Τρίτη, 29 Ιουνίου 2021

Έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί»

 Δρ. Κατερίνα Τρύφωνος   



Το “Άξιον Εστί” αποτελεί ένα από τα μνημειώδη έργα της νεώτερης ελληνικής γραμματείας. Πρόκειται για ένα έργο που έχει απασχολήσει τόσο την ελληνική αλλά και την ξένη κριτική. Άλλωστε, είναι το πιο πολυμεταφρασμένο έργο του μεγάλου μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, ιδίως μετά το βραβείο Νόμπελ του, το 1979. Παράλληλα, έχει γίνει προσφιλές στο ευρύ κοινό, με τη βοήθεια της μελοποίησης αποσπασμάτων του από τον Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και μετά από διαδικασίες που έχουν να κάνουν με τις περιπέτειες του ελληνικού δημοσίου βίου κατά τις τελευταίες δεκαετίες. 

Αναμφίβολα, η εκτενής αυτή ποιητική σύνθεση του Ελύτη έρχεται να προστεθεί σε ανάλογες μεγαλόπνοες ποιητικές συνθέσεις της Ελληνικής Ποίησης του αιώνα μας, όπως «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» του Κωστή Παλαμά, ή «Ο Πρόλογος στη Ζωή» του Άγγελου Σικελιανού. Ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί πώς έγραψε το Αξιον Εστί. Δέκα χρόνια μετά την έκδοση το έργου, ο ποιητής θα εμπιστευθεί στον Γ.Π. Σαββίδη, κάποιες σημειώσεις οι οποίες εξηγούν το πώς δημιουργήθηκε το «Αξιον Εστί ». 

«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου, μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί –πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος– δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στην πέτρα. Θυμάμαι, τη μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα, με γόνατα  παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα.  Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκιπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση… Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου –η πρώτη ήτανε στην Αλβανία– που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε, φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! 

Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας ! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι, που δεν μπορούσαν να ’χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσαν. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: Εμείς περάσαμε πόλεμο κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: «Αα, κι εσείς ε;». Καταλάβαινε ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη – άκρη ενός χάρτη απίθανου. Αυτός ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ’δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο, τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. 


Κι έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί». 

Άξιον Εστί λοιπόν! Οδυσσέας Ελύτης, Μίκης Θεοδωράκης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Μια Ελλάδα ευλογημένη να κουβαλά στο πανέρι του Πολιτισμού  της ένα έργο γεμάτο Ιστορία, ένα έργο γεμάτο μελωδία. Ένα ποιητικό έργο, λέξεις ιερές και αιώνιες του μεγάλου ποιητή Οδυσσέα Ελύτη που καθόρισαν τη λογοτεχνία και τη μουσική μας.

Ο αγώνας του ανθρώπου της Ελλάδας μέσα από τις κακουχίες και τη στέρηση. Η πορεία της Ελληνικής ψυχής να κατακτήσει την Ελευθερία που της αξίζει. Άξιον έργο, έργο που έχει ήδη κατακτήσει τη θέση του ανάμεσα στα πιο σημαντικά έργα του Ελληνικού Πολιτισμού! 

Άξιον εστί…

* Καθηγήτρια Φιλολογίας.



Γιώργος Πάνου Σαββίδης- φιλόλογος


https://www.timesnews.gr/γ-π-σαββίδης-φιλόλογος/


Το Άξιον Εστί είναι μια ποιητική σύνθεση που γράφτηκε από τον Οδυσσέα Ελύτη και κυκλοφόρησε το 1959. Εν πολλοίς ήταν αυτό που χάρισε στον δημιουργό του το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979, κάνοντάς τον έτσι τον 2ο Έλληνα που τιμήθηκε με το ανώτερο βραβείο της παγκόσμιας Λογοτεχνίας (είχε προηγηθεί ὁ Γιώργος Σεφέρης το 1963).


Τα μέρη του ‘Άξιον Εστί» είναι: 

  1. Η Γένεσις, Εισαγωγή – Τότε είπε 
  2. Ιδού εγώ λοιπόν 
  3. Η πορεία προς το μέτωπο 
  4. Ένα το χελιδόνι 
  5. Τα θεμέλια μου στα βουνά 
  6. Με το λύχνο του άστρου 
  7. Η Μεγάλη Έξοδος 
  8. Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ 
  9. Ναοί στο σχήμα του ουρανού (ορχηστρικό) 
  10. Της αγάπης αίματα 
  11. Ναοί στο σχήμα του ουρανού 
  12. Προφητικόν 
  13. Ανοίγω το στόμα μου 
  14. Σε χώρα μακρινή 
  15. Το Δοξαστικόν