Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2021

Το κρίσιμο σταυροδρόμι του Κυπριακού-Αντιναύαρχος ε.α Β.Μαρτζούκος

 


Γράφει ο

Αντιναύαρχος ε.α. Β. Μαρτζούκος ΠΝ

Αντιπρόεδρος ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.

Διαπιστώνεται ιστορικά ότι η Τουρκία θέτει στρατηγικούς στόχους και ενεργεί μεθοδικά για την εκπλήρωσή τους, γνωρίζοντας να περιμένει ευνοϊκές συγκυρίες. Ο έλεγχος της Κύπρου αποτελεί πάγια τουρκική στρατηγική επιλογή από το τέλος του Β’ΠΠ. Εκμεταλλευόμενοι την βρετανική πολιτική του «διαίρει και βασίλευε», οι Τούρκοι κατόρθωσαν σταδιακά να αποκλείσουν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα (Συνθήκη Ζυρίχης – Λονδίνου 1959), δημιούργησαν συμπαγείς γεωγραφικά ομάδες Τουρκοκυπρίων (θύλακες από το 1963), αλλοιώνουν διαρκώς την πληθυσμιακή

σύνθεση με εποίκους, καταστρέφουν τα ελληνικά πολιτιστικά μνημεία στο κατεχόμενο τμήμα, προσβάλλουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου και διατηρούν μεγάλη στρατιωτική δύναμη κατοχικών στρατευμάτων (από το 1974). Απομένει ο τελικός σκοπός του συνολικού ελέγχου της Κύπρου. 

Σύμφωνα με αρκετές ενδείξεις, κατά την τρέχουσα περίοδο δρομολογούνται σημαντικές εξελίξεις για το Κυπριακό ζήτημα. Η Ελλαδική και Κυπριακή πλευρά είναι έτοιμες να διαπραγματευθούν στο πλαίσιο των ψηφισμάτων των ΗΕ και στη βάση μίας Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα (όπως αυτή περιγράφεται από τον ΟΗΕ), ενώ η Τουρκία επιδιώκει δυναμικά αλλαγή του πλαισίου διαπραγματεύσεων στην βάση δύο κυριάρχων κρατών σε χαλαρή Συνομοσπονδία. 

Το ομοσπονδιακό μοντέλο κρατικής δομής και εξουσίας έχει αποδειχθεί ανά τον κόσμο ως  λειτουργικό και αποτελεσματικό. Προϋπόθεση αποτελεί η ανεξάρτητη βούληση των πολιτών (ένας άνθρωπος μία ψήφος)  οι οποίοι εκλέγουν εκάστοτε τους βέλτιστους ηγέτες και δεν ψηφίζουν θρησκευτικά, εθνικά, φυλετικά κ.λπ. Με δεδομένες τις τουρκικές διαχρονικές επεκτατικές πρακτικές, την καταλυτική επίδραση που ασκεί η Τουρκία στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου και τον μη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, το εν λόγω μοντέλο δεν μπορεί να προσφέρει βιώσιμη λύση. Κατά την πλέον πρόσφατη εμπειρία, το Ομοσπονδιακό διζωνικό, δικοινοτικό μοντέλο εκφυλίσθηκε στο περίφημο σχέδιο «Ανάν», το οποίο θα μετέτρεπε την Κύπρο σε είδος προτεκτοράτου. Παρά την πίεση του Διεθνούς Παράγοντος και την συναίνεση ή ανοχή μεγάλου μέρους του πολιτικού, ακαδημαϊκού και διπλωματικού χώρου Ελλάδος και Κύπρου προς το εν λόγω σχέδιο, ο Κυπριακός λαός με την εθνική στάση και παρότρυνση του τότε Προέδρου αειμνήστου Τάσου Παπαδοπούλου (2004), απέρριψε, κατά το σχετικό Δημοψήφισμα, το σχέδιο με συντριπτική πλειοψηφία.  

Οι πιθανές προοπτικές επιλύσεως του Κυπριακού, οδηγούν στις εξής περιπτώσεις:

  1. Διζωνική Δικοινοτική «Ομοσπονδία» (ΔΔΟ), με «πολιτική ισότητα».

Ως πιθανότερο αποτέλεσμα αναμένεται κάποια παραλλαγή του σχεδίου «Ανάν». Στην περίπτωση αυτή νομιμοποιούνται τα τετελεσμένα του 1974 και παραβιάζεται το Διεθνές Δίκαιο και το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η Κυπριακή Δημοκρατία υπονομεύεται σταδιακά, η Τουρκία καθίσταται νόμιμος συνεταίρος στην Κύπρο και αυξάνεται η απειλή της προς την Ελλάδα. Η εγγενής δυσχέρεια λήψεως αποφάσεων σε επίπεδο «Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως» οδηγεί σε ακυβερνησία, με πιθανότερο αποτέλεσμα την καταφυγή στην παροχή «καλών υπηρεσιών» από τον Διεθνή Παράγοντα και κυρίως από το Ηνωμένο Βασίλειο το οποίο διατηρεί τα δικά του συμφέροντα στην περιοχή. Οι στρατηγικές συνεργασίες που έχει συνάψει η Κύπρος με κράτη της περιοχής διεμβολίζονται ενώ στο εξής η φωνή της στην ΕΕ θα διαφοροποιείται αναλόγως της τουρκικής βουλήσεως. Τελικά αναμένεται σταδιακή ομηρία των Ε/Κ από την Τουρκία.

Μία λύση στο πλαίσιο ΔΔΟ, με ψήγματα βιωσιμότητος θα έπρεπε να βασισθεί ενδεικτικά σε σειρά αδιαπραγμάτευτων «κόκκινων γραμμών», όπως η εφαρμογή του θεσμικού και νομικού πλαισίου της ΕΕ καθώς και του κοινοτικού κεκτημένου, ο Πρόεδρος της ομοσπονδιακής κυβερνήσεως να είναι πάντοτε Ε/Κ, ισχυρή ομοσπονδιακή κυβέρνηση (μία διεθνής προσωπικότητα, μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια) και ισχυρό ομοσπονδιακό Σύνταγμα, μη αλλοίωση της αρχικής πληθυσμιακής αναλογίας, συγκρότηση κυπριακών ΕΔ και ένταξη αυτών στην ΚΕΠΑΑ της ΕΕ και το ΝΑΤΟ, άμεση αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων, κατάργηση του καθεστώτος εγγυήσεων,  αποχώρηση του μεγαλυτέρου μέρους των εποίκων, επιστροφή Αμμοχώστου και Μόρφου,  εκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, μη δικαιολόγηση θαλασσίων ζωνών για τις βρετανικές βάσεις κ.λπ.. 

  1. Δύο κυρίαρχα κράτη σε χαλαρή Συνομοσπονδία. 

Επικυρώνεται η απώλεια του βορείου τμήματος της Κύπρου, το οποίο αποκτά στο εξής πλήρη εξάρτηση από την Τουρκία. Απώλεια κυριαρχικών δικαιωμάτων στην θάλασσα. Κατάλυση Κυπριακής Δημοκρατίας. Πιθανή πληθυσμιακή διόγκωση του Τ/Κ τμήματος. Το καθεστώς της Συνομοσπονδίας χρησιμοποιείται από την Τουρκία για διείσδυση, αποσταθεροποίηση και έλεγχο του Ε/Κ τμήματος, καθώς και εμμέσου συμμετοχής της στην λήψη αποφάσεων της ΕΕ. Το Ηνωμένο Βασίλειο αναλαμβάνει τον γνωστό σε αυτό ρόλο του «διαμεσολαβητού».  

  1. Κήρυξη «ανεξαρτησίας» κατεχομένου τμήματος.

Απώλεια κυριαρχίας στο βόρειο τμήμα της Κύπρου και κυριαρχικών δικαιωμάτων στην θάλασσα. Οριστική απώλεια Αμμοχώστου και Μόρφου. Πρώτο βήμα ενσωματώσεως Τ/Κ στην «μητέρα πατρίδα», με πιθανή αντίστοιχη ένωση Ε/Κ με την Ελλάδα (διπλή ένωση). Κατάλυση Κυπριακής Δημοκρατίας. Διακριτή και πλήρως διαχωρισμένη κυριαρχία στα δύο τμήματα. Πιθανή η πληθυσμιακή διόγκωση του Τ/Κ τμήματος καθώς και η μελλοντική αστάθεια.

Μετά την επιγραμματική περιγραφή των πιθανών επιπτώσεων των τριών ανωτέρω προοπτικών, οι οποίες θίγουν εμφανώς ζωτικά εθνικά συμφέροντα Ελλάδος και Κύπρου, απομένει μία ακόμη προοπτική η οποία δυνατόν να αποκληθεί «απελευθέρωση της Κύπρου». Η εκδοχή αυτή κρίνεται ως η μόνη εξυπηρετούσα τα εθνικά συμφέροντα και είναι δυνατόν να στηριχθεί στα εξής επιχειρήματα:

  1. Η Ελλάς ως εγγυήτρια δύναμη έχει την υποχρέωση επεμβάσεως στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου, προκειμένου να άρει τα παράνομα αποτελέσματα που προκάλεσε η τουρκική εισβολή και κατοχή το 1974, σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα των ΗΕ.
  2. Γεωπολιτικά συνάδει με τα Δυτικά συμφέροντα, δεδομένου ότι τυχόν έμμεσος ή άμεσος έλεγχος της Κύπρου από την αυτονομημένη και επαμφοτερίζουσα Τουρκία, αποσταθεροποιεί την ευρύτερη περιοχή της Α. Μεσογείου, θίγοντας επιπλέον ζωτικά συμφέροντα Δυτικότροπων κρατών της περιοχής όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος.
  3. Η Ελλάς και η Κύπρος ως ανεξάρτητα και ευνομούμενα κράτη οφείλουν να προασπίζουν τα εθνικά ζωτικά τους συμφέροντα, όταν μάλιστα αυτά παραβιάζονται κατά τρόπο προκλητικό, αυθαίρετο και πλήρως αντιτιθέμενο προς θεμελιώδεις κανόνες του Διεθνούς Δικαίου.

Η λύση «απελευθέρωση της Κύπρου» δεν είναι απλή. Εδάφη που έχουν κατακτηθεί στρατιωτικά δεν ανακτώνται με ακαδημαϊκή, νομική ή διεθνολογική επίκληση παραγράφων και εδαφίων του Διεθνούς Δικαίου και ψηφισμάτων του ΟΗΕ αλλά μόνο με στρατιωτική απάντηση. Η ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι ουδέν ξένο κράτος ή Διεθνής Οργανισμός πρόκειται να συνδράμει στρατιωτικά (στα πρώτα τουλάχιστον στάδια) το εθνικό αυτό εγχείρημα το οποίο θα πρέπει να στηριχθεί εξ ολοκλήρου στην αυτοβοήθεια. Η λύση αυτή δυνατόν να λάβει χώρα στο πλαίσιο μίας επεκτατικής τουρκικής ενέργειας στην Κύπρο ή και ευρύτερης ελληνοτουρκικής στρατιωτικής αναμετρήσεως. Η «απελευθέρωση της Κύπρου», απαιτεί τις ακόλουθες στρατιωτικές προϋποθέσεις δυνατοτήτων, οι οποίες θα πρέπει να ισχύουν ταυτόχρονα:

  1. Οι κυπριακές και ελλαδικές δυνάμεις επί της νήσου δύνανται να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις αντίστοιχες εχθρικές.
  2. Η αεροναυτική ισχύς Ελλάδος και Κύπρου δύναται να απαγορεύσει την ενίσχυση της Κύπρου με εχθρικό στρατιωτικό προσωπικό και υλικό.
  3. Οι ελληνικές ΕΔ αντιμετωπίζουν επιτυχώς τις τουρκικές ΕΔ, σε ολόκληρη την επικράτεια και εξουδετερώνουν τον σχεδιασμό τους.

Οι ανωτέρω προϋποθέσεις αποτελούν και ένα ακριβές κριτήριο ελέγχου των απαιτουμένων δυνατοτήτων των ΕΔ Ελλάδος και Κύπρου, προκειμένου να αποφεύγονται οι αοριστολογίες (π.χ. διαθέτουμε ισχυρές ΕΔ) οι οποίες απλώς συγκαλύπτουν σοβαρότατες πολιτικές παραλήψεις ετών. Βάσει των κριτηρίων αυτών καθίσταται δυσχερής η αιτιολόγηση της μειώσεως της θητείας στην Κύπρο (αντί να στρατεύονται και οι γυναίκες) ή της αγοράς  μερικών περιπολικών σκαφών (50 σχεδόν έτη μετά την εισβολή) ή μερικών  μόλις UAV’s κ.λπ.. Αντιστοίχως η Ελλάς με την προβληματική αμυντική βιομηχανία, όφειλε να έχει αναδείξει σε θεμελιώδη πυλώνα ανάπτυξης την αμυντική τεχνολογία και να μην έπεται των γεγονότων ψάχνοντας ακόμη για τις Φρεγάτες που θα αντικαταστήσουν στο τέλος της δεκαετίας τις υπέργηρες Φρεγάτες τύπου «ΕΛΛΗ». Εκφράσεις του τύπου «θα το ρισκάρουμε» (ή αντιστοίχως στην Κύπρο «ευτυχώς που είμαστε άοπλοι») καταδεικνύουν δυστυχώς την απόσταση που χωρίζει την πολιτική βούληση από την γεωπολιτική πραγματικότητα.

Έως ότου εκπληρωθούν με ταχείες διαδικασίες οι ανωτέρω στρατιωτικές προϋποθέσεις, η Ελλάς, κερδίζοντας χρόνο, δύναται να αποφύγει το διεθνές «blame game» παραμένοντας στην λύση της ΔΔΟ αλλά υπό τις αδιαπραγμάτευτες και νόμιμες «κόκκινες γραμμές» που προαναφέρθηκαν και οι οποίες με βεβαιότητα αναμένεται ότι θα απορριφθούν από την τουρκική πλευρά.

Η γεωπολιτική αξία της Κύπρου είναι καθοριστικής σημασίας για την Ελλάδα. Η υποχρέωση προασπίσεως της Κύπρου ενέχει πατριωτική, ηθική, νομική και ρεαλιστική διάσταση. Οι πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις στην Κύπρο δεσμεύουν το σύνολο των εξελίξεων στον Ελλαδικό χώρο. Άμεση ή έμμεση απώλεια της Κύπρου ισοδυναμεί με δεύτερη Μικρασιατική καταστροφή. Εάν Ελλάς και Κύπρος επιθυμούν ευνοϊκή λύση κυπριακού, πληρούσα τα εθνικά ζωτικά συμφέροντα, θα πρέπει οι πολιτικές ηγεσίες να συμφωνήσουν διακομματικά το «δέον γενέσθαι», παρακάμπτοντας έτσι το όποιο πολιτικό κόστος. Η λύση αυτή περνά μέσα από την εκπλήρωση των προαναφερθέντων στρατιωτικών προϋποθέσεων τις οποίες η γεωγραφία και η σύγχρονη τεχνολογία καθιστούν εφικτές. Οιαδήποτε άλλη εκδοχή επιλογών, απαλλαγμένη από εξωραϊστικά περιτυλίγματα, οδηγεί δυστυχώς σε  δυσοίωνες προοπτικές οι οποίες στην καλύτερη περίπτωση καταλήγουν σε προσωρινή βιωσιμότητα υψηλού ρίσκου και στην χειρότερη περίπτωση σε εθνική συρρίκνωση. Οι αποφάσεις ανήκουν στις πολιτικές ηγεσίες αλλά και στον ελληνικό και κυπριακό λαό.

https://www.militaire.gr/