Τετάρτη, 12 Μαΐου 2021

Γενέθλιος ημέρα της Κωνσταντινούπολης



Στις 11 Μαΐου είναι η γενέθλιος ημέρα της Πόλης των πόλεων, της Πόλης του Μεγάλου Κωνσταντίνου, διότι στις 11 Μαΐου του έτους 330 μ.Χ. έγιναν τα πάνδημα επίσημα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης, με την παρουσία του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, του Πατριάρχη Αλεξάνδρου, του κλήρου, και μεγάλου πλήθους λαού. Και το (προσωρινό) όνομα αυτής "Νέα Ρώμη" (Nova Roma).
Μπορεί να είναι εικόνα 3 άτομα, συμπεριλαμβανομένου του χρήστη Fotis Fotiadis
Στο ψηφιδωτό του Ιερού Ναού της Αγίας Σοφίας (νότια είσοδος) της Κωνσταντινούπολης, οι Αυτοκράτορες: Ιουστινιανός (αριστερά) και ο Μέγας Κωνσταντίνος (δεξιά), προσκομίζουν στη Θεοτόκο την Αγία Σοφία και την Κωνσταντινούπολη αντίστοιχα.
 
Οι Φωτιστές των Σλάβων Άγιοι Ισαπόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος
Σήμερα 11 Μαΐου εορτάζουν οι Θεσσαλονικείς Φωτιστές των Σλάβων Άγιοι και Ισαπόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος.
Μπορεί να είναι εικόνα 2 άτομα
Λίγα λόγια για την εποχή κατά την οποία έδρασαν οι Φωτιστές των Σλάβων Άγιοι Ισαπόστολοι Κύριλλος (827-869) και Μεθόδιος (815-884).
Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος και Μιχαήλ αντίστοιχα) ήταν παιδιά του δρουγγάριου στρατιωτικού διοικητή Λέοντος και γεννήθηκαν στην Θεσσαλονίκη. Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε περί το 827, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός του Μιχαήλ το 815. Είχαν και άλλα πέντε αδέλφια. Ο Κωνσταντίνος ήταν ο μικρότερος και είχε μεγάλη έφεση στα γράμματα. Παιδί ακόμη, είχε διαβάσει τα έργα του Μεγάλου Καππαδόκη Πατέρα ης Εκκλησίας Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και είχε γράψει ύμνο προς τιμήν του. Τα χαρίσματά του τα πρόσεξε ο λογοθέτης Θεόκτιστος και τον έστειλε στη σχολή της Μαγναύρας, όπου με την καθοδήγηση του Λέοντος του Μαθηματικού και του ιερού Φωτίου σπούδασε βασικά φιλοσοφία. Διέπρεψε στις σπουδές του και αρχικά διορίσθηκε χαρτοφύλακας (αρχιγραμματέας) του Πατριαρχείου και αργότερα καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας (Magna Aula) στην Κωνσταντινούπολη.
Το Πανδιδακτήριο ήταν ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα (σχολή) ανώτατης εκπαίδευσης στην Κωνσταντινούπολη, θεωρούμενο με σημερινούς όρους Πανεπιστήμιο. Ιδρύθηκε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β' το 425 μ.Χ. και έκτοτε τελούσε υπό την αιγίδα των Αυτοκρατόρων. Κατά τον 9ο αιώνα εγκαταστάθηκε στον περίβολο του παλατιού, στη Μαγναύρα, αναφερόμενο πλέον και ως Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας.
Γινόταν διδασκαλία στα μαθήματα: γραμματική, ρητορική, φιλοσοφία, διαλεκτική, δίκαιο, αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική. Λειτουργούσε ως ανεξάρτητο ίδρυμα. Στην εποχή του Ιουστινιανού η Νομική Σχολή απέκτησε πενταετή διάρκεια σπουδών και ανεξαρτητοποιήθηκε. Στη σχολή δεν διδασκόταν η θεολογία, η οποία διδασκόταν στην Πατριαρχική Σχολή.
Στο Πανδιδακτήριο οι σπουδαστές υπέβαλαν μελέτη με νομοθετικό ή ρητορικό περιεχόμενο πάνω σε προσχέδιο (δρακτόν ή δράγμα) που είχε εγκρίνει διδάσκαλος της σχολής.
 
Η λειτουργία του Πανδιδακτηρίου σταμάτησε οριστικά με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.
Ο Μιχαήλ (Μεθόδιος) ακολούθησε τη σταδιοδρομία του πατέρα τους. Έγινε στρατιωτικός και ανέλαβε την διοίκηση της περιοχής των πηγών του Στρυμόνα, δηλαδή στα σημερινά σύνορα Βουλγαρίας και Σερβίας, όπου και γνώρισε καλά τους Σλάβους. Παρά την επιτυχημένη σταδιοδρομία και των δύο αδελφών, βαθιά τους συγκλόνιζε ο ζήλος για την πνευματική ζωή. Είχαν μοναστική κλίση με ταυτόχρονο ζήλο για μαρτυρική διακονία στην υπηρεσία της σωτηρίας και άλλων ψυχών.
Ο 9ος αιώνας μ.Χ., όταν και έλαμψαν οι δύο Άγιοι, είναι μια μεγάλη εποχή του Βυζαντίου. Χαρακτηρίζεται από ακμή στην πολιτική και στρατιωτική δύναμη και από άνθηση στην οικονομία, στα γράμματα, στις τέχνες. Η Εκκλησία της Ανατολής ανασυγκροτείται μετά την τρικυμία της εικονομαχίας. Το πρόβλημα της εικονομαχίας, αν μπορεί η φύση του Θεού, η θεία και η ανθρώπινη, να παρασταθεί εικονικά, έχει επιλυθεί. Τα ρήγματα όμως από τις εκκλησιαστικές και πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ Δύσης και Ανατολής γίνονται βαθύτερα. Τα εγκόσμια συμφέροντα, οι ανταγωνισμοί για την πνευματική και πολιτική εξουσία διασπούν τη μέχρι τότε ενιαία Χριστιανική Οικουμένη σε δύο παράλληλους κόσμους, το Βυζαντινό και το Φραγκικό. Οι διαφορές είναι ορατές στα μέσα του 9ου αιώνα μ.Χ., όταν ανέκυψε το θέμα του εκχριστιανισμού των Σλάβων της Δύσης. Σε αυτήν την αντιδικία μπλέκονται οι δύο Θεσσαλονικείς αδελφοί.
Αρχικά ο Κωνσταντίνος (αργότερα Κύριλλος) αναπτύσσει ιεραποστολικό έργο μεταξύ της Τουρκικής φυλής των Χαζάρων. Η μεγάλη όμως ευκαιρία δίνεται το καλοκαίρι του 862 μ.Χ., όταν φθάνει στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία του ηγεμόνα των Μοραβών Ραστισλάβου, που το έθνος του κατοικούσε από τη Βοημία μέχρι τα Καρπάθια και το Δούναβη. Ο Ραστισλάβος ζητά από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ έναν Επίσκοπο και δάσκαλο, για να τους διδάξει στη γλώσσα τους την αληθινή πίστη και να προσέλθουν και άλλοι στον Χριστό. Είχαν βαπτισθεί πολλοί, αλλά και οι βαπτισμένοι από τους Λατίνους ιεραποστόλους αγνοούσαν τον Χριστιανισμό, όσο και οι αβάπτιστοι, αφού οι Λατίνοι, συνεπείς στην παράδοσή τους, τους επέβαλαν την γνώση του Ευαγγελίου στα λατινικά και τη λατρεία πάλι στα λατινικά, δηλαδή σε μία γλώσσα που αγνοούσαν.
Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ προσκαλεί τον φιλόσοφο Κωνσταντίνο (Κύριλλο) να αναλάβει αυτήν την αποστολή προς τους Μοραβούς. Το έργο το δέχεται ο Κωνσταντίνος υπό την προϋπόθεση της δημιουργίας γραφής στη γλώσσα των Μοραβών. Μετά από μελέτες φτιάχνει το λεγόμενο γλαγολιτικό (όχι το κυριλλικό) αλφάβητο και αρχίζει τη μετάφραση του Ευαγγελίου και της Βυζαντινής Λειτουργίας, καθώς και άλλων βιβλίων.
Την άνοιξη του 863 μ.Χ., ο Κωνσταντίνος (Κύριλλος) παίρνει τον αδελφό του Μιχαήλ, που είχε γίνει μοναχός με το όνομα Μεθόδιος, και φθάνει στην αυλή του Ραστισλάβου. Η εργασία τους διαρκεί τρία χρόνια. Έκαναν σπουδαίες μεταφράσεις, εισήγαγαν τη βυζαντινή παράδοση της Μεγάλης Εκκλησίας στη Μοραβία. Άνοιξαν τους πολιτιστικούς ορίζοντες του ευαγγελιζόμενου λαού. Έγιναν οι πραγματικοί φωτιστές του. Με αφετηρία την αρχή ότι κάθε λαός έχει το δικαίωμα να λατρεύει τον Θεό στη μητρική του γλώσσα, οι άγιοι αδελφοί συγκρότησαν γραπτή σλαβική γλώσσα, μετέφρασαν τα λειτουργικά βιβλία στη γλώσσα αυτή, καθιέρωσαν τη σλαβική ως λειτουργική γλώσσα, έγραψαν και πρωτότυπα έργα και κατέστησαν διδάσκαλοι δεκάδων μαθητών για τη στελέχωση της τοπικής Εκκλησίας με διακόνους και πρεσβυτέρους, άριστους γνώστες της λειτουργικής παλαιοσλαβικής γλώσσας.
Η διείσδυση όμως αυτή ενόχλησε τους Φράγκους και τη Ρώμη που άρχισαν να υποσκάπτουν αδιάκοπα την ιεραποστολική εργασία τους.
Οι δύο Άγιοι αναδείχθηκαν άξιοι μιμητές του Αποστόλου Παύλου σε πολλούς τομείς του βίου και της δράσης τους.
(Περισσότερα στο: https://www.saint.gr/405/saint.aspx)