Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2021

Ήθη και πρακτικές σε μια περίοδο του Μεσαιωνικού Ελληνισμού

 Αγία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου


Μπορεί να είναι εικόνα 7 άτομα
Στις 28 Ιουλίου εκάστου έτους, η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Αγίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου.
Στα μέσα του 9ου αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο εικονομάχος Θεόφιλος και σύζυγός του η Θεοδώρα, και όταν η περίοδος της Εικονομαχίας, που για περισσότερο από 100 χρόνια ταλάνισε την αυτοκρατορία, βρισκόταν στην τελευταία φάση της, στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, γεννήθηκε και έζησε την πρώτη της νεότητα η οσία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου.
Πατέρας της Αγίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου ήταν ο πατρίκιος και στρατηγός Φιλάρετος ο Καππαδόκης, ο οποίος καταγόταν από την Καισαρεία της Καππαδοκίας, και ήταν ευνοούμενος του αυτοκράτορα Θεόφιλου και έμπιστος της συζύγου του Θεοδώρας. Ο Φιλάρετος ο Καππαδόκης ασκούσε μάλιστα και τα καθήκοντα του στρατιωτικού διοικητή του εξαιρετικής σημασίας θέματος της Καππαδοκίας. Μητέρα της Αγίας Ειρήνης ήταν η πατρικία Ζωή, γυναίκα όμορφη και σεβαστή σε όλη την Καισαρεία για τον ενάρετο βίο της. Το ανδρόγυνο είχε αποκτήσει δυο κόρες, την Καλλινίκη και την Ειρήνη. Η Καλλινίκη γεννήθηκε το 825 μ.Χ.. Οφείλει το όνομά της στις θριαμβευτικές νίκες που πέτυχε ο πατέρας της Φιλάρετος ο Καππαδόκης εναντίον των Σαρακηνών τη χρονιά που γεννήθηκε η Καλλινίκη. Τρία χρόνια αργότερα, το 828, γεννήθηκε η Ειρήνη. Ο Φιλάρετος όμως έχασε τη γυναίκα του, όταν εκείνη ήταν ακόμη πολύ νέα. Έτσι, η ανατροφή των δύο κοριτσιών τους ανατέθηκε στην πατρικία Σοφία, η οποία ήταν η μεγαλύτερη αδερφή του στρατηγού Φιλάρετου του Καππαδόκη.
Την άνοιξη του 839 μ.Χ., ο Φιλάρετος φιλοξένησε στο ανάκτορό του στην Καισαρεία, τον νεαρό καίσαρα Βάρδα, αδελφό της Αυγούστας Θεοδώρας, ο οποίος είχε μεταβεί στην Καισαρεία για κρατική υπόθεση, απεσταλμένος του αυτοκράτορα Θεόφιλου. Εκεί γνώρισε τη δεκατετράχρονη Καλλινίκη, γοητεύτηκε από την καλλονή της και τη ζήτησε σε γάμο. Λίγους μήνες αργότερα, ολόκληρη η Καππαδοκία παρέστη στους υπέρλαμπρους γάμους της Καλλινίκης και του Βάρδα, όπου ο ίδιος ο αυτοκράτορας Θεόφιλος συμμετείχε ως παραγαμπρός του γυναικαδερφού του.
Το χειμώνα του 843, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, χήρα πια και επίτροπος του γιου της Μιχαήλ Γ΄, κάλεσε τον πατρίκιο Φιλάρετο να έλθει από την Καισάρεια στην Κωνσταντινούπολη. Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα είχε αποφασίσει να θέσει οριστικό τέλος στην Εικονομαχία και γι’ αυτό το σκοπό χρειαζόταν τη βοήθεια τόσο του στρατού όσο και των ιερέων. Εμπιστεύτηκε λοιπόν το στρατηγό Φιλάρετο τον Καππαδόκη και τον Μάξιμο τον Ομολογητή (μετέπειτα Πατριάρχη). Όταν επιτεύχθηκε ο σκοπός της και οι εικόνες αναστηλώθηκαν (19 Φεβρουαρίου 843 μ.Χ.), η αυτοκράτειρα Θεοδώρα ζήτησε από τον στρατηγό Φιλάρετο τον Καππαδόκη να φέρει από την Καισάρεια στην Κωνσταντινούπολη την όμορφη θυγατέρα του Ειρήνη, προκειμένου να την παντρέψει με το γιο της Μιχαήλ. Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα έψαχνε κατάλληλη νύφη, η οποία θα συνέτιζε το νεαρό γιό της από τα ξέφρενα γλέντια, και θεωρούσε ότι η Ειρήνη που ήταν μια φημισμένη για την ενάρετη ζωή της καλλονή θα εξυπηρετούσε το σκοπό της. Ο στρατηγός Φιλάρετος ειδοποίησε αμέσως την αδερφή του Σοφία να στείλει την Ειρήνη, που τότε ήταν 15 χρονών, στη Βασιλεύουσα με τη συνοδεία του πατρικίου στρατηγού Νικηφόρου, αδερφού της μακαρίτισσας συζύγου του Ζωής. Τα νέα ότι η Ειρήνη θα παντρευόταν τον αυτοκράτορα και θα φορούσε το στέμμα της αυτοκρατορίας διαδόθηκαν σαν αστραπή σε όλη την Καππαδοκία.
Η μόνη που έμεινε παγερά αδιάφορη σε όλη αυτήν την αναστάτωση ήταν και η άμεσα ενδιαφερόμενη: η Ειρήνη. Από πολύ νωρίς είχε ποθήσει το μοναχικό βίο και οι λόγοι που δέχτηκε με χαρά αυτό το ταξίδι προς τη Βασιλεύουσα απείχαν πολύ από αυτό που όλοι νόμιζαν: Ταξίδευε στην Πόλη για να αποχαιρετήσει την πολυαγαπημένη της αδερφή, την οποία δεν είχε ξαναδεί από την ημέρα των λαμπρών γάμων της (είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε) και για να αποσπάσει την ευχή του πατέρα της, ώστε να αποσυρθεί στη μονή που τόσο διακαώς ποθούσε.
Τελικά, και παρά τις δελεαστικές προτάσεις που της έγιναν και παρά τις πιέσεις που της άσκησε ο πατέρας της, η Ειρήνη, αφού έδωσε στους φτωχούς τα υπάρχοντά της, εκάρη μοναχή στη γυναικεία κοινοβιακή μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ & Γαβριήλ Χρυσοβαλάντου, η οποία βρισκόταν στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης.
Στη μονή αυτή, σε ηλικία περίπου 15 ετών, η Ειρήνη εκάρη μοναχή και έξι χρόνια αργότερα έγινε, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της, Ηγουμένη της μονής Χρυσοβαλάντου.
Η Ειρήνη έδινε πολύ μεγάλη σημασία στην πνευματική καθοδήγηση. Κάθε πρωί προσκαλούσε τις αδελφές στον ιερό ναό των Αρχαγγέλων και τις συμβούλευε πνευματικά, ενώ πολλές φορές πήγαιναν και λαϊκοί να την επισκεφθούν και να ζητήσουν την καθοδήγησή της. Η Ειρήνη ζήτησε στην προσευχή της το διορατικό χάρισμα, για να γνωρίζει τι κρύβει ο πνευματικά "καθοδηγούμενος" στην καρδιά του. Στον ιερό ναό τον Αρχαγγέλων δίδασκε για το μυστήριο του θανάτου και την αιωνιότητα.
Όταν ένιωσε ότι ήλθε η ώρα του δικού της βιολογικού θανάτου η Οσία Ειρήνη τακτοποίησε τις υποθέσεις του μοναστηριού και υπέδειξε την άξια διάδοχό της. Μια εβδομάδα πριν τη μεγάλη ημέρα της αναχώρησής της, νήστεψε και καθημερινά κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Ξημέρωσε τέλος η Κυριακή, κατά την οποία για τελευταία φορά η Ειρήνη παρακολούθησε τη θεία λειτουργία, απάγγειλε το σύμβολο της πίστης (το πιστεύω), κοινώνησε, αγκάλιασε τις αδελφές, ζήτησε τη συγγνώμη τους και τέλος γονάτισε μπροστά στην Ωραία Πύλη, ύψωσε τα χέρια της και προσευχήθηκε για τελευταία φορά με αυτά τα λόγια:
«Δέσποτα, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος. Συ ο Ποιμήν ο Καλός που με το Πανάγιο και Πολύτιμο Αίμα Σου μας ελύτρωσες από τα δεσμά της αμαρτίας, άκουσε την τελευταία δέηση της ταπεινής Σου δούλης. Στην κραταιά Σου χείρα παραδίδω σήμερα το μικρό τούτο ποίμνιο. Σκέπασε το με τη θεία σκέπη Σου και διαφύλαξέ το από τις επιθέσεις του αοράτου εχθρού. Διότι Συ είσαι ο αγιασμός μας και η απολύτρωσις και Σε θα δοξάζουμε αιωνίως. Αμήν».
Στη συνέχεια, σιωπηλά και ήρεμα, αποσύρθηκε στο κελί της και πλάγιασε στην ασκητική της κλίνη. Οι μοναχές της, με ευλαβική σιωπή, την περικύκλωσαν και την έβλεπαν να χαμογελά. Με αυτό το χαμόγελο, το οποίο αποδείκνυε την απόλυτη μακαριότητα και γαλήνη της ψυχής της, παρέδωσε το πνεύμα της η οσία Ειρήνη, Ηγουμένη της μονής Χρυσοβαλάντου, σε ηλικία 104 χρόνων.
 
Η οσιακή της κοίμηση διαδόθηκε σε όλη τη Βασιλεύουσα αστραπιαία και χιλιάδες κόσμου συνέρρευσαν στο μοναστήρι, για να προλάβουν να προσκυνήσουν το ιερό σκήνωμα της πνευματικής τους μητέρας. Επικεφαλής ήταν ο πατριάρχης, ο οποίος με το πλήθος του λαού από όλες τις κοινωνικές τάξεις και των αρχιερέων και λοιπών κληρικών συνόδευσαν τη μακαριστή Ηγουμένη στην τελευταία της κατοικία, στο παρεκκλήσι του μεγαλομάρτυρος αγίου Θεοδώρου.