Τετάρτη, 7 Απριλίου 2021

Χρήστου Γιανναρᾶ : ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ (Μέρος 4/4)

 

Περιεχόμενα

16. Interlude
17. Dissonantia
18. Conclusion sur pédale de dominante
19. Te Deum
20. Γλωσσάρι

16. INTERLUDΕ

Ἐξέλθατε καὶ ἴδετε
ἐν τῷ βασιλεῖ Σαλωμών,
ἐν τῷ στεφάνῳ
ᾧ ἐστεφάνωσεν αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ
ἐν ἡμέρᾳ νυμφεύσεως αὐτοῦ,
ἐν ἡμέρᾳ εὐφροσύνης καρδίας αὐτοῦ.

ΕΞΕΛΘΑΤΕ καὶ ἴδετε: Πρώτη ἡ ἔξοδος, προϋπόθεση τῆς θέας. Δίχως νὰ δρασκελίσεις τὸ κατώφλι τοῦ οἰκείου καὶ ἀσφαλοῦς, δίχως ἀπόσταση ἀπὸ τὴν ἔνδον αὐτάρκεια, τὸ ὁρώμενο διαθλᾶται σὲ φαντασιώδη ἀπεικάσματα. Ἡ βασιλεία καὶ ὁ στέφανος, ἡ ἡμέρα κι ἡ μητέρα, ἡ εὐφροσύνη καὶ ὁ νυμφώνας, μένουν ἰδεατὰ περιγράμματα τοῦ αἰσθήματος, ἂν λείψει ἡ τόλμη τῆς ἐξόδου στὴ σχέση μὲ τὸ πραγματικό.

Ὀντολογία, λέμε τὸν λόγο ἢ τὸ ἐρώτημα γιὰ τὸ πραγματικό, τὸ βῆμα ἐξόδου στὴ διακινδύνευση τῆς σχέσης. Ψυχολογία, λέμε τὴν ἐγκύστωση στὴν ἐνδογενὴ αὐτάρκεια τοῦ ψυχικοῦ βιώματος. Ἔτσι νιώθω, ἔτσι αἰσθάνομαι, καὶ μοῦ ἀρκεῖ. Τὸ ὑποκειμενικὸ βίωμα ἐξαντλεῖ τὴ θέα, ἐντοπίζει τὸ ἐπιστητὸ στὰ ὅρια τοῦ αἰσθήματος. Ἔτσι νιώθω ἐγὼ τὸν Θεό, ἔτσι αἰσθάνομαι τὸν ἔρωτα, τὴν ἐλευθερία. Ἀντιπαρέρχομαι τὸν λόγο ἢ τὸ ἐρώτημα γιὰ τὸ πραγματικό, ἰδιωτεύω στὴν αἰσθηματικὴ αὐτάρκεια.

Πολιτισμὸς ποὺ ξορκίζει τὴν ἀτολμία ὀνομάζοντας «ἐπιστήμη» τοῦ πραγματικοῦ τὴν κωδικὴ μεθοδικότητα περιγραφῆς τῶν φαινομένων. Ἔγκαιρα παραιτημένος ἀπὸ τὸ ὀντολογικὸ ἐρώτημα, δίχως τὴν τόλμη τῆς ἐξόδου στὴ σχέση, ὑποκαθιστᾶ τὴν ὀντολογία μὲ τὴν ψυχολογία. Ὁ σημερινὸς πολιτισμός, ὁ δικός μας τρόπος τοῦ βίου.

Ξόβεργα τοῦ αἰσθήματος, καὶ θηρεύει προτιμήσεις, τὶς παγιδεύει στὴν ἀκινησία τῶν «πεποιθήσεων». Φτεροκοπάει ἀνώφελα ἡ λογικὴ τῶν προτιμήσεων, δίχως νὰ κοινωνεῖ τὴν τεκμηρίωση τῶν ἐπιλογῶν της. Αἰσθηματικὴ βουλιμία καταναλωτικῆς «πληροφόρησης», εὐωχίας ἐντυπώσεων. Οἱ ἐντυπώσεις χτίζουν ἀπόψεις, οἱ προτιμήσεις πίστη. Πάντα παγιδευμένες στὸ αἴσθημα.

Ἰδεολογικὲς στρατεύσεις, πολιτικὲς ἐπιλογές, θρησκευτικὲς πεποιθήσεις, δόγματα ἠθικῆς, κανόνες εὐσέβειας, λατρευτικὲς τυποποιΐες. Γεννήματα ἐνδοσκοπικῆς αὐτάρκειας, θεριεύουν στὴν ἀνυποψίαστη παράκαμψη τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ πραγματικοῦ, στὴν ἀποφυγὴ τοῦ ἀθλήματος ἐξόδου στὴν ἐνηλικίωση, στὶς εὐθύνες τῆς σχέσης. Ἡ βασιλεία καὶ ὁ στέφανος, ἡ εὐφροσύνη κι ὁ νυμφώνας, σηματοδοτοῦσαν κάποτε τὴν ἔξοδο στὴν κατεξοχὴν σχέση τὴ γαμήλια ἕνωση. Ἡ ἀρχέτυπη εἰκόνα τοῦ γάμου πάντοτε εἰκόνα χαρᾶς, εὐφρόσυνης γιορτῆς. Χαρὰ καὶ γιορτὴ τοῦ ἀπόπλου γιὰ τὴ σπουδὴ τοῦ πραγματικοῦ, τὴν κοινωνικὴ περιπέτεια: Ἀπογαλακτισμὸς ἀπὸ τὴ γονικὴ προστασία, ἐγχείρημα συζυγίας, προσδοκία ἀνθοφορίας τοῦ πόθου, εὐθύνες βιοπορισμοῦ, ἀναμονὴ τῆς ἔκπληξης νὰ ροδαμίζουν παιδιὰ ἀπὸ τὴ σάρκα τοῦ ἔρωτα. Ἡ ἀρχέτυπη εἰκόνα τοῦ γάμου, πάντοτε ἐπένδυση τῆς χαρᾶς στὴν ἐλπίδα.

Αἰῶνες πολλοὺς ἡ γαμήλια ἔξοδος στὸν κοινωνικὸ στίβο ἦταν ἁφὴ τριβῆς στὴν τραχειὰ ἀμεσότητα τῆς βιοτῆς, δίχως πολλὰ περιθώρια μετεωρισμοῦ στὸ λίκνισμα τῶν αἰσθημάτων. Ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν ἐπιβίωση σκληρός, ὁ μόχθος ἀντιπάλευε τὴ στέρηση, ἡ πρακτικὴ τὴν ἀνάγκη. Ἡ ἀντίσταση τῆς φύσης στὴ χρήση ἔκανε τὴ σχέση ἄθλημα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν κοινωνία τῶν σχέσεων πραγματική. Ἡ προίκα τῆς γυναίκας, τὸ ἐπάγγελμα ἢ τὰ χτήματα τοῦ ἄντρα, τὰ πολλὰ παιδιὰ ποὺ ἀνακουφίζουν τὸ τάνυσμα τῆς βιοπάλης: χειροπιαστὰ δεδομένα τῆς ἀνάγκης, πέρα ἀπὸ αἰσθηματικὲς ἐπιλογές. Τὸ ἴδιο κι οἱ ἐπενδύσεις τῆς χαρᾶς ἁπτές: Τὸ νοικοκυριὸ στημένο στὸ ρυθμὸ τῆς σταθερῆς σιγουριᾶς, ἡ φαμίλια διευρυμένη στὴν ἀγκαλιὰ τῆς συγγένειας, ἡ κοινωνικὴ ἀναγνώριση τῶν χαρισμάτων καὶ τῆς ἀρετῆς, ἡ εὐωχία τοῦ κορμιοῦ νὰ σπέρνει τὴ ζωὴ καὶ νὰ τὴν βλέπεις νὰ βλασταίνει ὁλόγυρά σου.

Στὸν πολιτισμὸ τῆς ἀτολμίας πλήθυναν οἱ ἐξασφαλίσεις. Παραδομένες οἱ ἀντιστάσεις τῆς φύσης στὴν εὐκολία τῆς τεχνικῆς, λιγοστὸς ὁ μόχθος τοῦ κορμιοῦ ἢ ἀνύπαρκτος. Ὁ βιοπορισμὸς εὔκοπος, προσιτὸς καὶ στὴ μοναχικὴ γυναίκα, συχνὰ θωρακισμένος στὸ νωχελικὸ ὡράριο. Φυραίνει ὁλοένα ἡ ἀνασφάλεια, πληθαίνουν οἱ συλλογικὲς κατοχυρώσεις, οἱ δεσμοὶ τῆς συγγένειας ὅλο καὶ πιὸ περιττοί. Ἀκόμα καὶ τὸ ἐπάγγελμα δὲν ἐπαγγέλλεται παρὰ τὴν ἰδιωτικὴ συναλλαγή, δίχως εὐθύνες ἔνταξης σὲ κοινωνία σχέσεων: Ἰδιωτικὸ ἐμπόρευμα μὲ ἀνταλλακτικὴ ἀξία ἡ ἐργασία, περιφέρει τὴν ἀπρόσωπη ὑπαγωγή της σὲ μηχανισμοὺς παραγωγῆς. Τελικά, μετρᾶμε τὴν ἴδια τὴ ζωὴ μὲ δεῖχτες παραγωγῆς καὶ κατανάλωσης. Ἡ ζωὴ στενεύει, κλείνεται στὴ μοναξιὰ τοῦ ἰδιώτη, στὴν ἀτομικὴ ἀκροβασία ἀπολαβῶν καὶ κατανάλωσης. Τέχνη, θρησκεία, ἔρωτας, ἐλευθερία, ὅλα καταναλώσιμα ἐδώδιμα ὑποκειμενικῶν προτιμήσεων. Κι οἱ προτιμήσεις παγιδευμένες πιὰ στὴ βουλιμία εὐεξίας τοῦ αἰσθήματος.

Ἔτσι, ἡ ἀρχέτυπη εἰκόνα τῆς γαμήλιας γιορτῆς ὅλο καὶ διαθλᾶται παραμορφωτικὰ στὰ ὑδαρὴ περιγράμματα τοῦ αἰσθήματος. Μιὰ ἰδιωτικὴ προτίμηση καὶ ὁ γάμος, χωρὶς ἀπόπλου γιὰ τὴν κοινωνικὴ περιπέτεια, ποικίλλει ἁπλῶς τὴν περιέλιξη στὴν κεντρομόλο εὐωχία τῆς ἀπαίτησης. Τὰ περιθώρια τῆς ἀνάγκης μετριασμένα, ἡ σχέση ἀνένταχτη σὲ σῶμα κοινωνίας, τὸ πεδίο ἐλεύθερο γιὰ τὴν προτεραιότητα ἐπιλεκτικῶν μετεωρισμῶν. Προτεραιότητα τῶν ἀπαιτήσεων κατανόησης, τρυφερότητας, ἀποδοχῆς, σεβασμοῦ τῆς εὐαισθησίας, τῶν διακριτικῶν προτιμήσεων. Εἶναι οἱ καινούργιες ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἰδιωτεύει στὴν αἰσθηματικὴ αὐτάρκεια, στὴν ἀτολμία τῆς σχέσης.

Κορύφωμα τῶν γαμήλιων προσδοκιῶν τοῦ αἰσθήματος, ἡ πληρότητα τοῦ σωματικοῦ ἔρωτα. Νὰ ὑπερβαίνει ἀδιάκοπα ὁ ἔρωτας τὸ βολικὸ τέλμα τῆς συνήθειας, νὰ «προωθεῖ τὴν προσωπικότητα» τοῦ ἀνθρώπου, νὰ τὴν μεταθέτει συνεχῶς σὲ ἐξελικτικὴ ὡρίμανση. Νὰ βεβαιώνει ἀδιάλειπτα τὴν ἀμοιβαιότητα τῆς ἐπιθυμίας, τῆς τρυφερότητας, τὸν συντονισμὸ τῆς εὐαισθησίας. Προδιαγεγραμμένα ὅρια τοῦ ἐπιθυμητοῦ, δίχως ὑποψία γιὰ τὴ χαρὰ τῆς ἐξόδου στὴν περιπέτεια τῆς σχέσης, τῆς σπουδῆς τοῦ πραγματικοῦ.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν οἱ προσδοκίες τοῦ αἰσθήματος δὲν πληροῦνται, καταρρέει αὐτόματα ἡ μετεωρικὴ ἀκροβασία.

Αὐτονόητη λύση ἡ διάλυση. Στὸν πολιτισμὸ τῆς αἰσθηματικῆς βουλιμίας τὸ διαζύγιο εἶναι ἡ θεσμικὴ ἐξισορρόπηση τῆς γαμικῆς ἀκροβασίας. Καὶ ἐχέγγυο τοῦ προδιαγεγραμμένα ἐπιθυμητοῦ, ἡ ἰδιωτικὴ ἑρμητικότητα τῶν ἐρωτικῶν δεσμῶν. Κοινωνικὰ ἀδέσμευτος ὁ ἐρωτικὸς δεσμὸς καὶ κοινωνικὰ ἀνεκτός, πρὶν ἀπὸ τὸν γάμο ἢ ἔξω ἀπὸ τὸν γάμο, εἶναι ἡ αὐτονόητη περιπέτεια τῆς ἐπιλεκτικῆς ἐπιθυμίας. Δρομολογημένη ἡ ἐπιλεκτικὴ ἐλευθερία ἀποδεσμεύει τὴν ἐπιθυμία ἀπὸ κάθε πραγματικὴ ὁριοθέτηση ἀπὸ κάθε ἄθλημα σχέσης.

Σὲ κοινωνίες ποὺ ἡ πολιτισμικὴ μεταλλαγὴ δὲν πρόλαβε νὰ σαρώσει τὰ παραδοσιακὰ ἀπηχήματα, πλῆθος ἀνθρώπων ζοῦν μὲ τραγικὴ ἀμηχανία τὸν ἔγγαμο βίο τους. Μεταθέτουν στὴ θεσμικὴ ἀκινησία τὴν ἰδωτικὴ κατασφάλιση καὶ λαθραιοπραγοῦν τὴν ἐπιλεκτικὴ ἐλευθεριότητα. Περιφέρουν τὸ ψυχολογικό τους ἀνικανοποίητο σὲ διακριτικὲς ἐξωσυζυγικὲς ἐκλιπαρήσεις, περιάγουν τὸ προσωπεῖο τοῦ «θύματος» μήπως κερδίσουν ἐφήμερη κατανόηση καὶ τρυφερότητα.Ἢ αὐτοαποκλείονται περίτρομοι ἀκόμα κι ἀπὸ τὴν ἀδέσμευτη περιαγωγή, μεταθέτοντας τὴν ἀπωθημένη ἐπιθυμία στὴ λεκτικὴ ἐλευθεριότητα ἢ στὴν -ἔντυπη καὶ κινημοτογραφικὴ- ὀφθαλμολαγνεία.

Θετικὸ γιὰ τὴ νοσταλγία τῆς τόλμης ἀποτέλεσμα: Ἡ βαθιὰ ἄροση κι ἀνάσκαψη, ποὺ τὴ λέμε πολιτισμικὴ μεταλλαγή, γύμνωσε ὣς τὰ ἔγκατα τὴν ἀνεπάρκεια τόσο τῆς ἰδιωτικῆς κατασφάλισης στὸν φυσικὸ θεσμό, ὅσο καὶ τῆς μετεωρικῆς ἀκροβασίας στὴν κόψη τοῦ αἰσθήματος. Τρελὸ ἀνεμοσκόρπισμα ὁ θεσμός, πληθωρικὰ σαρίδια τὰ ράκη τῆς διάλυσης, στατιστικὰ μετρημένα. Καὶ σάπια τὰ θέλγητρα τῶν ἐπιλεκτικῶν μετεωρισμῶν, τὰ ἴδια τὰ αἰσθήματα καταπροδομένα. Δὲν στεριώνεται ζωὴ στὸ νῆμα τῆς ἰσόρροπης ἰδιοτέλειας, ἔστω κι ἂν τὸ νῆμα καλλιγράφει μὲ νομικοὺς ἀφορισμοὺς τὸν θεσμό, ἢ ἂν προκαλεῖ στὸ τάνυσμα τῆς αἰσθηματικῆς εὐωχίας.

Ὑπηρετικὴ τῆς φύσης ἡ θρησκεία, γαντζώνεται ἀπεγνωσμένα μήπως καὶ ναυαγοσωθεῖ ἡ ἴδια ἀπὸ τὸν θεσμό. Ἐπιδαψιλεύει ἐπευλογίες στὴ νομικὴ «συγκλήρωσιν βίου παντός», παίζει μανιασμένα τὴν παρτίδα τῆς φύσης ἀπαιτώντας ὑποταγὴ στὴ διαιώνιση τοῦ εἴδους, στὴ βιολογικὴ ἀναγκαιότητα τῆς ἀναπαραγωγῆς. Δὲν ἐνδιαφέρθηκε ποτέ, οὔτε ἐξέτασε ἡ θρησκεία τὰ κίνητρα τῆς γαμικῆς ἕνωσης. Ἂν εἶναι ἔρωτας, ἂν εἶναι οἰκονομικὸ ἀλισβερίσι, ἂν εἶναι ὑστεροβουλία ἀνόδου καὶ προβολῆς, φαρμακωμένη ὑποταγὴ στὴ γονικὴ αὐθαιρεσία. Ὁ γάμος εὐλογεῖται στὰ τυφλά, μὲ καταργημένα τὰ μάτια μπροστὰ στὴ ζωή, μόνο μὲ τὴν ψηλαφητὴ μεζούρα τῶν νομικῶν προϋποθέσεων. Πληθώρα κανόνων καὶ κωδικῶν διατάξεων μηρυκάζουν σχολαστικὰ τὶς προϋποθέσεις.

Μέσα στοὺς αἰῶνες ἡ θρησκευτικὴ ἐπευλογία νομιμοποιεῖ καὶ δικαιώνει ἐξαναγκαστικὲς συμβιώσεις, ταπεινωτικὲς ἐξαρτήσεις, οἰκονομικὲς ἀνταλλαγὲς καὶ ἐπιχειρηματικὲς συμφωνίες, στυγνὲς ἀγοραπωλησίες ἀνθρώπινων ὑπάρξεων, ντυμένες τὴν ἐπίφαση τῆς γαμικῆς ἕνωσης. Οἱ κανόνες τηροῦνται, τὸ νομικὸ πλαίσιο δὲν παραβιάζεται. Καὶ πίσω ἀπὸ τὴν ἄψογη ἐπίφαση μορφάζει σπαραχτικὰ ἡ θηριωδία τῆς ἐκμετάλλευσης, τῶν ψυχρῶν βιασμῶν, ἢ τὸ τέλμα τῆς συμβατικῆς ἀνοχῆς, ἡ πιὸ ἐξαθλιωτικὴ μοναξιά.

Σίγουρα, στὴ θρησκευτικὴ κατοχύρωση τοῦ φυσικοῦ θεσμοῦ ἐπενδύεται καὶ κάποια φιλάνθρωπη στοργὴ γιὰ τὴν ἀνεπάρκεια καὶ ἀδυναμία μας. Ἄνθρωποι εὔθραυστοι, ἀδύναμοι γιὰ νὰ συντηρηθοῦν μόνοι στὴ ζωή, ἢ ἀδέξιοι στὶς κοινωνικὲς σχέσεις, ἀδικημένοι σὲ κάθε μορφὴ ἀνταγωνισμοῦ ἢ στὴ σωματική τους ἐμφάνιση, βρίσκουν στὸν συμβατικὸ γάμο ἕνα παρήγορο καταφύγιο, κάποιο ἀντίδοτο στὴ μοναξιά, μιὰ προστασία.

Οὔτε μπορεῖ νὰ παραβλέψει κανεὶς ὅτι ἀκόμα κι ἡ ἔρημος ὑδροχαρεῖ κάποτε κι ἀνθοφορεῖ ἀπρόβλεπτα κρίνα. Ἀκόμα καὶ στὴν πιὸ ἀπροκάλυπτη σύμβαση μπορεῖ ἀνεπαίσθητα νὰ γεννηθεῖ -σταλαχτίτης σταλαγμίτης- ἡ ἀμοιβαία καὶ αὐθόρμητη πιστότητα, ἡ διακριτικὴ καὶ νηφάλια τρυφερότητα, τελικὰ ὁ ἔρωτας ἑκατόφυλλο ρόδο εὐφρόσυνης αὐτοπροσφορᾶς. Ὅπως καὶ τὸ ἀντίθετο, ποὺ συχνὰ ψηλαφοῦμε μέσα στὴ ζωή: Ἐρωτικὰ ξεκινήματα, μὲ ἀμοιβαία τὴ μέθη τῆς συναρπαστικῆς γοητείας, νὰ μαραίνονται μὲ τὸν καιρὸ καὶ νὰ λιμνάζουν στὴν ἀνομολόγητη σταχτερὴ συμβατικότητα.

Τρία λευκὰ λεόπαρδα, ποὺ λέει κι ὁ ποιητής, φωλιασμένα στὰ σκέλη, στὴν καρδιὰ καὶ στὸ συκώτι, χορτασμένα μὲ τὴ σάρκα μας. Ἀδηφαγία τῆς ὁρμῆς, τῆς ἀνασφάλειας καὶ τοῦ αἰσθήματος, στεγνώνει τὴ ζωὴ ὣς τὸ μεδούλι, καὶ τὰ ὑπολείμματα τῆς ὕπαρξης ὀστέα ξηρά. Υἱὲ ἀνθρώπου, εἰ ζήσεται τὰ ὀστέα ταῦτα; Θὰ ξαναζωντανέψουν ἄραγε οἱ χυμοὶ τοῦ ἔρωτα στὴν ἀποστεωμένη ἀδηφαγία τῆς αὐτάρκειας, θὰ ξανανθίσει τὸ «μυστήριο» στὸν πολιτισμὸ τῆς ἀτολμίας; Ἡ Δέσποινα τῶν κρίνων, ἡ Ἐκκλησία τῶν ἀποκαλύψεων τῆς ζωῆς κυνηγημένη στὴν ἔρημο, κι ὁ ἀπόηχος τοῦ λόγου της, κυκλόθεν κύκλῳ, ὀστέα ξηρὰ ἰδεολογημάτων, αἰσθηματικῶν «πεποιθήσεων», νεκρῆς ἠθικολογίας.

Ὁ ἐρημικὸς λόγος τῶν ἀποκαλύψεων τῆς ζωῆς ἀναγνωρίζει στὸν φυσικὸ θεσμὸ τοῦ γάμου τὸν τρὁπο τοῦ θανάτου. Καὶ εὐαγγελίζεται τὴ νίκη καταπάνω στὸν θάνατο: Τὴ μετάθεση τῆς φύσης στὴ σχέση, τοῦ γάμου στὸν ἔρωτα. Ἀναστάσιμες σπιλιάδες στὸ νεκρὸ πεδίο, ἄγγελμα ἐλπίδας. Ἰδοὺ ἐγὼ φέρω ἐφ᾿ ὑμᾶς πνεῦμα ζωῆς, καὶ δώσω ἐφ᾿ ὑμᾶς νεῦρα, καὶ ἀνάξω ἐφ᾿ ὑμᾶς σάρκα, καὶ ἐκτενῶ ἐφ᾿ ὑμᾶς δέρμα, καὶ δώσω πνεῦμα μου ἐφ᾽ ὑμᾶς, καὶ ζήσεσθε.

Τὴν ἔξοδο στὴ θέα τοῦ πραγματικοῦ ἡ Ἐκκλησία τὴν ὀνομάζει μυστήριο. Καμιὰ σχέση μὲ τὴ θρησκευτικὴ ἐπευλογία τοῦ φυσικοῦ θεσμοῦ, τὴ νομιμοποίηση τῆς γενετήσιας σχέσης. Τὸ μυστήριο εἶναι μύηση στὴν ἀμεσότητα τῆς ἐλπίδας, ἀπόπλους στὴ χάρη τῆς χειραγώγησης γιὰ τὴν ψηλάφηση τῆς ζωῆς. Οἱ λέξεις δὲν τὸ ἐξαντλοῦν, ἡ αἰσθητὴ περιγραφὴ τὸ ἐγκαταλείπει ἀνυπότακτο.

Χειραγωγὸς στὴ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ θάνατος, ὁ φυσικὸς θεσμὸς δὲν ἐπαρκεῖ γιὰ πλοηγὸς στὸν ἔρωτα. Ἡ ψηλάφηση τῆς ζωῆς εἶναι μυστήριο χάρης, δώρημα ἐγκατάλειψης στὸν μανικὸ Ἐραστὴ τὸν ἐγείροντα τοὺς νεκρούς. Μιλᾶμε γιὰ τὸ μυστήριο καταχρηστικά, νυχοπατώντας στὴν κόψη τῆς φύσης καὶ τῆς σχέσης, τοῦ θνητοῦ καὶ τῆς χάρης.

«Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τά ᾽βλεπαν, κι αὐτοὶ γελοῦσαν». Κι ὅμως οἱ ἴδιοι μιλοῦσαν γιὰ τὴν εὐωδιά, τὴ γλυκύτητα, τὴ μουσική, τὸ χαμόγελο, τὸ φῶς στὸ βλέμμα. Μιλοῦσαν γιὰ τὸ σύμπαν καὶ λέγανε: πεπερασμένο, δίχως καταληκτικὰ ὅρια, ἀπεριόριστα διαστελλόμενο μὲ τὴ γρηγοράδα ποὺ τρέχει τὸ φῶς στὸν μὴ χῶρο, ἀφοῦ χῶρο καὶ χρόνο ὑφαίνει μόνο ἡ παρουσία τῆς ὕλης. Μιλοῦσαν γιὰ δεκαδιάστατο πεδίο, γιὰ τοπολογία ἀόριστη ἀνοιχτὴ στὴν οὐ-τοπία, γιὰ ἀτοπικὴ παρουσία καὶ καμπύλο χωρόχρονο. Καὶ δὲν γελοῦσαν. Μόνο γιὰ τὸ μυστήριο μειδιοῦσαν, μὲ τὴν ἡδονικὴ αὐτάρκεια ἄλλων αἰσθηματικῶν πιὰ πεποιθήσεων.

Τέκνα φωτόμορφα τῆς ζωτικῆς ἐμπειρίας λάμνουν τὴ μαρτυρία τους κόντρα στὴ νεροσυρμὴ αἰώνων ἀτολμίας. Ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν· ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾿ ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ ταῦτα γράφομεν ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρὰ ὑμῶν ᾗ πεπληρωμένη (1 Ἰωάν. 1,2-4). Ναὶ μακάριοι, μόνο γιὰ τὴ χαρὰ λαμνοκοπάει στοὺς αἰῶνες ἡ μαρτυρία σας.

Τὸ μυστήριο διαιωνίζει τὴ χαρὰ τῆς ζωτικῆς ἐμπειρίας. Τὴ μαρτυρία τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς ποὺ νικάει τὸν θάνατο. Ὁ τρόπος ἔνσαρκος στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τρόπος κοινωνίας μὲ τὸν Πατέρα – Γεννήτορα τῆς ὕπαρξης. Ἡ κοινωνία μὲ τὸν Πατέρα δὲν εἶναι κλάσμα σχέσης, εἶναι ὁλόκληρη ἡ ζωή, ὁ τρόπος τῆς κάθε σχέσης. Φανερώνεται στὴν πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης ἀπὸ τὸν Υἱό: Ἠγάπησεν αὐτὴν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς (Ἐφεσ. 5,25). Ἄδειασε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ κάθε ἀπαίτηση ζωῆς καὶ ὕπαρξης ξέχωρης ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ὕπαρξη τῆς φύσης ποὺ προσέλαβε. Ἐκένωσεν ἑαυτὸν (Φιλιπ. 2,7). Ἡ κένωση γιὰ χάρη τῆς φύσης εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ζωτικῆς κοινωνίας μὲ τὸν Πατέρα, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς. Ἡ φύση θνητή, παραδόθηκε κι ὁ ἴδιος στὸ θάνατο. Ἡ μέχρι θανάτου παράδοσή του στοὺς ὅρους τῆς φύσης ἀντιστρέφει τοὺς ὅρους τῆς φύσης, καταργεῖ τὸν θάνατο. Ἡ ὁλοκληρωτική του παραίτηση ἀπὸ κάθε ἀπαίτηση αὐτοζωῆς καὶ αὐθυπαρξίας ἐλευθερώνει τὴ φύση ἀπὸ τὴ θνητὴ αὐτοζωή, τὴν μεταθέτει στὸν τρόπο τῆς ἀθανασίας. Ἀντίδοση τοῦ τρόπου, ἀμετρία τοῦ ἔρωτα. Στὴν ψηλαφητὴ ἐγγύτητα τῆς ἱστορικῆς σάρκας, ὄχι στῆς φαντασίας τὰ ἀκκίσματα. Ὡς ἄνθρωπος ὑπάρχω, οὐσίᾳ οὐ φαντασίᾳ, οὕτω Θεὸς τῷ τρόπῳ τῆς ἀντιδόσεως ἡ φύσις ἡ ἑνωθεῖσά μοι.

Ἔξοδος στὴν ψαύση τῆς ζωῆς τὸ ἐκκλησιαστικὸ μυστήριο τοῦ γάμου. Μυστήριο, γιατὶ εἶναι ἡ χάρη ποὺ χειραγωγεῖ, χάρισμα τῆς ἀντίδοσης. Χειραγωγεῖ ὁ Ἐραστὴς στὴν ὁλοκληρωτικὴ παραίτηση ἀπὸ κάθε ἀπαίτηση. Καὶ τότε ὁ τρόπος τῆς χαρισμένης ζωῆς ἁπτὸς στὴν ἀνθρώπινη γαμικὴ σχέση. Τρόπος τῆς ἀντιδόσεως, ὅπως τὸν σαρκώνει ὁ Χειραγωγός: Οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς… Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε… ὥσπερ ἡ ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ… Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν (Ἐφεσ. 5,22-27,33).

Στὸν πολιτισμὸ τοῦ αἰσθήματος ποὺ θηρεύει προτιμήσεις, τὸ μυστήριο τοῦ ζωηφόρου θανάτου μοιάζει μόνο παραδοξολόγημα. Μιλάει ὁ Παῦλος κι οἱ ἄνθρωποι γελοῦν: ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα. Εἶναι αἰσθηματικὴ πιὰ πεποίθηση ἡ «ἰσότητα τῶν φύλων», τὸ ἀκριβοζύγιασμα δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων, ἡ ἀμοιβαιότητα κάθε εὐθύνης. Δὲν ὑποψιαζόμαστε ὅτι ὁ Παῦλος ζητάει τὸ μεῖζον: Ἐκείνη τὴ σχέση, ὅπου ὁ ἕνας αὐτοπαραδίνεται δίχως φειδὼ καὶ μέτρο, κι ὁ ἄλλος ὑποτάσσεται στὸν παραδινόμενο, μὲ τὸ δέος καὶ τὸν φόβο ποὺ γεννάει ἡ διαχείριση πολύτιμου δώρου. Ποιός νὰ δείξει στὰ καταργημένα μάτια ὅτι κάπου ἐκεῖ, στὸν τρόπο αὐτὸν τῆς σχέσης, ἀληθεύει ὁ ἔρωτας καὶ καταργεῖται ὁ θάνατος.


17. DISSΟΝΑΝΤΙΑ

Ὡς κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν…
δεῦρο νύμφη…
ἀπὸ μανδρῶν λεόντων, ἀπὸ ὀρέων παρδάλεων.

ΕΠΙΔΕΞΙΑ Η ΦΥΣΗ στὴ συμπαιγνία μὲ τὸ ἀσυνείδητο, παίζει τὸ παιχνίδι τῆς ἰδιοτέλειας ἀκόμα καὶ μὲ τὸν τρόπο τῆς ἀρετῆς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὸ στίλβωμα συχνὰ τῆς ἀρετῆς ἰριδίζει παγερὴ βουλιμία ναρκισσικῆς ἀπαίτησης. «Εἶναι ποὺ ξέρει καλὰ ἡ σκύλα ἡ ἡδυπάθεια νὰ ζητιανεύει πνεῦμα, ὅταν τῆς ἀρνοῦνται τὴ σάρκα».

Ἡδυπάθεια τῆς φύσης ντυμένη τὴν οἴηση τῆς ἀρετῆς. Πιὸ σκοτεινὴ κι ἀπὸ τὸν φιδίσιο συρμὸ τοῦ ἐνστίκτου, πιὸ πνιγερὴ κι ἀπὸ τὸν μυκηθμὸ τῆς βιολογικῆς ἀπαίτησης. Παγιδεύει τὴν ἐπιθυμία στὸ νάρθηκα τῆς ἀκοινώνητης αὐτάρκειας, συνθλίβει τὸ ἀγλαὸ τέκνο τῆς ἀνάγκης, τὴν ταπείνωση. Φράζει κάθε δίαυλο στοργῆς, ἡδύνεται στὴ θανατερὴ ἁπλοχωριὰ τῆς ἐγωτικῆς ἐρημίας.

Ἀπόγειο αὐτάρκειας τῆς φύσης ἡ λειτουργία τῆς διαιώνισης. Ἴσως γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ σωματικὴ συνουσία παρέχει τὴ μέγιστη φυσικὴ ἡδονή. Ἀπόγειο αὐτοελέγχου τῆς φύσης ἡ ἀρετή. Ἴσως γι᾿ αὐτὸ καὶ παρέχει τὴν κορυφαία ἡδονὴ ναρκισσικῆς αὐτεγγυότητας.

Τόσο πληρέστερη ἡ ἡδονὴ τῆς ἀρετῆς, ὅσο πιὸ τεκμαρτὸς καὶ μετρητὸς ὁ αὐτοέλεγχος τῆς φύσης. Τόσο εὐκοπότερος ὁ αὐτοέλεγχος, ὅσο πιὸ φανατισμένη ἡ περιφρόνηση τῆς σάρκας. Ἐπιβολὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς θέλησης στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ ἐνστίκτου, ἀντλεῖ τὴν προστακτική της ἀπὸ τὴν ἀπαξίωση τοῦ ὑλικοῦ καὶ αἰσθητοῦ. Ἡ σάρκα ὑπεμφαίνει τὸ ἀκάθαρτο καὶ τὸ κακό, τὴν ρυπώδη πηλὸ ποὺ μᾶς μειώνει, μᾶς εὐτελίζει. Ἀντιμαχόμαστε τὴ σάρκα λαφυραγωγώντας τὴ μύχια δική μας ἐκτίμηση στὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό.

Στὴ γλώσσα τῶν ζωτικῶν ἀποκαλύψεων, ἡ λέξη σάρκα δὲν σημαίνει καταρχὴν μόνο τὸ σῶμα καὶ τὶς ἀπαιτήσεις του. Σημαίνει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα στὴν ἀνταρσία τῆς φυσικῆς διεκδίκησης. Ἡ σάρκα ἀρθρώνει σὲ ἐπιτακτικὴ ἀξίωση τὴν ὁρμὴ τῆς φύσης νὰ ὑπάρχει μὲ τὶς δικές της δυνάμεις. Νὰ ἐξαντλεῖ τὴν ὕπαρξη ἡ φύση, δίχως προσφυγὴ στὴ χάρη τῆς ἐπέκεινα κλήσης, στὸν τρόπο τῆς σχέσης. Ἔτσι σάρκα εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς ταπείνωσης, οἱ ἀντίποδες τοῦ ἔρωτα. Καὶ ὁ στίλβων αὐτοθαυμασμὸς τῆς ἀρετῆς ἀπολύτως σαρκικός, ἐγωλαγνείας ἡδυπάθεια.

Ἀπαίτηση τῆς σάρκας νὰ διαιωνίζει τὴ φύση, ἀπαίτηση τοῦ σαρκικοῦ ἐγὼ νὰ κυριαρχεῖ στὴν ὕπαρξη. Ποιός χειραγωγεῖ καὶ ποιός ὁ χειραγωγούμενος – τὰ ὅρια τῆς διαστολῆς θολὰ στὴν ὁμιχλώδη ἀδιαφάνεια τοῦ ἀσυνειδήτου. Ἐπιπλέον ἡ αἰνιγματικὴ διεύρυνση τοῦ βύθιου ὑποκειμένου σὲ συλλογικὰ ὑποστρώματα μακραίωνων ἀποσταγμάτων. Σκιὲς μανιχαίων, ἐγκρατιτῶν, πουριτανῶν, μαρμαίρουν σκοτεινὰ στὸ ὑποκειμενικὸ ἀσυνείδητο. Σταλάζουν ἐκεῖ τὴν περιφρόνηση γιὰ τὸ σῶμα καὶ τὶς ἀπαιτήσεις του, ἐξωραΐζοντας τὸ ἐγὼ καὶ τὶς νοητὲς ἐπιδόσεις του.

Ρητορικὰ προσωπεῖα τραυλίζουν τὴν καύχηση τῆς σάρκας γιὰ αὐτεξούσια «καθαρότητα» καὶ «σωφροσύνη», ἐκκρίνοντας χλεύη γιὰ τὸ σῶμα καὶ τὸν ἔρωτα, Κι ὁ χορὸς τῶν θεράπων τοῦ Νόμου, στοὺς κοθόρνους τεκμαρτῆς μεγαυχίας, αὐλωδεῖ αὐτεγκώμια νίκης καταπάνω στὴ φύση. Ἀέναο στάσιμο στὴν τραγωδία τῆς ἀρετῆς. Ὅμως ὁ ἔμπειρος λόγος τῆς ἀκρότατης ἄσκησης καθαίρει προμηθῶς τὴν ψευδαίσθηση: Τὴν φύσιν ἑαυτοῦ νικῆσαί τινα τῶν οὐκ ἐνδεχομένων ἐστίν.

Ἡ φύση δὲν νικιέται ἀπὸ τὸν ἐκφοροῦντα τὴ φύση. Ἐκφέρεται μόνο στὴ σχέση, ἀντεκφέρεται στὴ χάρη. Καὶ τὸ ὀρεκτὸν τῆς ἀντιπροσφορᾶς ἐγγενὲς στὴ φύση: Ἡ «ἀγαπητικὴ δύναμη» καθειργνυμένη στὴν πηλό.

Θρεμμένη μὲ τὴν ἀρετὴ ἡ αὐτεγγυότητα τῆς φύσης ἀντιμάχεται τὴν ἀγαπητικὴ δύναμη τὴν ἐγκαταμεμιγμένη στὴ φύση. Τὸ σκεῦος ἱκανὸ νὰ εἰκονίσει τὸν Σκευαστή, κι ἡ ἱκανότητα δῶρο. Ἀλλὰ ὁ μυκτηρισμὸς τῆς πηλοῦ ἐθελοτυφλοῖ γιὰ τὸ δῶρο. Ἀμαυρώνει τὴν ἐπιθυμία, ἀχρειώνει τὸ ὀρεκτὸν τῆς πηλοῦ, τὸν πόθο τοῦ ἀκτίστου.

Δίχα τῆς κατ᾿ ἐπιθυμίαν δυνάμεως οὐ συνίσταται πόθος, οὗ τέλος ἐστὶν ἡ ἀγάπη. Τὸ γὰρ ἐρᾶν τινὸς ἴδιόν ἐστιν ἐπιθυμίας. Καὶ δίχα θυμικῆς δυνάμεως νευρούσης τὴν ἐπιθυμίαν πρὸς τὴν τοῦ ἡδέος ἕνωσιν, οὐδαμῶς γίνεσθαι πέφυκεν εἰρήνη· εἴπερ ἀληθῶς εἰρήνη ἐστὶν ἡ ἀνενόχλητος καὶ παντελὴς τοῦ καταθυμίου κατάσχεσις.

Τὸ ἀντίθετο τῆς ἐπιθυμίας, ἡ αὐτάρκεια. Τὸ ἀντίθετο τοῦ ἔρωτα, ἡ ἐγωλατρεία. Ἐντειχισμὸς στὸ χωμάτινο σκεῦος τοῦ ἰδεατοῦ ὑπερεγώ: τῆς τεκμηριωμένης ἠθικότητας, τῆς ἀναγνωρισμένης πνευματικότητας, τῆς ἀνεπίληπτης φήμης. Ἡ ἐπιθυμία ἐνοχή, ὁ πόθος μίασμα, ὁ ἔρωτας ρύπος. Τίποτα δὲν λογχίζει τὸ θυμικό, νὰ τὸ διανοίξει στὴ ἔφεση. Τίποτα δὲν γοητεύει τὰ μάτια, νὰ τὰ διαστείλει στὴ δοξολογικὴ ἔκπληξη. Στὴν κλειδοσφραγισμένη αὐτασφάλεια τῶν «καθαρῶν», ἀκόμα κι ὁ γάμος ἀνέραστη μίξη, ἀνεκτὴ μόνο γιὰ τὴν ὀρθολογικὴ σκοπιμότητα τῆς παιδοποιίας. Σκόπιμη νομιμότητα ποὺ μόνη αὐτὴ μετράει τὴ διαφορὰ ἀπὸ τὴν ἀνέραστη μίξη στὸ πορνεῖο.

Τὸ μαρτύριο τῆς κόλασης θὰ εἶναι ἡ ἀδυναμία νὰ ἀναγνωρίσουμε τὸν Χριστὸ στὸ Πρόσωπο τοῦ Νυμφίου καὶ Ἐραστῆ τῶν ψυχῶν μας. Ἡ ὅποια θαυμαστὴ Παρουσία Του δὲν θὰ ἀρκεῖ νὰ μᾶς πείσει – τὸ θαῦμα δὲν ἔπεισε οὔτε τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους. Ἂν προέχει γιὰ μᾶς ὁ Νόμος, τὰ μέτρα τῆς νομικῆς «καθαρότητας», δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ Τὸν ἀναγνωρίσουμε. Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀγκαλιάζει τοὺς ἀκάθαρτους – τοὺς τελῶνες, τὶς πόρνες, τοὺς ἄσωτους, τοὺς ληστές. Ἐμεῖς ἀναλώσαμε τὸν βίον ὅλον στὴ μελέτη καὶ τήρηση τοῦ Νόμου, καὶ τώρα Αὐτὸς δέχεται καὶ ἀγαπάει τοὺς ἀχρείους παραβάτες τοῦ Νόμου, τὰ ρεμάλια, τοὺς παρίες. Ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, τελωνῶν φίλος καὶ ἁμαρτωλῶν. Δὲν εἶναι ὁ Κριτὴς ποὺ περιμέναμε, αὐτὸς ποὺ θὰ δικαιώσει τὶς στερήσεις καὶ τὴν ἄθλησή μας, δὲν εἶναι ὁ δικαιοκρίτης Θεός. Εἶναι Νυμφίος καὶ Ἐραστής, ἄρα εἶναι ὁ δαίμονας – ἀφοῦ «ἡ φύση τοῦ ἔρωτα εἶναι δαιμονική».

Καὶ κάπως ἔτσι ἀρχίζει ἡ κόλαση. Περιμένουμε αὐτὸν ποὺ δὲν θὰ ἔρθει, βυθιζόμαστε ὅλο καὶ βαθύτερα στὴν ἀπόγνωση τῆς ἀνέλπιδης ἀναμονῆς. Ἀνίκανοι νὰ ἀναγνωρίσουμε τὸν παρόντα καὶ ἐγγύτατο Νυμφίο στὴν ἐρωτική του αὐτοπροσφορά.

Αἰῶνες ὁλόκληρους πάλαιψε ἡ Ἐκκλησία ἐνάντια σὲ Γνωστικούς, Μανιχαίους, Μονοφυσίτες, Ἐγκρατίτες, Εἰκονοκλάστες, Παυλικιανούς, Βογόμιλους, Καθαρούς, Πιετιστές, Πουριτανούς. Πολέμησε «τοὺς βδελυσσομένους τὸν γάμον», «τοὺς ἀπέχοντας οἴνου καὶ κρεῶν διὰ βδελυγμίαν». Ἀφόρισε ἀπὸ τὸ σῶμα της «τοὺς ἀσκοῦντας παρθενίαν καὶ ὑπερηφανευομένους ἔναντι τῶν εἰς γάμο διατελούντων», «τοὺς μεμφόμενους γάμον καὶ ἔγγαμον γυναῖκα», «τοὺς μὴ θέλοντας λαμβάνειν μετάληψιν θείαν ἐκ πρεσβυτέρου ὄντος εἰς γάμου κοινωνίαν».

Ὅμως ἡ ἔχθρητα γιὰ τὸ σῶμα καὶ τὸν ἔρωτα δὲν εἶναι διδαχὴ νὰ τὴν ἀντιπαλαίψεις μὲ ἐπιχειρήματα ἢ μὲ κανονικὰ ἐπιτίμια. Εἶναι πανικὸς ψυχολογικῆς ἀνασφάλειας, ἀσυνείδητη ἀλλὰ καὶ ἀδυσώπητη ἀπαίτηση ἀποδειγμένης «καθαρότητας». Εἶναι ἀνάγκη βασανιστικὴ νὰ δικαιωθεῖ ἡ συσσωρευμένη ἀναφομοίωτη στέρηση: Στέρηση τῆς ζωῆς, παιδωμὴ τῆς ἀκοινώνητης ὕπαρξης, ἀνήμπορης νὰ μοιράσει τὴν ψυχή της, νὰ τὴν «ἀπωλέσει» γιὰ νὰ τὴν «σώσει». Καὶ κακοφορμίζει ἡ ἀνημπόρια σὲ πικρὴ ἐπιθετικότητα. Ἐπιτίθεται ἡ ψυχὴ σὲ αὐτὸ ποὺ τῆς λείπει, μήπως καὶ δικαιώσει τὴ δική της ἔλλειψη. Μήπως καὶ «ἐκπνευματώσει» τὴ στέρηση.

«Εἶναι ποὺ ξέρει καλὰ ἡ σκύλα ἡ ἡδυπάθεια νὰ ζητιανεύει πνεῦμα, ὅταν τῆς ἀρνοῦνται τὴ σάρκα».


18. CONCLUSION SUR PÉDALE DE DΟΜΙΝΑΝΤΕ

Βασιλεὺς δεδεμένος ἐν παραδρομαῖς.

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ τοῦ σώματος καὶ σάρκα τῆς μεταφυσικῆς ὁ ἔρωτας. Ἐμφύσημα ζωῆς στὰ γυμνὰ κελύφη τῶν ἐννοιῶν, ἁπτὸ ὑφάδι ποὺ σπονδυλώνει τὴ γλώσσα μὲ νεῦρα καὶ δέρμα καὶ σάρκες τοῦ πραγματικοῦ. Σημαίνοντα τοῦ ὑπαρκτοῦ: φύση καὶ πρόσωπο, οὐσία καὶ ὑπόσταση, ἐνέργειες καὶ ἑτερότητα. Μένουν νὰ αἰωροῦνται στὴν ψευδαίσθηση τῆς ψιλῆς ἐπίνοιας, ἂν ἀποσπαστοῦν ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ γλώσσα τῆς ποίησης: αὐθαίρετο λεκτικὸ παιχνίδι, ἄσχετο μὲ τὴ σημαντικὴ τῆς ζωῆς, ἂν γυμνωθεῖ ἀπὸ τοῦ πόθου τὴν ἐνάργεια.

Φύση καὶ ἐπέκεινα τῆς φύσης. Τὸ κοινὸ «ὑλικὸ» τῆς ὁρμῆς, τῆς ἀπαίτησης τοῦ κορμιοῦ, τῆς σκοτεινῆς ἀνάγκης γιὰ βιολογικὴ ἐκτόνωση. Ἐπέκεινα, ἡ ἀνερμήνευτη ἀνάδυση τῆς κλήσης, τὸ φῶς στὸ βλέμμα, στὸ χαμόγελο, στὴ χάρη τῆς κίνησης, ὁ πόθος τῆς παρουσίας, ἡ ἔκπληξη τῆς ἑτερότητας. Ἀμφίβολα ὅρια φυσικῆς καὶ μεταφυσικῆς, ἀπρόσωπου καὶ προσωπικοῦ. Καὶ κάπου ἐκεῖ ἰχνηλατοῦνται τὰ πρωταρχικὰ καὶ οὐσιώδη, ἡ ἐπαλήθευση τοῦ πραγματικοῦ, ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος.

Χτίζουμε ἀνεπίγνωστα τὴ γνώση τρέφοντας μὲ τὴ σάρκα μας καὶ τὴν ψυχή μας τοὺς καλλίγραμμους ὁρισμοὺς φυσικῆς καὶ μεταφυσικῆς. Ἡ ἀπροσδιόριστη ἰδιωτικὴ μοναδικότητα μεταγράφεται σὰν ἀπρόσωπο συμβὰν στὴ γραμματικὴ τῆς Ἱστορίας. Αἰῶνες σωρευμένων ἐγκλίσεων τῆς σάρκας, γιὰ νὰ σπουδάσουμε τὴν ἀπρόσωπη φύση μας στὴν πανάρχαια θεσμοποίηση τῆς πορνείας, στὸ πάγκοινο φθογγολογικὸ τοῦ ἀδυσώπητου αὐτοερωτισμοῦ. Καὶ τραγούδια τοῦ ἔρωτα βαθύρριζα σὲ φυλὲς καὶ γλῶσσες, νὰ τροπολογοῦν τὸ θάμβος τῆς ἀμοιβαιότητας, τὴ σπουδὴ τῆς προσωπικῆς ἑτερότητας.

Ψηλαφητὴ ἡ φύση στὴν ὁρμὴ τῆς διαιώνισης. Πυρετὸς τοῦ κορμιοῦ, τυφλὴ βασανιστική του ἀνάγκη ἄσχετη μὲ τὸν πόθο τῆς ἀμοιβαιότητας, τὴν ἐπιθυμία τοῦ ἐπώνυμου Ἄλλου. Δίψα τοῦ ὁδοιπόρου στὴ νέκρα τῆς ἐρήμου, πείνα θηριώδης τοῦ στερημένου γιὰ μέρες τὴν τροφή. Ἡ ἀδυσώπητη ὁρμὴ δὲν ζητάει σχέση, κοινωνία λόγου, τρυφερότητα στοργῆς. Ἐκβιάζει γιὰ σωματικὴ ἐκτόνωση, τίποτε ἄλλο. Νὰ ἀνακουφιστεῖ ἡ ἀνάγκη, νὰ χαλαρώσει ἡ βασανιστικὴ ἔνταση τῆς βιολογικῆς ἀπαίτησης. Μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο.

Ἔρωτας ἀπὸ τὴ φύση γιὰ τὴ φύση, αὐτοερωτισμὸς τῆς φύσης ἢ ἡ ἐρωτική της αὐτάρκεια. Ὁρμὴ καὶ φορὰ νὰ ἀρθρώσει ἡ φύση ἀπὸ μόνη της τὴν ὄντως ζωή, νὰ μεταγράψει τὸν ἔρωτα στὴν αὐτοζωὴ τῆς θνητότητας. Ἡ γενετήσια ἀνάγκη διαιωνίζει τὴ φύση, ὄχι τὰ πρόσωπα. Οἱ ἀτομικές μας ὑπάρξεις ἐνδιαφέρουν τὴ φύση μόνο γιατὶ διαπορθμεύουν τὸ γενετικὸ ὑλικὸ τῆς δικῆς της διαιώνισης: Τὴν ἀπρόσωπη ὑπεροχή της πάνω στὶς προσωπικὲς ὑπάρξεις ποὺ τῆς δίνουν ὑπόσταση. Ἡ φύση διαιωνίζεται μὲ τὴν ἀτέρμονη διαδοχὴ θνητῶν ἀτομικοτήτων, ταυτίζεται μὲ τὴν ἐπιβίωση τοῦ ἀπρόσωπου καὶ ἀδιαφόρητου, τὸν θάνατο τοῦ μοναδικοῦ καὶ ἀνεπανάληπτου.

Φύση καὶ ἐπέκεινα τῆς φύσης ἡ προσωπικὴ ἑτερότητα, βασιλεὺς δεδεμένος ἐν παραδρομαῖς. Μαλαματένιες ἀνταύγειες στὴν παγίδα τοῦ αὐτοερωτισμοῦ τῆς φύσης, χρυσόπλοκα νήματα ὅπου ἀσπαίρει ὁ ἔρωτας τῆς αἰώνιας ζωῆς. Μόνο ἡ ρομφαία μιᾶς ἀποκάλυψης μπορεῖ νὰ κατασχάσει τὴν ἐξωραϊσμένη πλεκτάνη, νὰ ἀνασύρει τὸν πόθο στὴν ἁπλοχωριὰ τοῦ ἀδιάστατου διηνεκοῦς. Νὰ μεταλλάξει τὴν ἀμοιβαιότητα σὲ κένωση αὐτοπροσφορᾶς, τὸ θάμβος σὲ βάθος διάβασης ἐπὶ τὸ πρωτότυπον τῆς εἰκόνας.

Πρωτότυπο τοῦ ἔρωτα στὴ ζωτικὴ ἀποκάλυψη ἡ Τριαδικὴ πληρότητα τῆς ζωῆς. Ἐκεῖ ἡ «φύση» νοεῖται ἄκτιστη, ἐμπεριέχει ἡ ἴδια τὴν ὑπαρκτική της αἰτία. Καὶ τὸ θαμβωτικὸ στὴν ἀποκάλυψη: δὲν ἀποδίδει στὸ ἄκτιστον τῆς «φύσης» τὴν ὄντως ζωή, ἀλλὰ στὸν προσωπικὸ τρόπο τῆς ὑπάρξεως ποὺ ὑποστασιάζει τὴ φύση. Δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ «φύση» δοσμένη καὶ ἀναγκαστικὴ ἡ ἀθανασία τῶν Προσώπων, δὲν εἶναι ἀνελεύθερος φυσικὸς προκαθορισμὸς ἡ ὄντως ζωή. Εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ποὺ ὑποστασιάζει τὴ φύση ὡς ἐρωτικὴ αὐθυπέρβαση. Καὶ εἶναι ὁ ἀδιάστατος ἔρωτας τῆς προσωπικῆς κοινωνίας ποὺ συνιστᾶ τὴν ὄντως ζωή, ἀποκαλύπτει ἄκτιστη τὴ «φύση».

Πάντα μὲ τὴν ἀνεπάρκεια τῆς γλωσσικῆς μας σημαντικῆς καὶ τὶς ἐμπειρικὲς ψηλαφήσεις τῆς ἐρωτικῆς ἀποκάλυψης: Ἡ ὄντως ζωὴ ἔγκειται στὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως, ὄχι στὴ «φύση». Δὲν διαιρεῖται ἡ «φύση» κατανέμοντας στὰ Πρόσωπα τὴν ἀθανασία ὡς φυσικὸ ἰδίωμα, οὔτε ἐκπίπτουν τὰ Πρόσωπα σὲ ἀνυπόστατες ἐσωτερικὲς σχέσεις τῆς «φύσης». Κάθε Πρόσωπο ὑποστασιάζει τὴν καθολικὴ «φύση» μὲ τὸν τρόπο τῆς κένωσης ἀπὸ κάθε «φυσικὴ» αὐτονομία καὶ αὐθυπαρξία. Τὸν τρόπο τοῦ ἔρωτα.

Κάθε πρόταγμα τῆς ζωτικῆς ἀποκάλυψης, πρόκληση ἐμπειρικῆς ἐπαλήθευσης μέσα καὶ πέρα ἀπὸ τὴ σχετικότητα τῆς γλώσσας: Χριστὸς Ἰησοῦς, ἡ ἱστορικὴ σάρκα τῆς ἀποκάλυψης, ἐλευθερώνει τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὴν ὑποταγὴ στὸ θάνατο, ὑποστασιάζοντας τὴν ἴδια αὐτὴ φύση μὲ τὸν τρόπο τῆς ὄντως ζωῆς, τὸν τρόπο τοῦ ἐλεύθερου ἀπὸ τὴ φύση ἔρωτα. Γεννᾶται ἐκ Παρθένου, ποὺ σημαίνει: ὑποστασιάζει τὴ φύση δίχως νὰ ὑποτάσσεται στὸν τρόπο τῆς φύσης, στὴ γενετήσια ὁρμὴ ποὺ διαιωνίζει τὸν θάνατο. Ἔτσι, στὸ Πρόσωπό του ἡ ἀνθρώπινη φύση συνιστᾶ ὑπόσταση ζωῆς ἐλεύθερης ἀπὸ τὴν αὐτοερωτικὴ ἀναγκαιότητα τῆς ἴδιας τῆς φύσης. Γίνεται ἄνθρωπος ὁ Λόγος μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἶναι καὶ Θεός: τὸν τρόπο τοῦ ἔρωτα.

Ἔνσαρκος ὁ Λόγος κενώνεται ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴ Θεότητα προσλαμβάνοντας ὁλοκληρωτικὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Γίνεται Νυμφίος της, εἰς σάρκα μίαν. Κενούμενος ἀπὸ τὴ Θεότητα δὲν παύει νὰ εἶναι Θεός, ἀφοῦ ὁ τρόπος τῆς θείας ὕπαρξης εἶναι ἡ ἐρωτικὴ κένωση. Καὶ σαρκούμενος δὲν γίνεται «ψιλὸς» μόνο ἄνθρωπος, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ σάρκωσή του ἀποτυπώνει στὴ φύση τὸν τρόπο τῆς Θεότητας. Τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ὄχι «ἐγκαταμειγνύοντας» ποσοτικὰ τὶς δύο φύσεις, ἀλλὰ ὑποστασιάζοντας στὸν τρόπο τῆς προσωπικῆς ὕπαρξης τοῦ Λόγου τὶς ὑπαρκτικὲς δυνατότητες τῶν δύο φύσεων.

Οἱ φίλοι τοῦ Νυμφίου εἶδαν πάντοτε στὸ πρόσωπο τῆς Παρθένου τὸ κορύφωμα τῶν ὑπαρκτικῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου: Τὸ πρόσωπο ποὺ κάνει ὑπόσταση τὴ ζωὴ ὄχι μὲ τὸν τρόπο τῆς φύσης, ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπο τοῦ ἔρωτα. Μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς ὑποταγῆς, στὴ μανικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὴ ἡ ὑποταγὴ δὲν εἶναι ἠθικό, δηλαδὴ φυσικὸ κατόρθωμα, ἀλλὰ προσωπικὴ μεταποίηση τῆς ἐρωτικῆς δυνατότητας τῆς φύσης σὲ ἔρωτα ἐλεύθερον ἀπὸ τὶς προδιαγραφὲς τῆς φύσης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὴ γλώσσα τῶν ἐραστῶν τῆς ζωῆς παραμένει ἡ Νύμφη καὶ μετὰ τόκον παρθένος. Ἡ παρθενία της δὲν ὁρίζεται ἀπὸ τὸ βιολογικὸ γεγονός, τὴν ἀποφυγὴ τῆς γενετήσιας σχέσης, ἀλλὰ εἶναι κατόρθωμα ἀπελευθέρωσης τῆς ἐρωτικῆς δυνάμεως τῆς φύσης ἀπὸ τὸν αὐτοερωτισμὸ τῆς φύσης, τὴν ὁρμὴ τῆς διαιώνισης. Ἡ παραίτηση ἀπὸ τὸ φυσικὸ θέλημα καὶ ἡ παράδοση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ κάλλος τὸ ἐραστὸ γιὰ τὸν Νυμφίο, ἀποκαλυπτικὸ τοῦ μανικοῦ του ἔρωτα γιὰ τὴ σύνολη φύση μας ἔνσαρκη στὸ πρόσωπο τῆς Παρθένου.

Ὁ αὐτοερωτισμὸς τῆς φύσης γέννημα τοῦ θανάτου, καὶ ἐπέκεινα τῆς φύσης ἡ νίκη τοῦ ἔρωτα καταπάνω στὸ θάνατο. Οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου γαμοῦσι καὶ ἐκγαμίσκονται· οἱ δὲ καταξιωθέντες τοῦ αἰῶνος ἐκείνου τυχεῖν καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς ἐκ νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται· οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσι καὶ υἱοί εἰσι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες (Λουκ. 20,34-36).

Τὸ αἰτιολογικὸ γάρ, στὴν τρίτη φράση τοῦ χωρίου, φωτίζει τὴ σύνδεση τῆς γενετήσιας σχέσης μὲ τὸν θάνατο: Σὲ «ἐκεῖνον τὸν αἰῶνα» γαμικὴ σχέση δὲν ὑπάρχει, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καὶ ἐνδεχόμενο θανάτου. Ὅσο ὁ θάνατος δυναστεύει τὴ φύση, ἡ φύση ἐπιβιώνει μὲ τὴ γενετήσια δύναμή της. Κι αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἀναστολὴ ἢ ἀπουσία γενετήσιας ὁρμῆς γιὰ νὰ νικηθεῖ ὁ θάνατος. Ἀλλὰ ὅταν νικηθεῖ ὁ θάνατος, τότε ἡ μίξη τῶν φύλων εἶναι πιὰ περιττή.

Ἡ προοπτικὴ τῶν ἐσχάτων δὲν δικαιώνει τῶν ἠθικολόγων τὴ μυωπικὴ ἀφέλεια. Αὐτοὶ πιστεύουν πὼς θὰ νικήσουν τὸν θάνατο μὲ τὴν περιφρόνηση ἢ τὴν ἀτομικὴ ἀποφυγὴ τῆς γενετήσιας μίξης. Ὅμως, στὴν προοπτικὴ τῶν ἐσχάτων, ὁ θάνατος νικιέται μόνο μὲ τὸν θάνατο – καὶ ἀπαρχὴ ὁ Νυμφίος, ὁ θανάτῳ θάνατον πατήσας. Παραίτηση ἀπὸ τὴ φιλοδοξία τῆς αὐτοζωῆς, ταπεινὴ ἀποδοχὴ τοῦ θανάτου, καὶ ἡ ἀποδοχὴ κατάφαση στὸν ἔρωτα τοῦ ἀνιστῶντος τοὺς νεκρούς.

Χριστιανοὶ πόλεις κατοικοῦσιν ὡς ἕκαστος ἐκληρώθη, οὔτε γῇ, οὔτε φωνή, οὔτε ἔθεσι διακεκριμένοι τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων, μετέχουσι πάντων καὶ γαμοῦσιν ὡς πάντες. Μόνο διακριτικό, τὸ εὐθύβολο αἴτημα στὸν ἀνιστῶντα τοὺς νεκρούς: Κίνησον ἐν ἐμοὶ τὴν κατανόησιν τῆς ταπεινώσεώς σου, ἵνα δέξωμαι μετὰ ἡδονῆς τὴν ταπείνωσιν τῆς φύσεώς μου. Ἄγκος ἀμφίκρημνον ποὺ στὴν κόψη του σχινοβατοῦμε, εἶναι αὐτὸ τὸ «μετὰ ἡδονῆς». Ἡ ἀποδοχὴ τοῦ θανάτου μεταποιημένη σὲ ἔρωτα.


19. ΤΕ DEUΜ

Ἐλθὲ ἐν σκέπῃ τῆς πέτρας
ἐχόμενα τοῦ προτειχίσματος
δεῖξόν μοι τὴν ὄψιν σου.

Unreal City.
Under the brown fog of a winter dawn,
A crowd flowed over the London Bridge, so many,
I had not thought death had undone, so many.

Χείμαρρος τὸ πλῆθος στὸ Γεφύρι τῆς Λόντρας, τόσοι πολλοί. Παρισινὰ βουλεβάρτα καὶ μερμηγκιὲς ἀνθρώπων μέσα-ἔξω στὶς φωλιὲς τοῦ ὑπόγειου τρένου. Τόσοι πολλοί. Κι ἄλλο πολύβουο ἀνθρώπινο ποτάμι οἱ λεωφόροι τοῦ Τόκυο. Ἂν δεῖς τὰ γήπεδα τοῦ ράγκμπυ στὸ Λὸς Ἄντζελες, χορταριάζουν οἱ κερκίδες πολύχρωμο πλῆθος, σὰν ἀνοιξιάτικο χαλί. Ξεχύνεται μετὰ στοὺς δρόμους τὸ λευτερωμένο μελίσσι, ὅπως ξεχύνεται μιλιούνια ἡ ἐργατιὰ μὲ τὸ σφύριγμα τῆς σειρήνας στὶς φάμπρικες: Ὀζάκα, Κολωνία, Τορόντο.

Βιάζονται. Νὰ κερδίσουν τὴ μέρα, νὰ βγάλουν τὸ μήνα, νὰ περάσει ἡ χρονιά. Τρέχει ἡ κλεψύδρα ἀναρίθμητους ἀνθρώπινους κόκκους – τοὺς καταπίνει ὁ θάνατος.

«Μὴ – μένουσα πόλις».

Ἄταχτες σφηκοφωλιὲς πολυόροφων χτισμάτων καὶ τὰ σωθικά τους λαβύρινθοι. Διάδρομοι, ἀνελκυστῆρες, κλιμακοστάσια. Κάπου ἐκεῖ μέσα μιὰ πόρτα εἶναι ἡ δική μας. Κλείνει προστατευτικὰ πίσω μας, ὁρίζει τὸν χῶρο τῆς δικῆς μας ζωῆς. Στρώνουμε τραπέζι, ἀνοίγουμε μιὰ μπουκάλα κρασί, κάνουμε ἔρωτα. Γιὰ κάποια χρόνια ζοῦμε τὴν ψευδαίσθηση τοῦ αἰώνιου, τῆς ἀδιατάραχτης διάρκειας. Κι ἡ κλεψύδρα τοῦ θανάτου καταπίνει τὶς στιγμές, τοὺς μῆνες, τὶς ἐποχές.

Ἕνας αἰώνας εἶναι στιγμὴ βραχύβια στὴ διαδοχὴ τῶν σελίδων τῆς σχολικῆς μας Ἱστορίας. Ὅμως σ᾿ ἕναν αἰώνα κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν θὰ ὑπάρχει. Θὰ μερμηγκιάζει πάντα τὸ Γεφύρι τῆς Λόντρας, οἱ φωλιὲς τοῦ ὑπόγειου στὸ Παρίσι, οἱ λεωφόροι τοῦ Τόκυο, τὰ γήπεδα στὸ Λὸς Ἄντζελες, οἱ φάμπρικες στὴν Ὀζάκα, στὴν Κολωνία, στὸ Τορόντο. Ἀναρίθμητες πυγολαμπίδες τὰ παράθυρα θ᾿ ἀναβοσβύνουν στὶς σφηκοφωλιές. Κάποιοι θὰ στρώνουν τραπέζι, θ᾿ ἀνοίγουν κρασί, θὰ κάνουν ἔρωτα. Θὰ εἶναι «ἄλλοι», ὄχι ἐμεῖς. Ὅπως ἦταν «ἄλλα» τὰ πλήθη πρὶν ἀπὸ μᾶς.

Κάθε ἄνθρωπος ἕνα μοναδικὸ βλέμμα, ἕνα μοναδικὸ χαμόγελο. Μιλάει, σκέφτεται, ἀγαπάει ὅπως κανένας ἄλλος, οὔτε πρίν, οὔτε μετά. Τραγουδάει τὸν ἔρωτα ἄκρη στὴ θάλασσα, βουτάει στὸ κύμα ὅλος ἀλκή. Βγαίνει στὸ βράχο, χαίρεται τὸ ἡλιοβασίλεμα, ἀκούει τὸ φλοῖσβο. Ρουφάει τὸ παρὸν μὲ τὴν ἀμεριμνησιὰ τοῦ αἰώνιου.

Ἄσχετος μὲ τὸν θάνατο ποὺ θὰ τὸν θερίσει, ἄσχετος μὲ τὴν προδοσία τῆς σάρκας του ποὺ κάθε μέρα μαραίνεται καὶ κάποτε θὰ σαπίσει στὸ χῶμα.

Ἡλιοκαμμένο ἀγόρι, μὲ τὸ ζαρκαδίσιο κορμὶ καὶ τὰ ἁλατισμένα ματόκλαδα, τί σχέση ἔχεις ἐσὺ μὲ τὸν αὐριανὸ ἑαυτό σου, τὸν γέροντα ποὺ σέρνεται μὲ τρεμάμενα μέλη, κυρτωμένος, εὔθραυστος, κι ἀδύναμο φῶς στὰ σακουλιασμένα του μάτια. Καὶ σὺ ὁλόδροσο κορίτσι, σπαρταριστὸ κορμὶ ἡδονικοῦ λεόπαρδου, πῶς μεταλλάζεις τὸ διάφανο δέρμα, τὸ ὁλόφωτο βλέμμα, τὸ κρουστὸ στῆθος, τὰ ζωντανὰ μαλλιὰ ὅπου ἀνασαίνει ὁ ἄνεμος. Πῶς μεταλλάζεις σὲ μαραμένη κίτρινη γεροντικὴ σάρκα, στρεβλὲς ἀρθρώσεις, μελανιασμένες φλέβες, κομπιαστὴ ἀνάσα. Ποιός εἶναι ὁ ἀληθινὸς ἑαυτός μας, τὸ πραγματικό μας πρόσωπο. Πότε καὶ ποῦ σαρκώνεται ἡ ἀληθινή μας ταυτότητα, ποιός ὁ «πυρήνας» τῆς ὕπαρξής μας, τὸ πραγματικὸ «ὑποκείμενο» τόσο τοῦ κάλλους ὅσο καὶ τῆς φθορᾶς.

Κάθε χούφτα χῶμα, μιὰ χούφτα θάνατος. Σβυσμένα ροδοπέταλα, σβυσμένα μάτια, ἀφανισμένη ἀνατριχίλα καλλίγραμμης σάρκας, ξέπλεκα ὀστὰ πουλιῶν, ζώων, ἀνθρώπων. Τόση μοναδικότητα πνιγμένη στὸ ἴδιο πάντα οὐδέτερο χῶμα, στὸ ἀδηφάγο στόμα τῆς γῆς ποὺ μᾶς περιμένει ὅλους. Τὸ χῶμα ψηλαφητὸς θάνατος, τὸ ἐπέκεινα ἀψηλάφητη ἐλπίδα.

Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ πῶς συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ;

Στροβιλιζόμαστε στὸ κενό, στὸ ἀξεδιάλυτο μυστήριο τοῦ θανάτου. Ἀναρίθμητοι γαλαξίες γύρω ἀπὸ μᾶς καὶ πέρα ἀπὸ μᾶς, ἀστέρια ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης. Κόσμοι νεκροί, δίχως χαμόγελα ἀνθῶν, τραγούδια πουλιῶν, χρώματα στὸ ἡλιοβασίλεμα. Ἕνα ζευγάρι ἀνθρώπινα μάτια καὶ ἡ συνείδηση πίσω ἀπὸ τὸ ἔκπληκτο βλέμμα, εἶναι ἕνα «ἄλλο» ἀπροσμέτρητο σύμπαν. Καὶ μέσα στὸ «ἄλλο» αὐτὸ σύμπαν ψάχνουμε τὸ αἴνιγμα τοῦ θανάτου. Οἱ νεκροὶ κόσμοι τῶν γαλαξιῶν δὲν τὸν ξέρουν τὸν θάνατο, μόνο ἡ ἐλάχιστη γῆ μας ποὺ σφύζει ἀπὸ ζωή, συμπυκνώνει σὲ κάθε χούφτα χῶμα τόσο θάνατο.

Τί σημαίνει ἡ μοναδικότητα τῆς γῆς μας μέσα στὸ ἄπειρο σύμπαν, τί σημαίνει ἡ μοναδικότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου μέσα στὴν ἀπειρία τῶν γενεῶν. Ἄνθρωποι τῆς προϊστορίας, τῶν σπηλαίων, τῆς λίθινης ἐποχῆς. Πόσο ἦταν τὸ ζωώδικο ἔνστιχτο καὶ πόση ἡ προσωπικὴ ἑτερότητα ἡ ἀποτυπωμένη στὴ μορφή τους. Καὶ οἱ φυλὲς τῶν κανιβάλων ἀκόμα σήμερα, γυμνοί, κτηνώδεις, μὲ χαραγμένες, παραμορφωμένες ὄψεις, χαλκάδες στὴ μύτη καὶ στ᾿ ἀφτιὰ τὰ κρεμασμένα ὣς τοὺς ὤμους. Ἢ τὰ μογγολικὰ παιδιά, οἱ περιπτώσεις τῆς βαριᾶς «ἰδιωτείας», τὰ χαμένα πρόσωπα τῶν ψυχασθενῶν, οἱ σχιζοφρενικοί, ἡ γεροντικὴ ἄνοια. Κι ἀκόμα, οἱ μυριάδες τὰ νεκρωμένα ἔμβρυα, τὰ ἀναρίθμητα γονιμοποιημένα ὠάρια ποὺ ἀποβάλλονται ἀπὸ τὸ μητρικὸ κορμὶ λίγες βδομάδες πρὶν ἀποκτήσουν μιὰ παλλόμενη καρδιά. Ποιός ἀποφασίζει γι᾿ αὐτὴ τὴν ἀμείλικτη φυσικὴ ἐπιλογή: ἡ ἴδια ἡ φύση ἀπὸ μόνη της, ἢ ὁ Θεός. Ποιός μπορεῖ νὰ πεῖ τὸ ὅριο ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ στὸν μὴ – ἄνθρωπο, στὴν πραγματικότητα καὶ στὴ δυνατότητα, στὸ δεδομένο καὶ στὸ ἐνδεχόμενο.

Ἡ σκέψη μας δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει τὴν προσωπικότητα ἀνενέργητη, δίχως σκέψη, λόγο, κρίση, φαντασία, θέληση, ἔκφραση. Ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει καὶ τὴν ὕπαρξη ἔξω ἀπὸ χῶρο, χρόνο καὶ ἀριθμό. Μὲ ποιά νοητικὴ εἰκόνα νὰ συλλάβουμε τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη μετὰ τὸν θάνατο, τὴν προσωπικὴ ἑτερότητα δίχως σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἐνέργειες. Τί σημαίνει ὕπαρξη «ὑπὲρ τὸ ποῦ», πῶς «ὅλοι» ἀθανατίζονται καὶ ποιοί εἶναι αὐτοὶ οἱ «ὅλοι» ὅταν δὲν ξέρουμε τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ γονιμοποιημένο ὠάριο καὶ τὴν ἐνσυνείδητη προσωπικότητα, στὴν ἐνσυνείδητη προσωπικότητα καὶ τὴν ἐκ γενετῆς παράνοια ἢ ἄνοια.

Μάθαμε τὴ συγκρότηση τοῦ πυρήνα τῶν ἀτόμων, τὴ δομὴ τοῦ DΝΑ, τὴ σύνθεση τοῦ φωτός, τὰ στοιχεῖα τῆς ὕλης τῶν ἀπώτατων γαλαξιῶν. Καὶ δὲν ξέρουμε νὰ ὁρίσουμε οὔτε τὴν ἔναρξη οὔτε τὸ πέρας τοῦ ἀνθρώπινου ὑποκειμένου, τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Ψάχνουμε τὸ αἴνιγμα τῆς ὕπαρξής μας, τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ὅπως βλέπουμε τὰ σκουλίκια στὸ ἀπόβροχο νὰ ψάχνουν τὴ λάσπη. Τυφλά, μέσα σὲ προκαθορισμένα, ἀξεπέραστα ὅρια. Ἡ σκέψη καὶ ὁ λόγος δὲν μᾶς ἐξασφαλίζουν παρὰ μόνο ψευδαισθήσεις γνώσης, μόνο παραβολές, ἀλληγορίες, εἰκόνες μέσα ἀπὸ ἔσοπτρα καὶ αἰνίγματα. Γαντζωνόμαστε σὲ ἐμπειρίες ἄλλων, ἐμπειρίες ἀνθρώπων ποὺ μαρτυροῦν πὼς εἶδαν τὸν Θεό, πὼς μίλησαν μαζί Του. Καὶ ἀντικειμενοποιοῦμε αὐτὲς τὶς ἄρρητες ἐμπειρίες σὲ τετράγωνες ἔννοιες ποὺ στηρίζουν τὴ λογική μας. Γιὰ νὰ χτίσουμε πάνω στὴ λογικὴ τὴν ψυχολογική μας αὐτάρκεια, τὴ θωράκιση ποὺ ἀποτρέπει τὸ φόβο καὶ τὸν πανικό.

Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά.

Ἴσως νὰ ὑπάρχει «ἄλλη» γνώση ἐκεῖ ποὺ τελειώνει ἡ σίγουρη γνώση. Ἴσως νὰ ἀνατέλλει πιὸ σίγουρη γνώση ὅταν ὅλα γίνονται σκόνη, τέφρα καὶ σκιά.

O dark dark dark. They all go into the dark,
The vacant interstellar spaces, the vacant into the vacant.

I said to my soul, be still, and let the dark come upon you
Which shall be the darkness of God.

Καὶ τότε ἀδολεσχεῖ ὡς ἐξεστηκώς, καὶ λέγει· τίς ἆρα ἡ αἰτία τοῦ ποιῆσαι τὸν κόσμον τοῦτον πρῶτον, καὶ πλατῦναι αὐτόν, καὶ πλουτῆσαι τοῦτον οὕτως ἐν τῷ πυκασμῷ καὶ τῷ πλήθει τῶν εἰδῶν καὶ τῶν φύσεων, καὶ θέσθαι ἐν αὐτῷ αἰτίας, καὶ ὕλας, καὶ ἀνταγωνίσματα τῶν πολλῶν παθῶν; Καὶ πῶς ἐν πρώτοις ἔθετο ἡμᾶς ἐν αὐτῷ, καὶ ἔπηξεν ἐν ἡμῖν τὴν ἀγάπην τῆς πολυζωΐας αὐτοῦ, καὶ ἐξαίφνης μεταίρει ἡμᾶς ἐξ αὐτοῦ διὰ θανάτου, καὶ διαφυλάττει ἡμᾶς καιρὸν οὐ μικρὸν ἐν ἀναισθησίᾳ καὶ ἀκινησίᾳ καὶ ἀφανίζει τὰς μορφὰς ἡμῶν, καὶ ἐκχέει τὴν κρᾶσιν ἡμῶν, καὶ συμμίσγει αὐτὴν ἐν τῇ γῇ, καὶ παραχωρεῖ καταλυθῆναι, καὶ ἐκτακῆναι, καὶ ρυῆναι τὴν κατασκευὴν ἡμῶν, ἕως οὗ παντελῶς ἀπογένηται τῆς ἀνθρωπίνης κατασκευῆς.

Ὑπάρχει ἕνας τρόπος νὰ ἀπορεῖς, ἐνῶ ἐμπιστεύεσαι. Κι αὐτὸ τὸν τρόπο τὸν ψηλαφοῦμε μόνο στὸν ἔρωτα. Ὁ ἔρωτας σημαίνει πίστη, ἐμπιστοσύνη, αὐτοπαράδοση. Εἶσαι μέσα στὴ σκοτεινιὰ ἀτέλειωτων ἀναπάντητων ἐρωτημάτων. Ὅμως ἐγκαταλείπεσαι στὸν πόθο, κι αὐτός, σὲ βεβαιώνει ἂν ὁ Ἄλλος ποθεῖ τὸν πόθο σου. Καὶ τότε ἔχουν ἀπαντηθεῖ τὰ ἐρωτήματα δίχως ἀπάντηση. Τὰ σημαινόμενα λειτουργοῦν δίχως σημαίνοντα. Εἶναι μόνη ἡ γλώσσα τῆς ἀναφορᾶς, ἡ γλώσσα τοῦ πόθου. Αὐτὴ ποὺ μιλάει τὸ βρέφος θηλάζοντας τὸ στῆθος τῆς μάνας. Αὐτὴ ποὺ μιλᾶνε οἱ ἐρωτευμένοι στὴ σιωπὴ τῆς «μίας σάρκας».

Λοιπὸν ἐκ τούτου ὑψοῦται ἐν τῷ νοῒ αὐτοῦ ἐν ἐκπλήξει λέγων· πῶς τὴν κτίσιν ἐκ μὴ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παρήγαγεν, ἤγουν τὰ πλήθη τῶν διαφόρων πραγμάτων, τὰ ἀναρίθμητα; Καὶ πῶς πάλιν μέλλει διαφθεῖραι αὐτὴν ἐκ τῆς θαυμαστῆς ταύτης εὐταξίας, καὶ ἐκ τοῦ κάλλους τῶν φύσεων, καὶ ἐκ τοῦ δρόμου τοῦ εὐτάκτου τῶν κτισμάτων; Ὥρας καὶ καιροὺς καὶ τὴν συνάφειαν τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἡμέρας, μεταβολὰς συνεργοὺς τοῦ χρόνου, τὰ ἐκ τῆς γῆς ποικίλα ἄνθη, τὰς καλλίστας οἰκοδομὰς τῶν πόλεων, καὶ τὰ ἐν αὐταῖς ὡραῖα παλάτια, καὶ τὸν ταχύτατον τῶν ἀνθρώπων δρόμον, τὴν φύσιν αὐτῶν τὴν μοχθηρὰν ἀπὸ τῆς εἰσόδου αὐτῆς ἕως τῆς ἐξόδου; Καὶ πῶς ἐξαίφνης καταργεῖται ἡ θαυμαστὴ τάξις αὕτη, καὶ ἥξει ἄλλος αἰών, καὶ παντελῶς ἡ μνήμη τῆς πρώτης ταύτης κτίσεως οὐκ ἀναβήσεται ἐν καρδίᾳ τινός, καὶ ἀλλοίωσις ἄλλη γενήσεται, καὶ ἄλλοι διαλογισμοί, καὶ ἄλλη μέριμνα;

Τὸ σκοτάδι αὐτῶν τῶν ἐρωτημάτων εἶναι ἡ φυσικὴ ἀπόσταση ποὺ χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό. Πάντα ἀπέχει τοῦ Θεοῦ, οὐ τόπῳ, ἀλλὰ φύσει. Εἶναι ἡ φύση μας ποὺ μᾶς ἀποκλείει ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις αὐτῶν τῶν ἐρωτημάτων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ νὰ ἀρνηθεῖς τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, τὴν αἰωνιότητα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, εἶναι μιὰ φυσικὴ στάση. Καταλαβαίνεται. Νὰ μεταποιήσεις τὴ φυσικὴ ἀπόσταση σὲ προσωπικὴ σχέση, εἶναι ἄθλημα αὐτοπαραίτησης ἀπὸ τὴ φύση, εἶναι ὁ ἔρωτας.

Ἆρα πόσον καιρὸν συνίσταται οὗτος ὁ αἰών; καὶ πότε ἀρχὴν λαμβάνει ὁ μέλλων; καὶ πόσον ἆρα πάλιν κατεύδουσι τὰ σκηνώματα ταῦτα καιρὸν ἐν τῷ σχήματι τούτῳ, καὶ τὰ σώματα ἔσονται τῷ χοῒ ἅμα συμμεμιγμένα; καὶ πῶς ἆρα γίνεται ἡ διαγωγὴ ἐκείνη; καὶ ἐν ποίᾳ μορφῇ αὕτη ἡ φύσις ἀνίσταται καὶ συνίσταται; καὶ ἐν ποίῳ τρόπῳ ἔρχεται εἰς τὴν δευτέραν κτίσιν; Καὶ ἐν τῷ εἰς ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα ἀδολεσχεῖν, ἐπιπίπτει ἐπ᾿ αὐτὸν ἔκπληξις καὶ ἥσυχος σιωπῆ, εἶθ᾿ οὕτως ἀνίσταται τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ καὶ γόνυ κλίνει, καὶ εὐχαριστίας ἀναπέμπει καὶ δοξολογίας μετὰ δακρύων ἱκανῶν τῷ μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τῷ ἐν τοῖς πανσόφοις ἔργοις αὐτοῦ δοξαζομένῳ ἀεί.

Τὸ δῶρο τῆς εὐχαριστίας στὴ θέση τῶν ἀναπάντητων ἐρωτημάτων. Ὑπὲρ πάντων, ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν.

I said to my soul, be still, and wait without hope
For hope would be hope for the wrong thing; wait without love
For love would be love for the wrong thing; there is yet faith
But the faith and the love and the hope are all in the waiting.
Wait without thought, for you are not ready for thought:
So the darkness shall be light, and the stillness the dancing.


ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Συντάχθηκε ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Ματέυ.

1. OUVERTURE: ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μουσικὴ σύνθεση γιὰ ὄργανα, ποὺ ἔχει σκοπὸ νὰ εἰσαγάγει τὸν ἀκροατὴ στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ ἀρχόμενου ἔργου (ὄπερας, ὀρατόριου, κ.λπ.). Ἔχουν γραφτεῖ εἰσαγωγὲς καὶ σὲ ἔργα πρόζας, ὅπως αὐτὴ τοῦ Μπετόβεν γιὰ τὸν Ἔγκμοντ τοῦ Γκαῖτε.

2. MODULATIO: ΜΕΤΑΤΡΟΠΙΑ

Ἀλλαγὴ τονικῆς κλίμακας κατὰ τὴν ἐξέλιξη μιᾶς μελωδίας. Οἱ ἁπλούστερες μετατροπὲς εἶναι ἀπὸ μείζονα τρόπο σὲ ἐλάσσονα καὶ ἀντίστροφα, καθὼς καὶ ἡ μετάβαση στὶς τονικότητες δεσπόζουσα ἢ ὑποδεσπόζουσα καὶ τὶς παράλληλες πρὸς αὐτὲς ἐλάσσονες.

3. ΑΡΡOGGIATURA: ΕΠΕΡΕΙΣΗ (ἐπὶ καὶ ἐρείδομαι)

Μουσικὸ ποίκιλμα ποὺ συνίσταται στὴν ἐκφορά, πρὶν ἀπὸ τὸν κυρίως ἁρμονικὸ φθόγγο καὶ σὲ βάρος τοῦ ὁλικοῦ του χρόνου, ἑνὸς φθόγγου δυσαρμονίας, ποὺ λειτουργεῖ ὡς προσαγωγή.

4. ΝΟΤΕS DE PASSAGE: ΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Φθόγγοι τῆς μελωδίας ξένοι πρὸς τὶς ἑκατέρωθεν συγγορδίες καὶ ποὺ συνδέουν βαθμηδὸν δυὸ φθόγγους τῶν ἑκατέρωθεν συγχορδιῶν.

5. ΙΝΤΕRVALLUM: ΜΟΥΣΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Ἡ διαφορὰ ὕψους δύο φθόγγων ἢ ὁ λόγος τῶν συχνοτήτων τους. Οἱ τρόποι, οἱ κλίμακες, οἱ συγχορδίες ὁρίζονται ἀπὸ τὰ διαστήματα μεταξὺ τῶν φθόγγων ποὺ τὶς συγκροτοῦν.

6. DIVERΤΙΜΕΝΤΟ: ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΜΟΣ

«Μεταβατικὸ» μουσικὸ κομμάτι, συνήθως σύντομο, ποὺ παρεμβάλλεται ἀνάμεσα σὲ τμήματα μεγαλύτερου ἔργου (π.χ. ἀνάμεσα στὶς ἄριες μιᾶς ὄπερας), γιὰ νὰ γεφυρώσει τὸ κενὸ καὶ νὰ διατηρήσει τὴν προσοχὴ τοῦ ἀκροατῆ.

7. ΡROMENADE PARMI LES TONS VOISINS

Μελῳδικὴ κίνηση ποὺ ὁδηγεῖ (τὴ μελωδία) νὰ καταλήξει στὴ συγχορδία τῆς τονικῆς – στὴ βασικὴ συγχορδία τὴ δηλωτικὴ τῆς κλίμακας στὴν ὁποία εἶναι γραμμένο τὸ κομμάτι.

8. SCHERΖΟ : «ΣΚΕΡΤΣΟ»

Ἐλαφρὸ μουσικὸ κομμάτι σὲ τριαδικὸ μέτρο, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντικαθιστᾶ τὸ μενουέττο σὲ μιὰ σονάτα ἢ συμφωνία, ἢ νὰ ἀποτελεῖ αὐτοτελὲς ἔργο.

9. STRΕΤΤΟ: ΣΤΕΝΗ – ΣΦΙΧΤΗ ΕΚΦΟΡΑ

Μορφολογικὸς ὅρος ποὺ ἀναφέρεται στὸν κανόνα ἢ στὴ φούγκα, ὅταν οἱ διάφορες ἐπιμέρους μελῳδικὲς ἀκολουθίες ἢ φωνὲς εἰσάγονται ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη σὲ μικρὰ (στενὰ) χρονικὰ διαστήματα, πρὶν δηλαδὴ ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἔκθεση τῆς προηγούμενης φωνῆς.

10. ΕΧΡΟSITION AU RELATIF

Ἡ κατὰ τὴν ἔκθεση (exposition) -τὸ ἐναρκτήριο δηλαδὴ στάδιο τῆς φούγκας- διαδοχικὴ παρουσίαση ὅλων τῶν φωνῶν. Τὸ θέμα ἐκφέρεται ἀρχικὰ ὡς πρώτη φωνή, στὴν τονική, μετὰ ὡς δεύτερη φωνή, στὴ δεσπόζουσα, ὁπότε τὸ ὀνομάζουμε ἀπάντηση, κατόπιν ὡς τρίτη φωνή, πάλι στὴν τονικὴ σὲ διάστημα ὀγδόης ἄνω ἢ κάτω, μετὰ πάλι ὡς ἀπάντηση κ.ο.κ, ὥσπου νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἔκθεση.

11. COMMA: ΚΟΜΜΑ

Πολὺ μικρὸ μουσικὸ διάστημα, ποὺ προκύπτει κατὰ τὴ σύγκριση διαστημάτων ποὺ διαφέρουν ἐλάχιστα μεταξύ τους. Π.χ. τὸ κόμμα ἀνάμεσα στὰ διαστήματα δευτέρας Dο – Re καὶ Re – Mi τῆς φυσικῆς κλίμακας ἀντιστοιχεῖ σὲ λόγο συχνοτήτων 8/7 πρὸς 9/8 = 64/63. Τὸ πυθαγόρειο κόμμα εἶναι τὸ κόμμα ἀνάμεσα στὴ δωδέκατη ἀνιούσα καθαρὴ πέμπτη καὶ στὴν ἕβδομη ἀνιούσα ὀγδόη ἑνὸς βασικοῦ φθόγγου. Μὲ βασικὸ φθόγγο τὸ Dο, ἡ μία ἀκολουθία δίνει Si # καὶ ἡ ἄλλη Dο. Ἀντιστοιχεῖ σὲ λόγο συχνοτήτων 2: 3/2 ἢ περίπου 1:1,014.

12. CANTUS FIRMUS: ΣΤΑΘΕΡΟ ΑΣΜΑ

Μουσικὸ θέμα ποὺ χρησιμεύει ὡς βάση καὶ συνδετικὸς ἱστὸς σὲ μιὰ πολυφωνικὴ σύνθεση. Δὲν εἶναι ἴσως ἡ βασικὴ μελωδία, ἀλλὰ μᾶλλον τὸ ὑπόβαθρο, τὸ ὁδηγητικὸ νῆμα τῆς σύνθεσης. Ὅταν ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσεται ἡ πολυφωνικὴ μουσική, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ὕμνοι ποὺ ὣς τότε ψάλλονταν σὲ μονοφωνία, δίνονταν στὶς μεσαῖες φωνές, δηλαδὴ σὲ τενόρους (=κρατητές, ἀπὸ τὸ teneo=κρατῶ) ὡς Cantus Firmus, ἐνῶ οἱ ἄλλες φωνὲς ἀναπτύσσονταν γύρω ἀπὸ αὐτὸ τὸ σταθερὸ ἄσμα.

13. RICERCARE: ΨΑΧΝΩ, ΑΝΑΖΗΤΩ, ΔΙΕΡΕΥΝΩ

Ὁ ὅρος χρησιμοποιεῖται ὡς οὐσιαστικὸ καὶ ἀναφέρεται σὲ ἕνα εἶδος περίπλοκης πολυφωνικῆς σύνθεσης, ὅπου ἕνα ἢ περισσότερα θέματα ἀναπτύσσονται σὲ πυκνὴ ἀντίστιξη, ἔτσι ὥστε ὁ ἀκροατὴς νὰ πρέπει νὰ «ψάξει» γιὰ νὰ τὰ ἀναγνωρίσει μέσα στὸ πολυφωνικὸ πλαίσιο.

14. REPRISE: ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

Μουσικὴ ἐπαναφορὰ τοῦ κύριου κομματιοῦ τοῦ ἔργου, μᾶλλον σύντομη καὶ ζωηρή, ἔχει τὸν προαιρετικὸ χαρακτήρα τῶν intermezzi στὴ σουίτα.

15. ΙΜΙΤΑΤΙΟΝ: ΜΙΜΗΣΗ, ΑΠΟΜΙΜΗΣΗ

Τμῆμα ἑνοποιὸ τῆς μουσικῆς σύνθεσης, ποὺ ἐνῶ δὲν εἷναι καθαυτὸ κανόνας, ἀποτελεῖ «ἀπομίμηση» κανόνα, ἀναπαράγοντας ἕνα μουσικὸ θέμα σὲ διάφορα τονικὰ ὕψη.

16. ΙΝΤΕRLUDE: ΠΑΡΕΜΒΑΤΙΚΟ ΠΟΙΚΙΛΜΑ

Σύντομο μουσικὸ κομμάτι ποὺ παρεμβάλλεται ἀνάμεσα στὰ κύρια μέρη ἑνὸς μεγαλύτερου ἔργου. Στὸν 17ο καὶ 18ο αἰώνα ὀνομάσθηκαν ἰντερλούδια τὰ σύντομα μουσικὰ κομμάτια μὲ τὰ ὁποῖα τὸ ἐκκλησιαστικὸ ὄργανο γεφύρωνε ψαλμοὺς καὶ ὕμνους.

17. DISSΟΝΑΝΤΙΑ ἢ DISSΟΝΑΝΖΑ: ΔΥΣΑΡΜΟΝΙΑ

Συγχορδία ποὺ δὲν προκαλεῖ στὸ αὐτί μας αἴσθημα κατάληξης καὶ ἠρεμίας, ἢ νότα ποὺ ἀνήκει σὲ μιὰ τέτοια δυσαρμονικὴ συγχορδία. Τὸ ἄκουσμά της μᾶς προκαλεῖ αἴσθημα προσδοκίας γιὰ «λύση» (resolutio) τῆς δυσαρμονίας ἀπὸ μιὰ ἁρμονικὴ συγχορδία ἢ νότα.

18. CONCLUSION SUR PÉDALE DE DΟΜΙΝΑΝΤΕ: ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΜΕ ΠΕΝΤΑΛ ΔΕΣΠΟΖΟΥΣΑΣ

Ἡ λέξη «πεντάλ», προερχόμενη ἀπὸ τὴ χρήση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου, σημαίνει τὸ ἰσοκράτημα μιᾶς νότας, συνήθως τῆς τονικῆς ἢ τῆς δεσπόζουσας, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς συγχορδίες ποὺ ἀκούγονται στὶς ἄλλες φωνές. Στὸ τελευταῖο μέρος μιᾶς φούγκας, «κατάληξη μὲ πεντὰλ τῆς δεσπόζουσας» σημαίνει νὰ ἀκούγεται τὸ ἰσοκράτημα τῆς δεσπόζουσας, ἐνῶ ἀκοῦμε γιὰ τελευταία φορὰ θέμα, ἀπάντηση καὶ ἀντίθεμα.

19. ΤΕ DEUM

Δοξολογικὸς ὕμνος (Te Deum laudamus). Πολλοὶ συνθέτες ἔχουν γράψει Te Deum ὡς σύνθετα ἔργα μὲ τὴ μορφὴ ὀρατόριου, μὲ μεγάλη ποικιλία μουσικῶν μορφῶν ἀνάμεσα στὶς ἐπιμέρους «ὠδὲς» (canticles) τοῦ ὕμνου.

Πηγή : . . .