν -λέει ἡ εὐθεία ματιὰ- ἀεὶ τοῦ φιλουμένου φαντάζεται τὸ πρόσωπον, καὶ τοῦτο ἔνδον ἐνηδόνως περιπτύσσεται. Ὁ τοιοῦτος οὐκέτι οὐδὲ καθ᾿ ὕπνους ἠρεμεῖν τοῦ πόθου δύναται, ἀλλὰ κἀκεῖ τῷ ποθουμένῳ προσαδολεσχεῖ. Οὕτως ἐπὶ σωμάτων, οὕτως ἐπὶ ἀσωμάτων πέφυκε γίγνεσθαι. Καὶ συνεχίζει ἡ διαυγέστατη ρήση: Μακάριος ὅστις τοιοῦτον πρὸς Θεὸν ἐκτήσατο ἔρωτα, οἷον μανικὸς ἐραστὴς πρὸς τὴν ἑαυτοῦ ἐρωμένην κέκτηται.

Μέτρο τοῦ ἔρωτα γιὰ τὸν Θεό, ὁ μανικὸς πόθος γιὰ πρόσωπο ἀνθρώπου. Μέτρο δυσπρόσιτου κατορθώματος, γι᾿ αὐτὸ καὶ μακαρίζεται ὅποιος τὸ φτάσει. Ἀλλὰ τὸ μέτρο «πέφυκε», εἶναι ἀπὸ τὴ φύση δεδομένο. Δὲν ἀγαπᾶμε μὲ ἄλλη φύση τὸν Θεὸ καὶ μὲ ἄλλη τὸν ἐρώμενο ἄνθρωπο. Ἴδιος ὁ ἔρωτας «ἐπὶ σωμάτων καὶ ἀσωμάτων». Ἂν τὸ λεόπαρδο δὲν ἐλλοχεύει μόνο στὴ λόχμη τοῦ κορμιοῦ, εἶναι γιατὶ τὸ πολυτίμητο θήραμα ὑπάρχει ἀμφιγενὲς στὴ δίκοπη φύση: ἡ ἐκ-στατικὴ δυνατότητα τοῦ πόθου.

Μέτρο τοῦ ἀνθρώπινου ἔρωτα γιὰ τὸν Θεό, οὔτε τὸ ἄυλο καὶ νοητό, οὔτε ἡ κωδικὴ «καθαρότητα». Μέτρο μόνο ὁ πόθος. Ἀλλὰ πόθος προσώπου, πόθος τοῦ Ἄλλου, πόθος ἐκτὸς τοῦ ἐγώ. Ποὺ μεταθέτει τὴν ὕπαρξη στὴν ποθούμενη σχέση. Μεταποιεῖ τὴν ὕπαρξη σὲ σχέση.

Μακάριος ὁ μανικὸς ἐραστής, μακαριστὴ ἡ ἀβυσσοτόκος μανία. Μόνο στὸν ἐπαναβασμὸ τῶν ἀβύσσων γεννιέται χαμόγελο. Κι αὐτὸ τὸ χαμόγελο ποὺ δὲν πατάει πουθενά, εἶναι ὁ ἔρωτας. Δὲν ἔχει ἄλλη μήτρα ἡ γεύση τῆς ζωῆς. Στὸν ἴλιγγο τοῦ χαώδους, τῆς ἄπληστης ἐρωτικῆς δίψας, ἀκόμα καὶ τῆς ἀπρόσωπης, παραμονεύει ἀνθός: Μεταμόρφωση τῆς ἐπίπεδης ἀπληστίας σὲ ἄπληστη τόξευση πρὸς ἀγλαέστατην Ἑτερότητα. Ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται καὶ ἡ ἐπίκληση ἐπώνυμη. Τὸ βεβαιώνει ἡ ἄκρα διαύγεια τοῦ λόγου τῆς ἐρήμου:

Εἶδον, λέει, ἀκαθάρτους ψυχὰς περὶ ἔρωτας σωμάτων ἐμμανῶς διακειμένας· καὶ δὴ αὗται σκῆψιν μετανοίας προσλαβόμεναι, ἐκ πείρας ἔρωτος τὸν αὐτὸν πρὸς Κύριον μετενηνόχασιν ἔρωτα. Καὶ πάντα φόρον εὐθὺς ὑπερπηδήσασαι, ἀπλήστως εἰς ἀγάπην Θεοῦ ἐνεκεντρίσθησαν. Διὰ τοῦτο ὁ Κύριος τῇ σώφρονι ἐκείνη πόρνῃ οὐ λέγει ὅτι ἐφοβήθη, ἀλλ᾿ ὅτι ἠγάπησε πολύ· ναὶ ἠδυνήθη εὐχερῶς ἔρωτι ἔρωτα διακρούσασθαι.

Μὲ πείρα ἔρωτα σαρκικοῦ καὶ τυφλοῦ, ἔστρεψαν οἱ μαμάριοι τὸν ἴδιο αὐτὸν ἔρωτα στὸ Πρόσωπο τοῦ Περιαυγοῦς Καλλιμόρφου. Ὁ ἴδιος ἀπρόσωπος πόθος, ὁ τρυγητὴς δαναΐδων τέρψεων, μπολιάστηκε στὸν ἐναγκαλισμὸ τοῦ παράφορου Νυμφίου. Δίχως φόβο ποὺ τὸ κεντράδι τοῦ ἐνοφθαλμισμοῦ ἀνασύρθηκε ἀπὸ ἄλλους ἀλίμενους ἐναγκαλισμούς.

Ἐκκύπτει ὁ ἔρωτας ὡσεὶ ὄρθρος καὶ ἐκπνέει κάθε φόβου νυκτιφανοῦς σκιά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σημάδι τοῦ ἀληθινοῦ ἔρωτα ἡ διαφεγγὴς ἀφοβία. Ὁ ἔμπειρος τῆς μακαριστῆς ἀμοιβαιότητας δὲν φοβᾶται, γιατὶ δὲν διεκδικεῖ. Τὰ ἔχει ὅλα, παραιτημένος ἀπὸ ὅλα. Πέπρακε πάντα ὅσα εἶχε. Πάντα. Ἀγόρασε τὸν καλὸν μαργαρίτην.

Στοὺς ἀντίποδες τοῦ πλούτου τῆς ἐρωτικῆς ἀκτησίας, τὸ ἀνέραστο κτητικὸ πάθος θρησκευτικῆς δικαίωσης. Τίμημα τραγικὸ ἐρωτικῆς στέρησης στὸ βωμὸ τῆς ἀπληστίας τοῦ θρησκευτικοῦ ἐγωτισμοῦ. Πάσχει τὴ στέρηση ὁ ψευδευλαβὴς ἀνέραστος, πάσχει τὸ πάθος μανικῆς αὐτοκαταξίωσης. Γαντζώνεται ἀπελπισμένα στὸν νόμο, νὰ ἐξασφαλίσει τὴν τεκμαρτὴ δικαίωση τῆς τραγικῆς του στέρησης. Κι ὁ νόμος μετασκευάζει τὴν ἔλλειψη σὲ περίσσεια μένους ἐπιθετικοῦ. Γίνεται ἀνάλγητος ὁ ἀνέραστος, σκληρὸς ἐπιτιμητὴς κάθε ἀδυναμίας, κάθε ἀνθρώπινης ἀποτυχίας. Ἀμείλικτος γιὰ ὅσους δὲν συμπάσχουν μαζί του τὴν ἀνικανοποίητη στέρηση.

Κάθε «δόγμα» καὶ «ὁμολογία» γεννάει τὸν δικό της τύπο «ἀφιερωμένου» στὸν Θεὸ ἀνθρώπου. Ποὺ εἶναι συχνά, σὲ κάθε γεωγραφικὸ μῆκος καὶ πλάτος, ὁμοιόμορφα φοβισμένος ἄνθρωπος. Φοβᾶται πανικόβλητος τὴν εὔθραυστη κοινὴ ἀναγνώριση τῆς «ἀφιέρωσής» του: Νὰ μὴν σπιλωθεῖ ἡ φήμη του, νὰ μὴν ἀμφισβητηθεῖ τὸ καλό του ὄνομα, ἡ πνευματικότητὰ του, ἡ συνέπειά του στὴ στέρηση. Εἶναι ἐρωτευμένος μὲ τὴν «ἀφιέρωσή» του, τὴν εἰδωλοποιημένη ἐγωτική του ἁγνότητα, ὄχι μὲ τὸν Θεό.

Ὅταν ἡ «ἁγνεία» γίνεται «πικρία», σκοτεινιάζει ἡ ζωὴ στὰ σωθικὰ τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ σκότος δριμύ, ἀλλὰ στὸν ἴδιον ἀδιόρατο. Δὲν ἀντέχει ἄλλο τὴ στέρηση, τὸ ἐρωτικὸ ἀνικανοποίητο, ὅμως δὲν βλέπει, δὲν τολμάει νὰ δεῖ πὼς δὲν ἀντέχει. Ἡ κατάρρευση τῆς ἀντοχῆς του, ὁ σκοτεινὸς θρυμματισμὸς τοῦ μέσα του κόσμου, τινάζει πρὸς τὰ ἔξω μιὰ τυφλὴ φανατισμένη βεβαιότητα ἀντικείμενης κατάρρευσης: Ἡ κοινωνία ἢ καὶ ὁ κόσμος καταρρέει.

Ἡ ἐρωτικὴ στέρηση γεννάει πάντα τοὺς χολερικοὺς εἰσαγγελεῖς ἢ τοὺς στυφοὺς προφῆτες. Οἱ πρῶτοι κατακεραυνώνουν τὴν «κοινωνικὴ σήψη», τὴ «διάλυση τῆς οἰκογένειας», τὴν «ἐξαθλίωση τῶν ἠθῶν». Οἱ δεύτεροι βλέπουν νὰ ἐπέρχεται τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ἡ καθολικὴ καταστροφή, ἡ ἐγγύτητα τῶν ἐσχάτων. Μεταφέρουν στὸ σφιγμὸ τοῦ κόσμου τὴν ἀντίστροφη μέτρηση τῆς δικῆς τους ἀντοχῆς. Κι ἡ ἀντοχὴ στενεύει, πρέπει ἡ τραγωδία νὰ τελειώνει, μαζί της κι ὁ κόσμος ὁλόκληρος ἀσυνείδητα ταυτισμένος μὲ τὸ ἐγώ τους.

Πῶς νὰ ξεχωρίσεις τὸν πραγματικὸ Θεὸ ἀπὸ τὸ φάντασμα τὸ σαρκωμένο στὴ ριγηλὴ ἀνασφάλεια. Κωδικὸ φάντασμα καὶ σωφιλιάζεται στοὺς λαβυρίνθους τοῦ νόμου, μετράει τὶς ἄγονες στερήσεις μας μὲ τὸν τυφλὸ μίτο μιᾶς μελλοντικῆς ἀνταπόδοσης. Ὅσο κι ἂν τὸν θέλουμε ἐγγυητὴ τῆς ἐγωτικῆς μας ἐξασφάλισης, ἀφοῦ μόνο μετράει εἶναι ἀπὸ μόνος του μιὰ ἀπειλή. Τρόμος ἐλέγχου, ἔλεγχος τρόμου, σκοτεινιὰ καὶ ἐφιάλτης στὸν λειψό μας βίο.

Πρώτη ρωγμὴ δυνατότητας γιὰ τὴν ψηλάφηση τοῦ πραγματικοῦ: ἡ παραίτηση ἀπὸ κάθε ἀτομικὴ προσδοκία καὶ ἀπαίτηση. «Ἂς μὲ κολάσει ἑκατό, χίλιες φορές, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχει»! Τὸ πραγματικὸ συλλαβίζεται μόνο μὲ τὴ γλώσσα τοῦ ἔρωτα. Ξεντύνεσαι τὴν πανοπλία τοῦ νοήματος καὶ βουτᾶς μηδενισμένος στὸ κενό, στὸ τίποτα. Τότε ἡ ἐλευθερία τῆς ἄγνοιας ἀποδείχνεται «ὑπερτέρα πάσης γνώσεως». Ὑπέρτερο δὲν εἶναι τὸ κενό, εἶναι τὸ ἅλμα. Γιὰ κάθε τίμιο βουτηχτὴ παραμονεύει πάντα ἡ ἀποκαλυπτικὴ κατάποση τοῦ κήτους. Ἐκεῖ, εἰς βάθη καρδίας θαλασσῶν, στὴν ἄβυσσο τῆς κοιλίας τοῦ κήτους, ὁ Θεὸς εἶναι ἐπώνυμος Νυμφίος. Ἡ ἀλήθεια του εἶναι τὸ ὅλον τοῦ ἔρωτος.

Ὁ ἔρως αὐτός ἐστιν ἡ ἀγάπη, γέγραπται δὲ ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί. Ποιό τὸ ἐστὶ καὶ ποιό τὸ νοεῖται ξεχωρίζει μὲ τὴν αἴσθηση, ὅπως ἡ φλόγα ἀπὸ τὴν ἀνταύγεια. Ἄμεση πείρα θερμότητας, ψηλαφητῆς ζεστασιᾶς. Καὶ τότε ἡ γλώσσα ρέει τὴν ἀποκάλυψη : Αὐτὸς ὁ πάντων αἴτιος…δι᾿ ὑπερβολὴν τῆς ἐρωτικῆς ἀγαθότητος ἔξω ἑαυτοῦ γίνεται… καὶ οἷον ἀγαπήσει καὶ ἔρωτι θέλγεται. Καὶ ἐκ τοῦ ὑπὲρ πάντα καὶ πάντων ἐξῃρημένου πρὸς τὸ ἐν πᾶσι κατάγεται κατ᾿ ἐκστατικὴν ὑπερούσιον δύναμιν ἀνεκφοίτητον ἑαυτοῦ.

Ἂν ὁ Θεὸς καὶ γνωρίζεται καὶ εἶναι μὲ τὸν τρόπο τοῦ ἔρωτα, τότε μόνο μὲ τὸ κλειδὶ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀποκρυπτογραφοῦμε τὴν ἀλήθεια τοῦ τροπικὰ ἀπείρου. Ὅμως ὁ τρόπος τοῦ ἔρωτα εἶναι ἡ πιὸ δύσβατη στὴν ἀναρρίχηση κορυφή. Σὲ κάθε βῆμα λοχμώδεις ἀνάγκες σωματικῆς ἡδονῆς, χρήσης τοῦ ἄλλου, ὑπόγειοι μυκηθμοὶ τυφλῆς ἐπιθυμίας. Διαθλᾶται τὸ πραγματικὸ σὲ πλανερὲς ἀνταύγειες, χάνεται ὁ βηματισμὸς στὴ σύγχυση τοῦ τρόπου τῆς φύσης μὲ τὸν τρόπο τοῦ ἔρωτα.

Λέμε ἄσκηση, στὴ γλώσσα τῆς ζωτικῆς ἀποκάλυψης, ὄχι τὴν ἀτομοκεντρικὴ γυμναστικὴ χαλιναγώγησης τῆς ὁρμῆς, ἀλλὰ τὸν καθημερινὸ βηματισμὸ στὴν αὐτοπαραίτηση καὶ αὐτοπροσφορά. Ὄχι νὰ ἀναιρεθεῖ ἡ φύση, ἀλλὰ νὰ μεταλλάξει ὁ τρόπος ποὺ ὑπάρχει ἡ φύση. Κι ἡ μεταλλαγὴ δὲν καλύπτεται μὲ μόνη τὴ σκιώδη ὁριοθέτηση τῆς ἐπιθυμίας ἀπὸ τὴ νομιμότητα.

Παράδειγμα, ὁ χειρισμὸς τῆς μοιχείας στὰ εὖ-αγγέλια: Δὲν ἐνδιαφέρει ἡ νομικὴ παράβαση, ἡ προσβολὴ τοῦ φυσικοῦ θεσμοῦ τοῦ γάμου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀποδοκιμάζεται ὄχι τὸ συντελεσμένο στὴν κωδικὴ προσδιοριστία του γεγονός, ἀλλὰ τὸ πρῶτο φυτράδι ποὺ ξεπετάγεται στὸ αὐλάκι τῆς ἐπιθυμίας, τὸ σπέρμα τῆς ἰδιοποίησης: Ἐγὼ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα εἰς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτῆς, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ (Ματθ, 5,28). Καὶ στὴν εὐκολία τῆς διάζευξης ποὺ εἶχε παραχωρήσει τῶν Ἑβραίων ὁ νόμος, δὲν ἀντιτάσσεται μιὰ ἄλλη, ἀπαγορευτικὴ τώρα ἀπόφαση, ἀλλὰ ἡ ὑποτύπωση τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς στὴ βίβλο τῆς Γένεσης: Ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν (2,24). Αὐτὴ τὴ μία σάρκα συνέζευξεν ὁ Θεός, αὐτὸς ἔσπειρε στὴ φύση τὴν εἰκόνα τῆς ὄντως κοινωνίας τῶν ὑποστάσεων.


15. ΙΜΙΤΑΤΙΟΝ

Ὅλη καλὴ εἶ πλησίον μου
καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί.

ΟΛΗ ΚΑΛΗ ἡ ὁμόζυγος φύση, πλησίον ὡς ἔγγιστα τῆς ζωῆς. Ἐμὴ καὶ οὐκ ἐμή, ἐγγύτατη καὶ ἀπώτατη ἀμεσότητα. Καὶ πάντοτε ἀνυπότακτη στὴν παγίωση τῆς περιγραπτῆς σταθερᾶς. Σημεῖο τοῦ γιγνομένου ἡ φύση, λέξη συναγωγὸς τοῦ τρόπου. Ὁ τρόπος λόγος τοῦ κάλλους, κλήση δριμεία τοῦ πόθου τῆς σχέσης. Ἡ κλήση ἁπτή, ἡ σχέση ἀναφής. Ἁπτὴ ἀπόσταση καὶ ἀναφὴς ἐγγύτητα, ὅπως στὴ σμαραγδένια διαύγεια τῆς ὄχθης καὶ στὸ βαθυκύανο ἀχανὲς τοῦ ἀπωτάτου. Ἀμεσότητα ἄψαυστη ὅσο ἡ γοητεία τοῦ χαμόγελου.

Κορμὶ τῆς γῆς, θάμβος τοῦ λόγου τῆς φύσης, κι ἡ κλήση τοῦ συμπαντικοῦ θάμβους ἁπτὴ στὴν ἀνθρώπινη σάρκα. Χλοερὴ καμπυλότητα λόφων, ροδοπέταλη ἁπαλότητα κυμματισμῶν τῆς σάρκας. Ρυθμοὶ αἰγιαλῶν, κοντυλογραμμένοι ὁρμίσκοι, ζωντανὴ ἀνατριχίλα στὸ φλούδι ὥριμου καρποῦ. Ρέουν τὰ δάχτυλα στὸ βηματισμὸ τῆς κορασίδας, φλοῖσβος τοῦ διάφανου νεροῦ ποὺ τροχάζει στὴν ἄμμο. Οἱ κνῆμες, τορνευτὲς στὸ ἀλάβαστρο, ἀνεβαίνουν ἀτέλειωτα νὰ χυθοῦν στὴν κρουστὴ σάρκα τῶν κρίνων. Δίδυμα δορκάδας τὰ στήθη της, ὅλη ἡ τρυφεράδα τῶν ἀνθῶν ἐκεῖ νὰ ἀσπαίρει, κι ὁ ὕπερος τῶν θηλῶν της κερνάει τὴ μέθη. Ὁ τράχηλος μίσχος στητός, τὰ μαλλιά της κοπάδι ρίφια ποὺ ροβολᾶνε τὶς πλαγιές. Τὸ χαμόγελο φῶς τῆς πρώτης αὐγῆς, τὰ μάτια οὐρανὸς ἀνοιξιάτικος στὴ διαφάνεια τῆς λίμνης.

Μέθη τῆς ἄνοιξης ποὺ παλαβώνει τὰ ζούδια στοὺς κάλυκες τῶν λουλουδιῶν. Ριπὲς βοριᾶ, πνοὲς νοτιὰ στοὺς μεθυσμένους κλώνους τοῦ κορμιοῦ, ἀναβουίζει τὸ τραγούδι τῆς θάλασσας στὴν ἥβη τῶν ἐσώτατων κρίνων. Φύση στὸ τάνυσμα τοῦ πόθου.

Ἡ φύση τοῦ κόσμου ἦταν πιὰ συντελεσμένο μελῴδημα, συμπαντικὸ ἀπαύγασμα τῆς συνεκτικῆς φορᾶς τοῦ πόθου, τῆς κλήσης στὴν ἐρωτικὴ ἀμεσότητα. Κι ὁ τρόπος τῆς φύσης ἔνσαρκος λόγος στὴ διάκριση τῶν ἀνθρώπων σὲ ἄρρεν καὶ θῆλυ. Τότε εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν (Γεν. 1,31).

Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι καλὴ λίαν ἡ φύση, ὅταν περικλείνει τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ θανάτου; Μὰ εἶναι ἴδιο τὸ ἐρώτημα καὶ γιὰ τὸ φῶς: Περικλείνει ἄραγε τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ σκότους, ἢ τὸ σκοτάδι εἶναι μόνο ἄρνηση, ἑκούσια ἀποκρυβὴ ἀπὸ τὴ ζωτικὴ φωταγωγία; Στὸν αὐλὸ τῆς φύσης δὲν μελῳδεῖται αὐτοματικὰ ἡ ζωή, μπορεῖ νὰ θρηνωδεῖται καὶ ὁ θάνατος. Εἶναι στὴν ἐλευθερία τοῦ αὐλητῆ ἡ χρήση καὶ ὁ τρόπος.

Ἡ φύση, μελῴδημα ἐρωτικὸ τοῦ Πρωτομάστορα, ἦταν καὶ εἶναι θαυμαστὸ ἀπήχημα τῆς ζωῆς. Κτιστὸ μελῴδημα, ἱκανὸ νὰ ἀπηχήσει τὸν τρόπο τοῦ ἀκτίστου, τὴν ἀπερίσταλτη ζωή. Ἀλλὰ καὶ ἱκανὸ νὰ ἀντιφωνήσει τὸν τρόπο τοῦ θανάτου, τὴν περατὴ αὐτάρκεια τοῦ κτιστοῦ.

Ἐγὼ εἶπα· θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ Ὑψίστου πάντες· ὑμεῖς δὲ ὡς ἄνθρωποι ἀποθνήσκετε (Ψαλμ. 81,6). Ναί, αὐτὸ ποὺ εἴμαστε τὸ ἀγνοοῦμε, ξέρουμε μόνο τὸ γίγνεσθαι τῆς φυσικῆς μας φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Ἁπτὸ καὶ σίγουρο μόνο αὐτὸ ποὺ ἀπωθοῦμε, ἀπρόσιτο καὶ ἄπιαστο αὐτὸ ποὺ ποθοῦμε. Ἡ ἀθανασία φαντασιῶδες ἰδεολόγημα, ἢ ἐπιθυμία μόνο καὶ ἄσαρκη ἐλπίδα. Ἀλλὰ πόσο ξέρουμε πραγματικὰ τὰ ὅρια τῆς φύσης καὶ τῆς χάρης, τὸν διασκελισμὸ τῆς ζωῆς πέρα ἀπὸ τὸ γίγνεσθαι τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου;

Ἂν ἡ ὑποταγὴ τῆς φύσης στὴ θνητότητα εἶναι δυνατότητα κι ὄχι ἀναγκαιότητα, ἂν εἶναι πρόκριμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, τότε ἡ ἐλευθεοία εἶναι ἔκπληξη πιὸ θαυμαστὴ κι ἀπὸ τὴ φύση. Μὲ τὴ φύση χαρίζεται στὸν ἄνθρωπο ἡ ὕπαρξη, μὲ τὴν ἐλευθερία ἡ δυνατότητα νὰ τὴν ἀρνηθεῖ. Νὰ πεῖ ὄχι στὸ δῶρο καὶ στὸν Δωρητή. Ἂν ἔτσι συμβαίνει πραγματικά, τότε ἡ ἐλευθερία σαρκώνει τὸν ἀπόλυτο σεβασμὸ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ πλάσμα του. Ἕναν ἰλιγγιώδη γιὰ τὴ σκέψη σεβασμό. Μέτρο συγκλονιστικὸ μιᾶς ἀγάπης ποὺ μόνο ὑποτάσσεται στὸν ἀγαπώμενο, χωρὶς ποτὲ νὰ τὸν ὑποτάσσει.

Ἴλιγγος γιὰ τὴ σκέψη ἡ φύση ὑποκείμενη στὴν ἐλευθερία, ἡ ἐλευθερία μέτρο ἄμετρου σεβασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Πόσο πραγματικὸς εἶναι αὐτὸς ὁ παρήγορος ἴλιγγος; Ὅσο καὶ ἡ γεωμετρία τοῦ καμπύλου χώρου σὲ σχέση μὲ τὴν ἐμπειρικὰ ψηλαφητὴ εὐκλείδεια. Ἐμπειρικὴ ἄγνοια ἴσως πιὸ ἀποκαλυπτικὴ κι ἀπὸ τὴν αἰσθητὴ ἀμεσότητα.

Ξέρουμε τὴν εὐκλείδεια φύση μας θνητή, τὴν ξέρουμε αὐτονομημένη ἀπὸ τὴν ὅποια θέληση καὶ ἐλευθερία μας. Ὁρμὴ τῆς αὐτοσυντήρησης, τῆς διαιώνισης, τῆς κυριαρχίας: τρίγωνο βλάστημα τῆς φύσης ἀνεξέλεγκτο, καὶ τὸ ἄθροισμα τῶν γωνιῶν του πάντοτε θάνατος. Ὃ γὰρ κατεργάζομαι οὐ γινώσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ᾿ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ… Οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοί, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν… Βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου (Ρωμ. 7,15-25).

Ὁ νοῦς -τὸ βαθύτερο ἐγὼ ἢ ἡ ψυχή μας- νομὴ ἐλευθερίας, γεννήτωρ ἀπύθμενος τοῦ τροπικὰ ἀπολύτου. Καὶ κάθε πτυχὴ τοῦ κορμιοῦ μας ἔρεισμα προκαθορισμένης ἀνταρσίας, ἀπαίτηση ἀδυσώπητη αἰχμαλωσίας στὴν ἀνάγκη. Ἀνειρήνευτη σχιζοείδεια, ἀσυμβίβαστη διεκδίκηση τοῦ ὅλου κάθε φορὰ ἀπὸ τὸν μισὸ ἑαυτό μας.

Ὡραῖος εἰς βρῶσιν καὶ ἀρεστὸς τοῖς ὀφθαλμοῖς ὁ νυμφαγωγὸς τῆς ἐπιθυμίας καρπός. Ζωτικὴ κλήση ἑνωτικῆς σχέσης, συν-ουσίας μὲ τὴ σάρκα τῶν ἀνθῶν, τοὺς χυμοὺς γλαυκῆς ὀπώρας, τὸ χλωρὸν δέμας ἐρωμένης νεότητας. Ἡ μισή μου ἀλήθεια. Κι ἡ ἄλλη μισή, ἄτεγκτη ἀνταρσία τῆς ἐπιθυμίας ἐπενδυμένη στὴν κτητικὴ ἀπαίτηση, στὴν ἄρνηση τῆς σχέσης.

Πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον (1 Τιμοθ. 4,4). Θετικὴ ἀπόκριση στὴν κλήση τοῦ κάλλους ἡ εὐχαριστία, ὁρίζει τὸ καλό, τὴν εὐστοχία τῆς κλήσης. Εὐγνώμονη πρόσληψη τοῦ δώρου, ἔμπρακτη σχέση μὲ τὸν δωρητή, καὶ κάθε, μὰ κάθε αἴτιο τῆς σχέσης καλόν. Κάλλος τῆς ζωῆς ἡ σχέση, μέτρο καὶ μήτρα τοῦ κάλλους ἡ εὐχαριστία.

Τὸ καινοφανὲς ποὺ κομίζει ἡ χριστιανικὴ ἀποκάλυψη: Νὰ μεταποιεῖται σὲ προσωπικὴ σχέση ἀκόμα κι ἡ φυσικὴ ἄρνηση τῆς σχέσης. Ἔρωτος ἄθλημα. Προσαγωγὴ τοῦ θανάτου στὴν κλήση τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἐρωτικὴ προσαγωγή. Ὃ ἔχω, τοῦτό σοι δίδωμι. Ἔχω μόνο θάνατο, τὸ μόνο ποὺ ὑπαρκτικὰ κατέχω. Αὐτὸ καὶ προσφέρω μετὰ εὐχαριστίας. Ἡ εὐχαριστία εἶναι γιὰ τὴν κλήση καὶ γιατὶ ὑπάρχει ὁ καλῶν. Γι᾿ αὐτὸ ποὺ εἶναι καὶ μόνο. Ἐρώμενος καὶ ἐραστὴς τοῦ θνητοῦ ἐρωτικοῦ μου ἐνεργήματος. Ἡ κλήση του ἀθανατίζει τὴν προσωπική μου ἀνταπόκριση. Ὅσο καλεῖ ὁ Ἐραστής, ὑπάρχει ὁ ἐρώμενος ὡς ἀμοιβαίως ἐρῶν. Ὅσο – σὲ ἄμετρο παρόν. Μόνον αὐγὴ παρουσίας ὁ ἀνιστῶν τοὺς νεκρούς. Μόνο γέννα ἀνάστασης ὁ ἔρωτας.

Ἡ φύση ἀπαιτεῖ σωτηρία, ὁ ἔρωτας ἐπενδύει στὴν ἀμοιβαιότητα. Νὰ ὑπάρχει ὁ Ἐραστής, ἡ ζωοποιὸς νεύση τοῦ κάλλους. Ἡ ἀπαίτηση τῆς φύσης ἀρνεῖται τὴ σχέση, ὁ ἔρωτας μεταποιεῖ καὶ τὴ φυσικὴ ἄρνηση σὲ προσωπικὴ αὐτοπροσφορά. Δέχεται μετὰ ἡδονῆς τὴν ταπείνωσιν τῆς φύσεώς του. Ἡδονικὴ ἐγκατάλειψη στὴν ἀμετρία τῆς ἀμοιβαιότητας.

Κλήση τοῦ κάλλους, ἀλφαβητάρι τῆς ζωῆς στὸν συλλαβισμὸ τῆς εὐχαριστίας. Δὲν εἶναι φάντασμα ἡ κλήση, σπέρνεται στὴ σάρκα τῆς φύσης τὴν ἀβυσσοτόκο τοῦ πόθου. Πόθος ἀθανασίας καὶ σμίγει τὴν κλήση τῆς ἀμοιβαιότητας, νὰ γεννηθεῖ ὁ ἔρωτας. Τότε καὶ μόνο μετατίθεται ἡ ζωὴ ἀπὸ τὴ φύση στὴ σχέση.

Πηγή : . . .

https://syndesmos1971.wordpress.com/