Τρίτη, 3 Αυγούστου 2021

Η τουρκοφωνία των Ρωμιών-Ελλήνων της κεντρικής Μικράς Ασίας και μάλιστα της Καππαδοκίας


(Άρθρο του Νικολάου Γ. Ιντζεσίλογλου, Ομότιμου Καθηγητή του ΑΠΘ και τ. Κοσμήτορα της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, στην περιοδική έκδοση "Σινασίτικη Φωνή" του Σωματείου "Η Νέα Σινασός", αρ. φύλ. 93 και 94, 2021, σελίδες 4-5)
Μπορεί να είναι εικόνα μνημείο και εξωτερικοί χώροι
Είναι γνωστό ότι στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, ιδίως στην περιοχή της Καππαδοκίας, καθώς και στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, που κατά καιρούς κάλυπτε το κράτος των Σελτζούκων της Ρωμανίας (Ρουμ Σελτζούκ), και στη συνέχεια το Εμιράτο της Καραμανίας (δηλαδή στην Κεντρική Μικρά Ασία), υπήρχαν πληθυσμοί, οι οποίοι διατήρησαν τη συνείδηση της ρωμιοσύνης, ανεξάρτητα από τη γλώσσα ή το προφορικό γλωσσικό ιδίωμα, που χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή τους ζωή, κατά τα 800 περίπου χρόνια τουρκικής επικυριαρχίας στην περιοχή. Πρόκειται για ένα πολιτισμικό επίτευγμα διατήρησης της συλλογικής ταυτότητας είτε οι πληθυσμοί αυτοί μιλούσαν κάποιο από τα ελληνικά ιδιώματα της καππαδοκικής διαλέκτου1 είτε είχαν μερικώς ή πλήρως τουρκοφωνήσει.
Μερικοί από αυτούς τους ρωμέϊκους-ελληνικούς πληθυσμούς, σε περίπου 27 χωριά, διατήρησαν κάποιο από τα προφορικά ελληνικά ιδιώματα της καππαδοκικής διαλέκτου, ενώ οι περισσότεροι αριθμητικά τουρκοφώνησαν. Όπως άλλωστε τουρκοφώνησαν και οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι της ίδιας περιοχής, διατηρώντας, όμως, τη συνείδηση της ταυτοτικής συλλογικής τους διαφοροποίησης.
Η Καραμανία και η τουρκοφωνία
Η Καραμανία
Το Εμιράτο της Καραμανίας ήταν ένα κράτος ισχυρό, αντίπαλο και ανταγωνιστικό προς το κράτος των Οθωμανών. Η Καραμανία καταλήφθηκε από τον Μεχμέτ ΙΙ τον Πορθητή (κακώς αναφέρεται συχνά ως Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής) και τους Οθωμανούς, χρονολογικά μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης και μετά την κατάκτηση από τους Οθωμανούς της Αυτοκρατορίας του Πόντου των Κομνηνών. Επίσης, κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα υπήρξαν (για ποικίλους οικονομικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς και άλλους λόγους, που δεν έχουν ίσως αναλυθεί επαρκώς, και συζητούνται και διερευνώνται μέχρι σήμερα) κάποιες εξεγέρσεις (που έμειναν στην ιστορία γνωστές ως εξεγέρσεις των Τζελαλήδων) κατά της κεντρικής οθωμανικής εξουσίας, στην περιοχή αυτή και στην Ανατολία γενικότερα.
Από το όνομα του Εμιράτου της Καραμανίας προέρχεται και η λέξη «Καραμανλής». Ο όρος «Καραμανλής» και «Καραμανλήδες» σημαίνει τους κατοίκους και υπηκόους του ισχυρού εμιράτου της Καραμανίας, που προέκυψε από τη διάλυση του κράτους των Σελτζούκων της Ρωμανίας (Ρουμ Σελτζούκ), που είχε πρωτεύουσα το Ικόνιο της Μικράς Ασίας. Δηλαδή η λέξη «Καραμανλής» δηλώνει την καταγωγή από την Καραμανία, όπως το Σταμπουλής σημαίνει καταγωγή από την Ισταμπούλ (Κωνσταντινούπολη), το Βελεστινλής από το Βελεστίνο, το Τεπελενλής από το Τεπελένι κ.λπ.. Επομένως οι λέξεις «Καραμανλής» και «Καραμανλήδες», ενώ αρχικά προσδιόριζαν τα μέλη μιας ηγετικής οικογένειας και φυλετικής ομάδας, που δημιούργησε το Εμιράτο της Καραμανίας, κατέληξαν, με το πέρασμα του χρόνου, να χρησιμοποιούνται, κυρίως για να προσδιορίζουν τους κατοίκους της αντίστοιχης περιοχής της Κεντρικής Μικράς Ασίας, ακόμη και όταν αυτοί οι ίδιοι οι κάτοικοι της περιοχής δεν αυτοπροσδιορίζονταν πάντοτε ως Καραμανλήδες, αλλά, αναφερόμενοι στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, αυτοπροσδιορίζονταν ως Κάϊσερληδες (από την Καισάρεια), Κόνιαληδες (από το Ικόνιο), Φαρασιώτες (από τα Φάρασα), Σπάρταληδες (από την Σπάρτη), Προύσαληδες (από την Προύσα), κ.λπ..
 
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, στα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχαν υιοθετήσει εξευρωπαϊσμένους τρόπους, οι Καραμανλήδες θεωρούνταν ως Ανατολίτες χωρικοί, που δεν διακρίνονταν για τους εξευρωπαϊσμένους αστικούς τρόπους συμπεριφοράς των κατοίκων των μεγάλων αστικών κέντρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, έγινε από όλους αντιληπτό ότι, στη μεγάλη τους πλειονότητα, αυτοί οι Ανατολίτες χωρικοί, οι Καραμανλήδες, ήταν άνθρωποι ιδιαίτερα ευφυείς και ικανοί στις συναλλαγές τους, δεινοί διαπραγματευτές και προικισμένοι έμποροι (αποτελεσματικοί και ταυτόχρονα μπεσαλήδες), με σωστές κοινωνικά αρχές, εδραιωμένες πεποιθήσεις και ακλόνητες αξίες, όσον αφορά ιδίως την οικογένεια, τη θρησκευτική πίστη, καθώς και την αξιοπιστία και την τιμή του ονόματός τους μέσα στον κοινωνικό τους περίγυρο.
Η τουρκοφωνία στην Καππαδοκία
Όσον αφορά ειδικότερα την τουρκοφωνία στην Καππαδοκία, αυτή προέκυψε κυρίως από δύο ιστορικά γεγονότα: Τη μάχη του Ματζικέρτ (1071) και την απαγόρευση του Εμίρη της Καραμανίας Μεχμέτ Ι Μπέη (1277) να μιλιέται στη δημόσια διοίκηση και στους δημόσιους χώρους άλλη γλώσσα εκτός από την τουρκική.
α) Μετά τη μάχη του Ματζικέρτ
Η μάχη του Ματζικέρτ (1071 μ.X.) μεταξύ του Βυζαντινού στρατού και του στρατού των Σελτζούκων υπό τον Αλπ Αρσλάν, έληξε με την αναπάντεχη ήττα του βυζαντινού στρατού, που προκλήθηκε κυρίως από την προδοσία κατά του Αυτοκράτορα, που οργάνωσε η οικογένεια των Δουκαίων και το κωνσταντινουπολίτικο κατεστημένο, με σκοπό να μη επιτρέψουν την εδραίωση στην αυτοκρατορική εξουσία του επαρχιώτη Καππαδόκη στρατηγού-Αυτοκράτορα Ρωμανού Δ΄ Διογένη.
Ο Αυτοκράτορας πιάστηκε αιχμάλωτος και περίμενε από τους νικητές να τον τυφλώσουν. Ο Σελτζούκος ηγέτης Αλπ Αρσλάν αρχικά δεν πίστευε ότι αιχμαλωτίστηκε ο Αυτοκράτορας. Χρειάστηκαν μερικές ημέρες για να πιστέψει ο Αλπ Αρσλάν τις διαβεβαιώσεις αξιόπιστων μαρτύρων ότι ο συγκεκριμένος αιχμάλωτος είναι ο Αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης. Κι ενώ ο ηττημένος και αιχμάλωτος Αυτοκράτορας περίμενε την τύφλωσή του, ο Αλπ Αρσλάν του ζήτησε να συνεχίσει να κυβερνά. Στην πραγματικότητα, ο Αλπ Αρσλάν δεν ενδιαφερόταν για τη Μικρά Ασία. Ήθελε να γίνει Μέγας Σελτζούκος της Βαγδάτης και κατευθύνθηκε προς τη Βαγδάτη. Στον πηγαιμό, όμως, για τη Βαγδάτη, δολοφονήθηκε από έναν Τουρκομάνο φύλαρχο.
Έτσι, ο Αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ Διογένης συνέχισε να κυβερνά με έδρα κυρίως την Καισάρεια. Το κωνσταντινουπολίτικο κατεστημένο ανησύχησε. Έστειλε στρατό, συνέλαβε τον Αυτοκράτορα και αφού τον τύφλωσε (στις 29 Ιουνίου 1072) βγάζοντας τους βολβούς των οφθαλμών του με μυτερό μεταλλικό εργαλείο, τον φυλάκισε στη νήσο Πρώτη της Προποντίδας, όπου, μετά πέντε περίπου εβδομάδες, ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης πέθανε στις 4 Αυγούστου 1072, μέσα σε φρικτούς πόνους, διότι οι ανοικτές πληγές των βγαλμένων πια οφθαλμών του είχαν μολυνθεί, και σκουλήκια έτρωγαν αργά και μαρτυρικά τον εγκέφαλό του.
Έτσι, μετά τη δολοφονία των δύο ηγετών (του Ρωμανού Δ΄ Διογένη αφ’ ενός και του Αλπ Αρσλάν, αφ’ ετέρου) προέκυψε κενό πολιτικής εξουσίας στη Μικρά Ασία και ιδίως στην Καππαδοκία, με συνέπεια να εισβάλουν βίαια και άρπαγα ληστρικά σώματα Τουρκομάνων, που λεηλατούσαν την περιοχή καθιστώντας δυσχερή έως μάταια την καλλιέργεια της γης, αδύνατη τη συλλογή των γεωργικών προϊόντων και γενικά αβίωτο τον κοινωνικό βίο των Καππαδοκών.
Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έκρυθμη και μη βιώσιμη τούτη κατάσταση, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες προύχοντες Καππαδόκες με επικεφαλής επισκόπους καλούσαν τον τακτικό στρατό των Σελτζούκων να τους προστατεύσει από τους Τουρκομάνους ληστές. Έτσι, οι Σελτζούκοι καθίστανται επικυρίαρχοι, ιδρύουν το κράτος των Σελτζούκων της Ρωμανίας, και άλλοτε καταναγκαστικά και άλλοτε από αδήριτη ανάγκη για επιβίωση και για επικοινωνία των Ρωμιών με τους επικυρίαρχους Σελτζούκους, επιβάλλεται ντε φάκτο, προοδευτικά και ως ένα μόνο βαθμό, στους Ρωμιούς της περιοχής η χρήση της τουρκικής γλώσσας, στην καθημερινή ζωή2.
Αυτή η άλλοτε εξαναγκαστική και άλλοτε λόγω αναγκαίας προσαρμογής στις νέες καταστάσεις επιβεβλημένη ως ένα βαθμό τουρκοφωνία, δεν συνοδεύτηκε κι από συστηματικό καταναγκασμό (αν και υπήρχαν και περιπτώσεις καταναγκασμού), όσον αφορά την υποχρεωτική αλλαγή της θρησκείας, διότι, ως προς την θρησκεία, οι Σελτζούκοι ήταν σχετικά (σε σύγκριση, δηλαδή, με άλλους λαούς της εποχής εκείνης) ανεκτικοί. Διερχόμενοι από την Περσία, οι Σελτζούκοι ασπάστηκαν επιφανειακά το Ισλάμ, ενώ στην πραγματικότητα παρέμειναν βαθύτατα όπως ήταν προηγουμένως, δηλαδή σαμανιστές και ανιμιστές, και για τον λόγο τούτο από θρησκευτική άποψη, ως ένα βαθμό, ανεκτικοί3.
β) Το διάταγμα του Εμίρη της Καραμανίας Μεχμέτ Ι Μπέη (Καραμάνογλου)
Όπως προαναφέρθηκε, το δεύτερο ιστορικό γεγονός το οποίο επηρέασε σημαντικά στην επιβολή της τουρκοφωνίας στην κεντρική Μικρά Ασία, υπήρξε η απαγόρευση, με διάταγμα (φιρμάνι) του Εμίρη της Καραμανίας Μεχμέτ Ι Μπέη (που εκδόθηκε στις 13 Μαΐου 1277), να μιλιέται στις δημόσιες υπηρεσίες και στους δημόσιους χώρους άλλη γλώσσα εκτός από την τουρκική. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η τελευταία απαγόρευση έμεινε στην λαϊκή παράδοση των Ρωμιών της περιοχής με τη φράση «τους έκοψαν τη γλώσσα». Και στο λαϊκό φαντασιακό πέρασε και εδραιώθηκε η ιδέα ότι κάποιοι κόψανε με το μαχαίρι τη γλώσσα (που είναι μέσα στο στόμα) μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων, έτσι ώστε να μη μπορούν να μιλήσουν καθόλου, για να μη μεταδώσουν την προγονική γλώσσα που μιλούσαν και οι ίδιοι στους απογόνους τους. Ένα τέτοιο γεγονός δεν βεβαιώνεται από καμιά πηγή και μάλλον αποτελεί προϊόν του συλλογικού λαϊκού φαντασιακού. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια αυστηρή απαγόρευση της ομιλίας άλλης γλώσσας πλην της τουρκικής σε δημόσιους χώρους και στη διοίκηση μέσα στην επικράτεια του Εμιράτου της Καραμανίας. Το γεγονός αυτό της απαγόρευσης της χρήσης οποιασδήποτε άλλης γλώσσας πλην της τουρκικής σε δημόσιους χώρους, είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, και το γεγονός ότι ακόμη και στα περισσότερα χωριά της Καππαδοκίας όπου μιλιόνταν τοπικά ιδιώματα της ελληνικής καππαδοκικής διαλέκτου, τα τραγούδια, που τραγουδιούνται δημόσια, να είναι (σχεδόν) όλα στην τουρκική γλώσσα.
Όταν λόγω μακροχρόνιας κατάκτησης δημιουργείται ένα γλωσσικό περιβάλλον, στο οποίο μια γλώσσα καθίσταται διοικητικά κυρίαρχη και παράλληλα όλες οι άλλες «μειονοτικές» γλώσσες απαγορεύεται να μιλιούνται δημόσια, και ταυτόχρονα απουσιάζει ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που να καλλιεργεί τις «μειονοτικές» γλώσσες, που παραμένουν μόνο προφορικές και επομένως πολιτισμικά ατροφούν, τότε ο βαθμός κυριαρχίας της ήδη διοικητικά κυρίαρχης γλώσσας ενισχύεται με τρόπο καταιγιστικό, και δημιουργείται, μέσα στη χρονική διάρκεια, μια όλο πιο έντονη τάση εξαφάνισης κάθε άλλης γλώσσας.
Στην Καππαδοκία, μάλιστα, υπάρχει, τουλάχιστον, μια «κλινική» μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε περίπτωση, που συνιστά μια ιστορικοκοινωνική απόδειξη του πως ένας ελληνικός πληθυσμός, που αρχικά μιλούσε την ελληνική ποντιακή διάλεκτο, τελικά τουρκοφώνησε πλήρως, και μάλιστα στα νεότερα χρόνια και μέσα σε δύο-τρεις γενιές, όταν βρέθηκε σε τουρκόφωνο περιβάλλον στην Καππαδοκία4.
Άλλο ένα ιστορικό παράδειγμα αλλαγής γλώσσας στην άλλη άκρη της Ευρώπης
Φαινόμενα αλλαγής γλώσσας ή ανάμειξης γλωσσικών στοιχείων ενός πληθυσμού, λόγω κατάκτησης ή εποικισμού, έχουμε και άλλα στην ιστορία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της διάδοσης της γαλλικής γλώσσας μεταξύ των Νορμανδών και μέσω αυτών των τελευταίων στην Αγγλία. Πράγματι, στην άλλη άκρη της Ευρώπης κατά την ίδια χρονική περίοδο (με διαφορά πέντε ετών) με την έναρξη της περιόδου τουρκοφωνίας ενός μέρους των Καππαδοκών (λόγω της ήττας στο Ματζικέρτ), η γαλλική γλώσσα επεκτάθηκε και εισέδυσε στη Βρετανία, λόγω κατάληψης της Αγγλίας από τους γαλλόφωνους Νορμανδούς (1066 μ.Χ.), με συνέπεια σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό των λέξεων
στην αγγλική γλώσσα να είναι γαλλικής προέλευσης.

Αυτοί οι ίδιοι οι Νορμανδοί που ήταν Βίκιγκς από την Δανία, έχασαν την προγονική τους γλώσσα και γαλλοφώνησαν ολοσχερώς μέσα σε δύο γενιές, από τότε που εποίκισαν τη Γαλλία. Έτσι, όταν οι γαλλόφωνοι πια Νορμανδοί (Βίκιγκς) νίκησαν τους Άγγλους (που είναι γερμανικό φύλο) στη μάχη του Hastings και κατάκτησαν την Αγγλία, προώθησαν και διέδωσαν τη γαλλική γλώσσα. Οι Βασιλείς στην Αγγλία έκαναν 300 περίπου χρόνια μετά τη μάχη του Hastings (που έγινε, όπως προαναφέρθηκε, το 1066 μ.X., δηλαδή πέντε χρόνια πριν τη μάχη του Ματζικέρτ) για να γράψουν επίσημα κρατικά έγγραφα σε αγγλική γλώσσα. Τα επίσημα βασιλικά έγγραφα συντάσσονταν αποκλειστικά σε γαλλική γλώσσα, και οι υπήκοοι όφειλαν να καταλάβουν και να εκτελέσουν τις βασιλικές εντολές. Επομένως να μάθουν, ως ένα βαθμό, τη γαλλική γλώσσα. Ακόμη και σήμερα η εμβληματική φράση που βρίσκεται χαραγμένη πάνω στο στέμμα των Άγγλων Βασιλιάδων (του Ηνωμένου Βασιλείου) είναι σε γαλλική γλώσσα: “Dieu et mon Droit” (“Ο Θεός και το Δίκαιό μου”). Για τον λόγο τούτο άλλωστε οι Γάλλοι συνηθίζουν να λένε:
“L’anglais c’est du français, mal prononcé” (“Τα αγγλικά είναι γαλλικά, κακώς προφερόμενα”).
Δεν υπάρχει καραμανλήδικη γλώσσα, παρά μόνο καραμανλήδικη γραφή
Όσον αφορά τα καραμανλήδικα, δεν υπάρχει καραμανλήδικη γλώσσα, παρά μόνο καραμανλήδικη γραφή.
Η καραμανλήδικη γραφή συνίσταται στο να γράφονται τουρκικές λέξεις με ελληνικό αλφάβητο. Την καραμανλήδικη γραφή χρησιμοποίησαν οι τουρκόφωνοι Ρωμιοί, που υπάγονταν στο Οικουμενικό πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και ως εκ τούτου διαμόρφωσαν και διατήρησαν την ελληνική συνείδηση. Στη διαμόρφωση και διατήρηση της ελληνικής συνείδησης, παρά την τουρκοφωνία, συνέβαλαν, δηλαδή, τόσο η υπαγωγή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, όσο και η χρήση του ελληνικού αλφαβήτου για τη γραφή τουρκικών λέξεων.
Αντίστοιχα οι Αρμένιοι, όπου και όταν κι εκείνοι τουρκοφώνησαν, έγραφαν τις τουρκικές λέξεις με το αρμενικό αλφάβητο. Επίσης και όσοι Εβραίοι, όπου και όταν κι εκείνοι είχαν τουρκοφωνήσει, έγραφαν τις τουρκικές λέξεις με το λατινικό αλφάβητο. Κι έτσι μέσω της χρήσης διαφορετικών εθνικών αλφαβήτων διατηρείτο και η διαφορετική εθνική ταυτότητα. Κανείς δεν αμφισβητεί την αρμένικη εθνική ταυτότητα στους Αρμένιους της Καππαδοκίας που τουρκοφώνησαν ή την εβραϊκή εθνική ταυτότητα στους Εβραίους της Καππαδοκίας που τουρκοφώνησαν. Το ίδιο συμβαίνει και με την ελληνικότητα των Καππαδοκών, οι οποίοι τουρκοφώνησαν και παρά την τουρκοφωνία τους διατήρησαν ισχυρή την ρωμέϊκη-ελληνική εθνική τους συνείδηση, όταν βέβαια τέθηκε θέμα εθνικής συνείδησης και επιλογής.
Αυτή η ελληνική εθνική συνείδηση, όπως και η ελληνική γλώσσα, καλλιεργήθηκαν συστηματικά, και με διαρκώς, με το πέρασμα του χρόνου, εντεινόμενους ρυθμούς, μέσω κυρίως της ανάπτυξης του εκπαιδευτικού συστήματος και του ανοίγματος των ελληνικών σχολείων στην Καππαδοκία και στις άλλες περιοχές της κεντρικής Μικράς Ασίας. Αυτό συνέβη, όταν δόθηκε η σχετική ιστορική δυνατότητα και ευκαιρία, ιδίως από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά, και μάλιστα κατά τον 19ο αιώνα, όταν υιοθετήθηκαν οι γνωστές με το όνομα Τανζιμάτ εκσυγχρονιστικές και ευεργετικές μεταρρυθμίσεις αναδιοργάνωσης στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας5.
«Υπέρ ελληνικής πατρίδος και χριστιανικής πίστεως ένεκα»
Αυτή την ελληνική συνείδηση των τουρκόφωνων Καππαδοκών εκφράζει με εμφαντικό τρόπο ο τίτλος: “Υπέρ ελληνικής πατρίδος και χριστιανικής πίστεως ένεκα”, με τον οποίο τιτλοφορεί τα πολυσέλιδα αυτοβιογραφικά και πατριδογνωστικά χειρόγραφα απομνημονεύματά του ο τουρκόφωνος Καππαδόκης Ιορδάνης Ιντζεσουλήογλου («Λεπτοϋδωρεύς», όπως ο ίδιος εξελλήνισε το όνομά του), ο οποίος καταγόμενος από την πόλη «Ιντζέσου» (της επαρχίας της Καισαρείας της Καππαδοκίας) που σημαίνει «Λεπτονέρι» («Ιντζέ» σημαίνει «λεπτός» και «σου» σημαίνει «νερό» και «Ιντζεσουλής» σημαίνει ο κάτοικος της πόλης του Ιντζέσου και Ιντζεσουλήογλου σημαίνει το παιδί του ανθρώπου από το Ιντζέσου) της επαρχίας της Καισαρείας της Καππαδοκίας, ήλθε και κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό και υπηρέτησε για πάνω από δέκα χρόνια στην στρατιωτική φρουρά του Βασιλιά Όθωνα στην Αθήνα. Ο λεβέντης ο Γιορδάνης!
Άλλωστε, όπως προκύπτει κι από την έρευνα που πραγματοποίησε ο δικηγόρος και ιστορικός ερευνητής κ. Τάκης Σαλκιτζόγλου (καταγόμενος από την Σύλλη του Ικονίου) πολλοί Καππαδόκες και χιλιάδες Μικρασιάτες, Καραμανλήδες και μη, συμμετείχαν και έδωσαν
το αίμα τους στην επανάσταση του 1821 για τη δημιουργία του ελληνικού κράτους6.
Υποσημειώσεις:
1. Σύμφωνα με τον καθηγητή γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ Νικόλαο Ανδριώτη, οι ελληνικές διάλεκτοι είναι πέντε: Η κυπριακή, η καππαδοκική, η ποντιακή, η τσακώνικη (στην Πελοπόννησο) και η γραικάνικη (στη Νότια Ιταλία). Η Ακαδημία Αθηνών πρόσθεσε και την κρητική διάλεκτο.
2. Για περισσότερες λεπτομέρειες και μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα, βλέπε το βιβλίο του Σπύρου Βρυώνη: «Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού στη Μικρά Ασία και η διαδικασία εξισλαμισμού (11ος-15ος αιώνας)», Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1996, σελίδες 663.
3. Αυτή η σχετική θρησκευτική ανοχή επέτρεψε άλλωστε την ανάπτυξη μοναχικών ισλαμικών ταγμάτων, όπως οι περιστρεφόμενοι Δερβίσηδες, σύμφωνα με τη διδασκαλία του σούφι (σοφού) Τζελαλεντίν Μεβλανά Ρουμί (που σημαίνει στην περσική γλώσσα “ο Δάσκαλός μας ο Τζελαλαντίν ο Ρωμιός”), αλλά και ο μπεκτασισμός από τον Χατζή Μπεκτάς Βελή. Αμφότεροι, δηλαδή τόσο ο Τζελαλεντίν Μεβλανά Ρουμί όσο κι ο Χατζή Μπεκτάς Βελή, ήλθαν κατά τον 13ο αιώνα στο κράτος των Σελτζούκων από το Χορασάν (που είναι η αρχαία Βακτριανή, όπου υπήρχε σπουδαίος ελληνικός πολιτισμός μέσα και γύρω από την “Αλεξάνδρεια την Εσχάτη”, που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος), όπου φανατικοί Αφγανοί Ισλαμιστές τους καταδίωξαν ως αιρετικούς. Μάλιστα ο Τζελαλεντίν Μεβλανά Ρουμί, ο οποίος είναι από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές, που γέννησε η ανθρωπότητα, ήταν νεοπλατωνιστής και γνώριζε από έξω κείμενα του Πλάτωνα, λέγεται ότι μυήθηκε στον Χριστιανισμό από καλόγερους μέσα στη Μονή του Αγίου Χαρίτωνα, λίγο έξω και πριν μπει στην πόλη του Ικονίου. Κήρυττε την αγάπη και η επιρροή που άσκησε πάνω στους πιστούς όλων των θρησκειών ήταν τεράστια. Όταν πέθανε, στην κηδεία του συγκεντρώθηκε για να τον συνοδεύσει στην ταφή του, ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων όλων των εθνοτήτων και όλων των μονοθεϊστικών θρησκειών. Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι.
4. Μάξιμος Χαρακόπουλος: «Ρωμιοί της Καππαδοκίας», Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2003, σελίδες 292.
5. Βασικά διατάγματα (φιρμάνια) του Τανζιμάτ ήταν το Αυτοκρατορικό Διάταγμα (Χαττ-ι Σερίφ) του Ροδώνα ή του Γκιούλχανε του 1839, και το Διάταγμα της Εμπέδωσης των Μεταρρυθμίσεων (Ισλαχάτ Φερμανί ή Χαττ-ι Χουμαγιούν) του 1856. Ως τρίτο βασικό κείμενο-στάδιο της μεταρρυθμιστικής τούτης περιόδου θεωρείται το Σύνταγμα του 1876.
6. βλέπε το βιβλίο του Τάκη Σαλκιτζόγλου: «Η Μικρά Ασία στην Επανάσταση του 1821. Η συμβολή των Μικρασιατών στον εθνικό αγώνα», Αθήνα: έκδοση του «Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού", 2010.