Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2021

Ουρανία Φωτοπούλου: Μικρασιατική εκστρατεία: το ζήτημα των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου

  


Ουρανίας  Φωτοπούλου

Στη δεκαετία 1912-1922, η Ελλάδα συμμετείχε σε στρατιωτικές συγκρούσεις καθοριστικής σημασίας για την πορεία του Ελληνισμού, από συστάσεως του Νεοελληνικού Κράτους. Ξεκινούν με τους Βαλκανικούς Πολέμους, οι οποίοι είχαν ως αποτέλεσμα τον υπερδιπλασιασμό του εδάφους της επικράτειας, και ολοκληρώνονται με μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες που γνώρισε αυτό το έθνος, τη συρρίκνωση και τον εγκλωβισμό του στα στενά όρια του ελληνικού κράτους, με την καταστροφή του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Μέσα σε όλες αυτές τις πολεμικές περιπέτειες, ο ελληνικός στρατός υπήρξε θύτης, αλλά και θύμα της κοινής πολεμικής πρακτικής, δηλαδή της επιδίωξης ο αντίπαλος, εκτός από το να φονευτεί, να καταστεί αιχμάλωτος, να αφοπλιστεί και να χάσει εν γένει τη μαχητική του αξία. Ο ρόλος λοιπόν που διαδραμάτισε η Ελλάδα κατά την πολυτάραχη αυτή δεκαετία είχε ως λογική συνέπεια να κατέχει αιχμαλώτους, αλλά και να προσπαθεί να απελευθερώσει τους δικούς της που βρίσκονταν στα χέρια των εχθρών.

Σαφώς, τη μεγαλύτερη πρόκληση ως προς τη διαχείριση της δυσάρεστης κατάστασης στρατιωτικών σε αιχμαλωσία ο ελληνικός στρατός τη δέχτηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Έτσι, σε αντίθεση με τον μικρό αριθμό Ελλήνων αιχμαλώτων των προηγούμενων πολεμικών αναμετρήσεων μεταξύ της Ελλάδος και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η μικρασιατική τραγωδία συνίστατο όχι μόνο στον αφανισμό και την εκρίζωση του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, αλλά και στη μεγαλύτερη καταστροφή που υπέστη ο ελληνικός στρατός στην ιστορία του, καταμετρώντας μεγάλο αριθμό απωλειών, τόσο σε νεκρούς, όσο και σε αιχμαλώτους.

Πριν την τελική Καταστροφή, στο πλαίσιο της Μικρασιατικής Εκστρατείας, οι Έλληνες στρατιωτικοί αιχμάλωτοι των Τούρκων δεν ξεπερνούσαν τους 400 άνδρες. Ο αριθμός τους προσέλαβε πρωτόγνωρα δραματικές διαστάσεις, μετά τη διάρρηξη του ελληνικού μετώπου από τις κεμαλικές δυνάμεις το καλοκαίρι του 1922.

Τις πρώτες μέρες μετά την ολοκλήρωση της τουρκικής επίθεσης και πριν ακόμη διεκπεραιωθούν τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού στην νησιωτική και ηπειρωτική Ελλάδα, η σύγχυση των ελληνικών αρχών για το μέγεθος των απωλειών ήταν τεράστια. Το Υπουργείο Στρατιωτικών δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιοι και πόσοι είχαν σωθεί, ποιοι είχαν σκοτωθεί και ποιοι είχαν περιαχθεί σε καθεστώς αιχμαλωσίας.¹



Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1922).

Ως εκ τούτου, οι συνθήκες αιχμαλωσίας, λόγω του αιφνιδιαστικού τρόπου με τον οποίο εκδηλώθηκε η τουρκική αντεπίθεση, είχαν ως αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός – ούτε κατά προσέγγιση – ο αριθμητικός προσδιορισμός των Ελλήνων αιχμαλώτων. Σχετικά με αυτό, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν τα επίσημα στοιχεία του τουρκικού Υπουργείου Στρατιωτικών. Σύμφωνα με το επίσημο τουρκικό κράτος, οι Τούρκοι είχαν αιχμαλωτίσει κατά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου 30.000 στρατιωτικούς. Ο αριθμός αυτός όμως, σε λίγους μήνες, όταν άρχισαν οι ανταλλαγές των αιχμαλώτων, έγινε δραματικά μικρότερος και πάντως όχι σαφής ως προς το σύνολο των Ελλήνων αιχμαλώτων στρατιωτικών.

Για αυτή την αριθμητική ανακολουθία, η Τουρκία λογοδότησε ενώπιον της διεθνούς κοινότητας, ισχυριζόμενη ότι υπερέβαλε στις αρχικές εκτιμήσεις και ότι στην πραγματικότητα αυτοί που αιχμαλωτίστηκαν δεν ξεπερνούσαν τις 17.000.² Η διαφορά είναι σαφώς τεράστια και σε συνδυασμό με τις μαρτυρίες περί μεγάλης έκτασης βιαιοπραγιών εκ μέρους των τουρκικών αρχών, οδηγεί στη βάσιμη υποψία ότι εξοντώθηκαν περίπου οι μισοί από τους Έλληνες που αιχμαλωτίστηκαν, ήδη από τις πρώτες μέρες μετά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου, πριν ακόμη αυτοί διαμοιραστούν και εγκατασταθούν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων.³

Υπάρχει βέβαια το ενδεχόμενο η αριθμητική διαφορά – ως ένα σημείο – να προέκυπτε και για δύο άλλους λόγους: α) όχι σημαντικός, αλλά υπαρκτός αριθμός Ελλήνων αιχμαλώτων ήταν βουλγαρόφωνοι. Αυτοί αφέθηκαν ελεύθεροι σχεδόν άμεσα, με την προϋπόθεση να κατευθυνθούν στη Βουλγαρία, καθώς δήλωσαν Βούλγαροι στην καταγωγή και το φρόνημα⁴ και β) στις τάξεις του ελληνικού στρατού ενσωματώθηκαν, σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την αποβίβασή του στη Σμύρνη το Μάιο του 1919, και εθελοντές Μικρασιάτες. Πιθανόν, κατά τη σύλληψή τους, αρχικά προσμετρήθηκαν από τις τουρκικές αρχές, μεταξύ των Ελλήνων στρατιωτών, όταν ταυτοποιήθηκαν όμως, οι Τούρκοι τους ενέταξαν στην κατηγορία των Τούρκων υπηκόων, κατηγορουμένων για εσχάτη προδοσία,⁵ οπότε και θανατώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες.

Η ασυγκράτητη ορμή του τουρκικού εθνικισμού – έτσι όπως αυτή εκδηλώθηκε με την τουρκική αντεπίθεση – σε συνδυασμό με εμπρηστικά δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου περί παραδειγματικής τιμωρίας των «δυναστών του τουρκικού λαού» – αλλά και οι φήμες που διαδίδονταν⁶ για μαζικές σφαγές Ελλήνων στρατιωτικών και αμάχων, οδήγησαν την ελληνική κυβέρνηση να προβεί σχετικά άμεσα σε κινήσεις για την προστασία των Ελλήνων αιχμαλώτων. Στο πλαίσιο αυτό απευθύνθηκε στις κυβερνήσεις της Γαλλίας και τις Ιταλίας, οι οποίες είχαν εξαιρετικές σχέσεις με τους κεμαλικούς τη δεδομένη χρονική περίοδο, αλλά και στην Ερυθρά Ημισέληνο, που είχε δηλώσει ότι θα ενεργούσε σε κάθε περίπτωση ως θεματοφύλακας των διεθνών κανόνων περί αιχμαλώτων,⁷ ρόλος που επωμίζονταν άλλωστε, βάσει σχετικών διατάξεων της IVης Σύμβασης της Χάγης του 1907 περί αιχμαλώτων πολέμου.⁸ Παρόλα αυτά, οι αιχμάλωτοι στρατιωτικοί υπέστησαν την πιο απάνθρωπη μεταχείριση και την απόλυτη ευτέλεια. Η απαρίθμηση των βασανιστηρίων μπορεί να καλύψει όλο το εύρος κάθε νοσηρής φαντασίας. Εκατοντάδες είναι οι μαρτυρίες για τη βάναυση συμπεριφορά των Τούρκων, την κακοποίηση μέχρι θανάτου, τις εν ψυχρώ δολοφονίες και γενικά τις φρικαλεότητες εις βάρος των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών που συνελήφθησαν.



Οι στρατηγοί Δημαράς (διοικητής IVης Μεραρχίας), Τρικούπης (διοικητής Α’ ΣΣ) και Διγενής (διοικητής Β’ ΣΣ) στο τουρκικό στρατόπεδο αιχμαλώτων του Κισεχίρ.

Ο παραπάνω ισχυρισμός ενισχύεται από το ότι, κατά παράβαση των διεθνών κανόνων, καταμετρήθηκαν για πρώτη φορά περίπου δύο εβδομάδες μετά τη σύλληψή τους. Η αργοπορημένη καταμέτρηση των αιχμαλώτων αποδεικνύει ότι η εξόντωσή τους ήταν μέρος οργανωμένου σχεδίου, καθώς ο αιχμάλωτος αποκτά οντότητα και γίνεται άτομο που έχει δικαιώματα και χρήζει προστασίας, μόνο αφότου ταυτοποιηθεί και καταγραφεί σε καταλόγους, στους οποίους δύνανται να έχουν πρόσβαση οι ανθρωπιστικές οργανώσεις. Έτσι, οι χιλιάδες αιχμαλώτων, πολιτικών και στρατιωτικών που είχαν εντωμεταξύ σφαγιαστεί, ήταν σαν να μην υπήρξαν ποτέ· η τουρκική πλευρά δεν τους χρεώθηκε ως αποθανόντες εν αιχμαλωσία, αντιθέτως συμπεριλήφθηκαν στην κατηγορία των αγνοουμένων, η ύπαρξη της οποίας στοίχειωνε για πολλά χρόνια τις οικογένειες όσων είχαν την ατυχία να συμπεριληφθούν σε αυτή.

Επίσης, κατά παρέκκλιση από τη διεθνή νομιμότητα, η τουρκική ηγεσία δεν έκανε τη διάκριση αξιωματικών – στρατιωτών, από την πρώτη στιγμή της σύλληψης τους, προκειμένου αυτοί να μισθοδοτούνται, αλλά και για να τηρείται η στρατιωτική ιεραρχία στα στρατόπεδα αιχμαλώτων. Μόλις το Νοέμβριο του 1922 διαχώρισαν βαθμοφόρους από απλούς οπλίτες με σαφή στόχο την εξόντωση των αξιωματικών: μετά τη διαφοροποίηση των αξιωματικών από τους απλούς στρατιώτες, συγκέντρωσαν όλους τους αξιωματικούς στη Σεβάστεια και τους φωτογράφησαν. Οι φωτογραφίες τους απεστάλησαν σε όλη τη Μικρά Ασία, για να επιδεικνύονται στους κατοίκους, με σκοπό αφενός την ηθική ικανοποίηση των Τούρκων, αφετέρου για να υποδειχθούν όσοι αδίκησαν ή κακοποίησαν πληθυσμούς και να τιμωρηθούν καταλλήλως. Μέσα σε τρεις μήνες τουφεκίστηκαν χωρίς να δικαστούν, για δήθεν παρανομίες εις βάρος Τούρκων αμάχων, 150 αξιωματικοί διαφόρων βαθμών.

Όσο για τους οπλίτες, μετά το διαχωρισμό τους από τους βαθμοφόρους, αυτοί σχημάτισαν ένα ιδιαίτερο σώμα, το σώμα των εργατών, το οποίο διαιρέθηκε σε επιμέρους τμήματα που διασκορπίστηκαν σε διάφορα σημεία της τουρκικής επικράτειας, σε μία αρκετά εκτεταμένη περιοχή, έως και τα σύνορα με τη Συρία. Τα σώματα αυτά μετακινούνταν συνεχώς, τόσο για λόγους ασφαλείας, όσο και γιατί υποβάλλονταν σε καταναγκαστική εργασία υπό καθεστώς δουλείας, οπουδήποτε εξυπηρετούνταν οι σκοπιμότητες της τουρκικής ηγεσίας.⁹

Μετά την εκτόνωση του τουρκικού εθνικισμού – και σε «δεύτερη ανάγνωση» – η ύπαρξη πολλών Ελλήνων αιχμαλώτων ήταν ένα καλό διαπραγματευτικό χαρτί για την τουρκική ηγεσία. Έτσι, η κράτησή τους πλαισιώθηκε από κανόνες –όπως η σύσταση Κανονισμού σε κάθε στρατόπεδο αιχμαλώτων που συνιστούσε στοιχειώδες θεωρητικό πλαίσιο της λειτουργίας του – που τυπικά ταυτίζονταν με το διεθνώς αποδεκτό νομικό πλαίσιο περί μεταχείρισης αιχμαλώτων πολέμου. Στην πράξη βέβαια τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Τα δικαιώματα των κρατουμένων στρατιωτικών επαφίονταν στη διάθεση του εκάστοτε δεσμώτη, είτε αυτός ήταν ο απλός Τούρκος φαντάρος, είτε ο διοικητής του στρατοπέδου. Η χαλαρότητα τήρησης των κανόνων περί αιχμαλώτων ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να μπορεί να ισχυριστεί κανείς με βεβαιότητα ότι οι αιχμάλωτοι ήταν απόλυτα τρωτοί και έρμαια της ασυδοσίας κάθε Τούρκου, ακόμα και ενός απλού χωρικού.

Σε διεθνές επίπεδο, η Τουρκία προσπαθούσε να άρει κάθε εντύπωση κακομεταχείρισης των αιχμαλώτων πολέμου, κυρίως μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1920, όταν άρχισε να διεκδικεί μία θέση μεταξύ των πολιτισμένων κρατών της Δύσης και επιδίωκε να αποσείσει το βαρβαρικό προφίλ που της είχαν αποδώσει πολλοί Ευρωπαίοι. Η επιδίωξη αυτή ερμηνεύει και τις παλινδρομήσεις που παρατηρούνται στη συμπεριφορά απέναντι στους αιχμαλώτους: περιστατικά ακραίας κακοποίησης έληγαν με νοσοκομειακή περίθαλψη του κακοποιημένου ή η στέρηση του ρουχισμού των αιχμαλώτων και οι συνακόλουθες συνέπειες (πνευμονία, κρυολογήματα) συνοδεύονταν από ιατροφαρμακευτική φροντίδα. Φαίνεται ότι η τουρκική ηγεσία ισορροπούσε μεταξύ της εμπάθειας που είχε προκαλέσει ο πόλεμος μεταξύ των δύο λαών και της χρηστικής αξίας των αιχμαλώτων ως εργατικών χεριών, αλλά και ως μέσο πίεσης προς την Ελλάδα.

Η ελληνική κυβέρνηση κατέβαλε από την πρώτη στιγμή προσπάθειες απεγκλωβισμού των Ελλήνων αιχμαλώτων στην Τουρκία, οι οποίες εντατικοποιήθηκαν κατά τις διαπραγματεύσεις ειρήνης στη Λωζάννη,¹º στο πλαίσιο των οποίων υπογράφηκε Πρωτόκολλο περί Ανταλλαγής υγειών και αρτιμελών αιχμαλώτων πολέμου, πολιτών και στρατιωτικών στις 30 Ιανουαρίου 1923.¹¹

Η υπογραφή της Συμφωνίας έγινε υπό την αιγίδα της Διεθνούς Επιτροπής Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου οι οποίες προσπάθησαν να άρουν κάθε είδους πολιτική σκοπιμότητα και να θέσουν ως γνώμονα την εφαρμογή των ανθρωπιστικών ιδεωδών στους χιλιάδες πολίτες και στρατιωτικούς που επλήγησαν από την πολεμική σύρραξη· παρόλα αυτά, η Συμφωνία σκιαζόταν κατά κάποιο τρόπο από τη θριαμβευτική νίκη της Τουρκίας επί της Ελλάδος. Βασικός άξονάς της ήταν η Ελλάδα να αποδώσει απευθείας το σύνολο των Τούρκων αιχμαλώτων πολέμου. Αμέσως μετά τον επαναπατρισμό τους, η Τουρκία όφειλε να αποδώσει ίσο αριθμό Ελλήνων αιχμαλώτων, με αναλογία στρατιώτη με στρατιώτη και αξιωματικού με αξιωματικό.¹² Η απελευθέρωση των Ελλήνων και η συγκέντρωσή τους στο λιμάνι της Σμύρνης έπρεπε να συγχρονιστεί με την άφιξη των Τούρκων στην πατρίδα τους, ούτως ώστε την μεταγωγή των Τούρκων από την Ελλάδα να ακολουθήσει άμεσα αυτή των ισάριθμων Ελλήνων. Οι υπόλοιποι Έλληνες θα επαναπατρίζονταν, με έξοδα της Τουρκίας, μέσα σε τρεις βδομάδες το αργότερο από την υπογραφή του τελικού κειμένου της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης.¹³



Πράξεις υπογραφείσες στη Λωζάννη στις 30 Ιανουαρίου και 24 Ιουλίου 1923.

Για την εφαρμογή της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου συστήθηκε Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής Αιχμαλώτων¹⁴ η οποία άρχισε τις εργασίες της στις 15 Φεβρουαρίου 1923¹⁵ και προσχεδίασε την έναρξη εφαρμογής της Συμφωνίας, δηλαδή τις πρώτες αναχωρήσεις των Τούρκων αιχμαλώτων από την Ελλάδα, στις 27 και 28 Φεβρουαρίου, υπό τη συνοδεία μελών της ελβετικής κοινότητας στην Αθήνα.¹⁶ Γρήγορα όμως κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία σειρά από δυσκολίες που ως επί το πλείστον προέκυπταν από τον έντονο ανταγωνισμό και την καχυποψία που υπήρχε μεταξύ των δύο κρατών.¹⁷

Παρά ταύτα, η Επιτροπή μέσα σε περίπου τρεις μήνες από τη σύστασή της, κατάφερε να επιστρέψουν στην Ελλάδα συνολικά 10.098 στρατιωτικοί αιχμάλωτοι,¹⁸ ενώ υπολογίζονταν ότι στην Τουρκία βρίσκονταν ακόμη 6 – 8.000 Έλληνες στρατιωτικοί, εκ των οποίων 400 αξιωματικοί.¹⁹ Συνέχισε τις εργασίες της ως τα τέλη Μαΐου, προσπαθώντας να συστηματοποιήσει την αναζήτηση αιχμαλώτων βάσει ονομαστικών καταλόγων που της είχαν υποβάλει οι δύο χώρες. Μετά το πέρας των εργασιών της Επιτροπής²º, την παλιννόστηση των υπολειπομένων στρατιωτικών αιχμαλώτων ανέλαβε η Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής Πληθυσμών.²¹

Το έργο της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής έχει αποτυπωθεί στα πρακτικά των Συνεδριάσεών της.²² Επρόκειτο σαφώς για το εκτελεστικό όργανο των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης· παράλληλα όμως είχε επωμιστεί την επίλυση δευτερευούσης σημασίας ζητημάτων που ανέκυπταν από την πρακτική εφαρμογή της ανταλλαγής των αιχμαλώτων. Από τη θεώρηση των ζητημάτων αυτών διαφαίνεται η πολυπλοκότητα της διαδικασίας ανταλλαγής και το δύσκολο έργο της Επιτροπής. Όφειλε να τακτοποιήσει ποικίλες λεπτομέρειες και συνεχώς αναφυόμενα προβλήματα που προέκυπταν τόσο από την αντιπαλότητα μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας²³, όσο και από την ίδια τη φύση του έργου της Επιτροπής. Ως παράδειγμα του εύρους και της διαφορετικότητας των προβλημάτων που έπρεπε να αντιμετωπίσει η Επιτροπή, αναφέρεται ότι όφειλε: να μεριμνήσει τόσο για τη συγκέντρωση, όσο και για την ταυτοποίηση και την αναζήτηση αιχμαλώτων· να σχεδιάσει με ακρίβεια τα δρομολόγια των πλοίων και να συγχρονίσει απόλυτα τους κρατικούς μηχανισμούς των δύο χωρών μεταξύ τους και με τη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, για να μην προκληθεί συσσώρευση μεγάλου αριθμού αιχμαλώτων σε ελληνικά ή τουρκικά λιμάνια, να επιλέξει τους καταλληλότερους συνοδούς και να ορίσει τα πλοία που θα τους μετέφεραν· να σχεδιάσει τις συνθήκες μεταφοράς των αιχμαλώτων, να λάβει μέριμνα για την απολύμανσή τους, το σωστό και συχνό καθαρισμό των πλοίων, προκειμένου να προληφθούν προβλήματα υγιεινής και μολύνσεων.

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το ότι η Επιτροπή στερούνταν μηχανισμών επιβολής, την ανάγκαζε να περιοριστεί στη χρήση διπλωματικών κυρίως μέσων και να επαφίεται στην καλή προαίρεση των συμβαλλομένων για να επιτύχει όσο το δυνατόν καλύτερο αποτέλεσμα.

Επειδή ακριβώς επένδυε στην καλή διάθεση των δύο χωρών, στο πλαίσιο λειτουργίας της έλαβε χώρα και ένας ανταγωνισμός Ελλάδας – Τουρκίας για το ποιο από τα δύο κράτη θα κέρδιζε τις εντυπώσεις ως το πλέον συνεργάσιμο και διαλλακτικό. Οι συνεδριάσεις της λοιπόν αποτέλεσαν πολλές φορές και το πεδίο αντιπαραθέσεων και αντεκδίκησης των δύο χωρών. Κατά κάποιο τρόπο εκλαμβάνονταν από τις δύο χώρες ως ένα δευτερεύoν διπλωματικό μέτωπο που υπήρχε εκ παραλλήλου με αυτό της Λωζάννης, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ήταν τίποτε περισσότερο από εντολοδόχος της Συνδιάσκεψης.

Σαφώς η Επιτροπή αποτέλεσε έκφραση των ανθρωπιστικών ιδεωδών και προσπάθησε να διατηρήσει πολύτιμες ισορροπίες μεταξύ δύο χωρών που ήταν προαιώνιοι εχθροί και είχαν αναμετρηθεί πολεμικά πολλάκις κατά το πρόσφατο παρελθόν. Παράλληλα, πρέπει να της αναγνωριστεί η προσπάθεια να εξασφαλίσει την ακριβή εφαρμογή των αποφάσεων της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου,²⁴ χωρίς καμία παρέκκλιση, σε πλαίσιο αυστηρής ουδετερότητας και δικαιοσύνης.²⁵ Επίσης αναμφισβήτητο είναι το κύρος και η φερεγγυότητα που της προσέδιδε η υποχρέωσή της να λογοδοτεί στη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, υπόψιν της οποίας ήταν υποχρεωμένη να υποβάλλει εκτενή αναφορά των πεπραγμένων της, μετά τη λήξη των εργασιών της.

Παρόλα αυτά, είχε περιορισμένη επαφή με την πραγματικότητα. Διέπονταν από υπερβάλλοντα ρομαντισμό που δεν επέτρεπε την ρεαλιστική αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την ανταλλαγή· ενίοτε μάλιστα απεικόνιζε τις αποχρώσεις των πολιτικών σκοπιμοτήτων και των διπλωματικών μεθοδεύσεων που μπορούν να ευδοκιμήσουν σε διεθνείς οργανισμούς και επιτροπές.

Παράλληλα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι εργασίες της Επιτροπής αποτέλεσαν μία εφαρμογή της συνεργασίας του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, της Ερυθράς Ημισελήνου και της ΚτΕ για την επίτευξη ενός ανθρωπιστικού στόχου· από αυτή την άποψη, η δράση και τα αποτελέσματα της Επιτροπής έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη διεθνή κοινότητα καθώς αποτελούσαν ένα από τα πρώτα εγχειρήματα πραγματοποίησης των ιδεωδών που επικράτησαν μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

                      Τα μέλη της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής των Αιχμαλώτων

https://avarchives.icrc.org/Film/5443

[Πηγή: ICRC Audiovisual Archives, Ref. V-F-CR-H-00001-5]

Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι οι εμπλεκόμενοι διεθνείς φορείς δεν θα επέτρεπαν την αποτυχία της Επιτροπής. Ίσως για αυτό το λόγο, ο πρόεδρός της στον απολογισμό του έργου της τοποθετήθηκε με λεπτότητα και επιτηδειότητα στο θέμα της εξαφάνισης μεγάλου αριθμού Ελλήνων, αλλά και της άθλιας κατάστασης των περισσοτέρων από όσους διαβιούσαν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων, ερμηνεύοντας αυτή την ιδιαιτέρως παράταιρη με τα ανθρωπιστικά ιδανικά εικόνα των Ελλήνων αιχμαλώτων, χωρίς να αποδίδει ευθύνη στην επίσημη Τουρκία για αυτό· τουναντίον υπερθεμάτισε υπέρ αυτής²⁶ και μετέθεσε το βάρος των ευθυνών σε επουσιώδεις αιτίες όπως: στις άσχημες κλιματολογικές συνθήκες στα υψίπεδα της Ανατολίας, στις λοιμώδεις ασθένειες που είχαν ενσκύψει κατά τη διάρκεια του χειμώνα και είχαν προκαλέσει πολλούς θανάτους και τέλος στις ιδιαιτερότητες της Τουρκίας, μιας χώρας με αχανείς εκτάσεις, χωρίς υποδομές και πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή οδηγούνταν στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος που μόλις είχε τελειώσει, δυσκόλεψε κατά πολύ την ήδη δύσκολη ζωή των κατοίκων της Ανατολίας, οι οποίοι αναπόφευκτα πήραν ενεργό μέρος σε αυτόν. Ταυτόχρονα έφερε στην επιφάνεια τα στοιχεία διαφοροποίησης των δύο λαών, όπως αυτά της καταγωγής του πολιτισμού και της θρησκείας. Επομένως η υποχώρηση των Ελλήνων εύλογα προξένησε έκρηξη φανατισμού και θυμού στον άμαχο πληθυσμό που εκδηλώθηκε με τον χειρότερο τρόπο εναντίον των αιχμαλώτων στρατιωτικών και των Ελλήνων Μικρασιατών.

Υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να εξηγηθεί και το οξύμωρο αφενός της απόδοσης ευσήμων προς την Τουρκία για τη «φροντίδα» που είχε προσφέρει στους Έλληνες αιχμαλώτους και αφετέρου την ταυτόχρονη έκκληση της Επιτροπής προς το Διεθνή Ερυθρό Σταυρό και την Ερυθρά Ημισέληνο για άμεση παρέμβαση, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης των Ελλήνων που συνέχιζαν να βρίσκονται σε αιχμαλωσία. Μπορεί λοιπόν η εξαθλίωση των αιχμαλώτων να ήταν κάτι που δε μπορούσε να παραβλεφθεί, ταυτόχρονα όμως δεν τολμούσε κανείς να αναγνωρίσει μεθόδευση οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης, παρά μόνο αδυναμία της Τουρκίας να ξεπεράσει αντικειμενικές δυσκολίες ως προς τη φροντίδα, αλλά και γενικότερα τη διαχείριση τόσο μεγάλου αριθμού αιχμαλώτων.

Το οξύμωρο του πορίσματος της Επιτροπής θα μπορούσε να εκληφθεί ως άκρως προκλητικό και ως επίδειξη ανερυθρίαστου εθελοτυφλισμού, όμως εύλογα μπορεί να σκεφτεί κανείς πόσο δύσκολο θα ήταν η ανθρωπότητα και οι ρομαντικοί των ανθρωπιστικών οργανώσεων να αποδεχθούν τόσο σύντομα μια αποτυχία της νεοσύστατης ΚτΕ, ή το «ναυάγιο» των ελπίδων που διέσπειρε στoν κόσμο το ιδεολογικό πλαίσιο της Συνθήκης των Βερσαλλιών.

Η αξιοθρήνητη κατάσταση των πρώτων αιχμαλώτων που απελευθερώθηκαν υπό την αιγίδα της Επιτροπής Ανταλλαγής Αιχμαλώτων κλόνισε εκ νέου την ελληνική κυβέρνηση²⁷ και την ελληνική κοινή γνώμη.²⁸ Από τους περίπου 10.000 που απελευθερώθηκαν, κάποιοι πέθαναν στο δρόμο της επιστροφής – μαρτυρείται ότι, μόνο κατά την πρώτη ανταλλαγή, 21 άνδρες ξεψύχησαν εν πλω-. 620 από αυτούς, αφού απολυμάνθηκαν, στάλθηκαν για νοσηλεία στα νοσοκομεία των Αθηνών και του Πειραιά.²⁹ Οι στρατιωτικοί γιατροί που τους εξέτασαν πιστοποίησαν την κάκιστη κατάσταση της υγείας όλων σχεδόν, αλλά και το γεγονός ότι είχαν υποστεί επαναλαμβανόμενη κακοποίηση.³º Οι υπόλοιποι τέθηκαν σε καραντίνα από το φόβο τύφου.³¹

Η παραβίαση του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου³² από την Τουρκία, ήταν περισσότερο από εμφανής. Η εκτροπή από κάθε ανθρωπιστικό νόμο και κάθε νόμο περί πολέμου, δεν άφηνε άλλα περιθώρια στην Ελλάδα από την άσκηση πολυμέτωπης πίεσης προς την Τουρκία με άμεσο στόχο τη μείωση της θνησιμότητας, όσων ακόμη δεν είχαν παλιννοστήσει,³³ καθώς οι φόβοι ότι, αν δεν επιβάλλονταν το συντομότερο έλεγχος στην Τουρκία, κανείς αιχμάλωτος δε θα κατάφερνε να επιβιώσει, ήταν παραπάνω από βάσιμοι.³⁴

Η κατ΄ επανάληψη πιστοποίηση της τουρκικής παραβατικότητας³⁵ έδινε ένα διπλωματικό πλεονέκτημα στην Ελλάδα, η οποία, ούσα η παταγωδώς ηττημένη του πολέμου στη Μ. Ασία, δεν είχε και πολλά περιθώρια χειρισμών στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων Ειρήνης στη Λωζάννη. Οι προς κάθε κατεύθυνση καταγγελίες για τις τουρκικές μεθοδεύσεις ήταν από τα ελάχιστα εργαλεία της ελληνικής διπλωματίας, ούτως ώστε η Τουρκία να πιεστεί να αποδώσει το σύνολο των αιχμαλώτων που διατηρούσε υπό κράτηση. Ταυτοχρόνως χρησιμοποιήθηκαν ποικιλοτρόπως για να ενισχυθούν γενικότερα οι θέσεις της Ελλάδος στις ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις.³⁶ Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, αποτέλεσαν το ανάχωμα της Ελλάδος στις αιτιάσεις των Τούρκων περί διωγμών των τουρκικών πληθυσμών στη Δυτική Θράκη. Η τουρκική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη, προσπαθώντας να καλύψει τις εκτεταμένες βιαιοπραγίες και τις ωμότητες εναντίον των αιχμαλώτων και των χριστιανικών πληθυσμών, υπερμεγένθυνε μεμονωμένα επεισόδια στη Θράκη μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων.³⁷



Λωζάννη, Palais de Rumine, 24 Ιουλίου 1923. Η ημέρα υπογραφής της τελικής πράξης.

Βάσει της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου περί Ανταλλαγής Αιχμαλώτων, άρθρο 5, η τουρκική κυβέρνηση είχε δεσμευτεί να ελευθερώσει τους υπόλοιπους Έλληνες στρατιωτικούς εντός τριών εβδομάδων από την υπογραφή της Ειρήνης μεταξύ των δύο χωρών. Για την ελληνική λοιπόν πλευρά, η υπογραφή της, αποτελούσε το ορόσημο της παλιννόστησης των αιχμαλώτων.³⁸ Σε αντίθεση με τα συμφωνηθέντα όμως, η Τουρκία απέβλεπε σε παράταση του χρόνου, χρησιμοποιώντας τους αιχμαλώτους ως μέσο πίεσης για την επίτευξη όσο γίνεται περισσότερων από τους στόχους που είχε θέσει στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης.³⁹ Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ασκούσε πιέσεις σε προσωπικό επίπεδο προς τον Ισμέτ Ινονού, ο οποίος όμως προεξοφλούσε ότι οι πιθανότητες ολοκλήρωσης της παλιννόστησης των αιχμαλώτων ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συνθήκης ήταν ελάχιστες.

Το σημείο στο οποίο βρισκόταν τόσο οι σχέσεις των δύο χωρών, όσο και η διαδικασία ανταλλαγής, δεν άφηνε περιθώρια για αισιόδοξες προβλέψεις. Για το λόγο αυτό, αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης στις 24 Ιουλίου 1923, ο Βενιζέλος ζήτησε από τη τουρκική αντιπροσωπεία την υπογραφή ειδικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας όπου θα προσδιοριζόταν επακριβώς η προθεσμία επιστροφής των αιχμαλώτων στις πατρίδες τους. Η τουρκική πλευρά συμφώνησε με την πρόταση, υπό τον όρο η Ελλάδα να αναλάβει εξ ολοκλήρου τη μεταφορά των αιχμαλώτων, σε αντίθεση με τον όρο της Συνθήκης που προέβλεπε τον επαναπατρισμό των αιχμαλώτων με τη φροντίδα της Τουρκίας.⁴º

Η Τουρκία, θέτοντας προϋποθέσεις, ουσιαστικά υποδείκνυε παράταση της διαδικασίας ανταλλαγής των αιχμαλώτων, εξέλιξη που υπερέβαινε τον προκαθορισμένο χρόνο λειτουργίας της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής των Αιχμαλώτων.⁴¹



Εφημερίδα Εμπρός 6 Απριλίου 1923.

Η ελληνική γραμματεία στη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού, ύστερα από κοπιώδεις διαπραγματεύσεις με τη διοίκηση του Οργανισμού, αλλά και την τουρκική κυβέρνηση, πέτυχε την παράταση των εργασιών της Επιτροπής, έως τις 15 Σεπτεμβρίου, οπότε και τερματίστηκε επίσημα η ανταλλαγή των στρατιωτικών αιχμαλώτων,⁴² δίχως όμως να έχει ολοκληρωθεί πλήρως η παλιννόστησή τους. Στρατιωτικοί συνέχισαν να κρατούνται σε διάφορα στρατόπεδα της τουρκικής επικράτειας Όλοι τους συνέχισαν να διάγουν ζωή αιχμαλώτου και να είναι οργανωμένοι σε τάγματα εργασίας.⁴³ Η μέριμνα για τον επαναπατρισμό τους ανατέθηκε στην Επιτροπή Ανταλλαγής Πληθυσμών.

Ο απολογισμός της ανταλλαγής των στρατιωτικών ήταν η πληθώρα των αγνοουμένων και οι πολυάριθμοι ανάπηροι και ασθενείς. Από τη θεώρηση των αρχείων, κανένας από τους επαναπατρισθέντες δεν βίωσε την αιχμαλωσία έχοντας διατηρήσει συγκροτημένο τον ψυχισμό του και ρωμαλέο το σώμα του.⁴⁴ Το αποτέλεσμα ήταν οι περισσότεροι από αυτούς να είναι ανίκανοι για εργασία και να εκλιπαρούν, προκειμένου να ζήσουν, τη μέριμνα του Κράτους.

Εξυπακούεται λοιπόν ότι οι άνθρωποι αυτοί αποτέλεσαν προβληματικό κοινωνικό «απόθεμα», για το οποίο η Πολιτεία έπρεπε να λάβει ιδιαίτερη μέριμνα, για να μην εξοβελιστούν παντελώς από το κοινωνικό σώμα. Σε μία εποχή, όμως, που το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα ήταν ανύπαρκτο και λαμβάνοντας υπόψη ότι το δράμα των αιχμαλώτων επισκιάστηκε από αυτό των προσφύγων,⁴⁵ οι αιχμάλωτοι έπρεπε να πάρουν μόνοι τους πρωτοβουλία για να διεκδικήσουν μεταχείριση συμβατή με τις επιδιώξεις τους. Έτσι οργανώθηκαν σε πανελλήνιες ή τοπικές ενώσεις οι οποίες διεκδικούσαν – εκ μέρους όλων των πρώην αιχμαλώτων – ιδιαίτερη μεταχείριση, καθώς η υπηρεσία προς την πατρίδα τούς είχε καταστήσει τα πλέον αδύναμα μέλη της κοινωνίας. Τα αιτήματά τους διαγράφουν ανάγλυφα και τη φύση των προβλημάτων τους. Τα βασικότερα από αυτά τα αιτήματα μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: α) περίθαλψη στα στρατιωτικά νοσοκομεία όσων είχαν προβλήματα υγείας που αποκτήθηκαν κατά την αιχμαλωσία, β) παντελής φοροαπαλλαγή των απόρων αιχμαλώτων, γ) σύσταση ειδικής υγειονομικής επιτροπής προς εξέταση των αιχμαλώτων, ούτως ώστε να δικαιούνται σύνταξης οι ανίκανοι για εργασία, δ) απόδοση των μισθών που κατακρατήθηκαν, ενόσω βρισκόταν στην αιχμαλωσία, ε) προτεραιότητα των αιχμαλώτων στην πρόσληψή τους στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, στ) μείωση στο μισό των δικαστικών εξόδων των πολιτικών και ποινικών δικών των απόρων, αιχμαλώτων και ζ) έκπτωση 50% σε όλα τα δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς.⁴⁶

Παράλληλα, συνιστούσαν μοχλό πίεσης προς την Πολιτεία, σχετικά με το ζήτημα των αγνοούμενων συναδέλφων τους στη Μικρά Ασία, καθώς είχαν την πεποίθηση ότι οι Τούρκοι συνέχιζαν να παρακρατούν Έλληνες αιχμαλώτους. Φαίνεται μάλιστα να θεωρούσαν ηθική υποχρέωση την αναζήτηση των αγνοουμένων συναδέλφων τους, καθώς σε κάθε οργανωμένη διεκδίκησή τους, το αίτημα της αναζήτησης και επαναφοράς των Ελλήνων αιχμαλώτων από την Τουρκία ήταν πρωτεύον.⁴⁷

Η σύσταση συλλόγων αιχμαλώτων αναδεικνύει επίσης την ένταση της εμπειρίας που είχαν βιώσει οι άνθρωποι αυτοί. Η σκληρότητα των συνθηκών κάτω από τις οποίες ήταν δέσμιοι είχε διαμορφώσει σε αυτούς την ψυχολογία μιας διάφορης από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα κοινωνικής ομάδας, χαρακτηριζόμενης μάλιστα από τους ίδιους ως πολύπαθης και αναξιοπαθούσας, στους κόλπους της οποίας μπορούσαν να βρουν αλληλοκατανόηση και, ίσως, παρηγοριά.⁴⁸

Εκτός από την επανενσωμάτωση των πρώην αιχμαλώτων στην ελληνική κοινωνία, η Ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να διαχειριστεί μεταξύ άλλων και την αναπόδραστη πραγματικότητα των χιλιάδων αγνοουμένων στρατιωτικών, οι οποίοι (με κάποιες επιφυλάξεις, λόγω των συνεχώς αλληλοαναιρούμενων αριθμητικών δεδομένων), υπολογίζονταν περισσότεροι από 18.000 άτομα, εκ των οποίων 500 περίπου αξιωματικοί.

Η αναζήτηση των αγνοουμένων καθίστατο εξόχως επιτακτική λόγω των ισχυρών πιέσεων που ασκούσε προς αυτή την κατεύθυνση η κοινή γνώμη⁴⁹, που σε μεγάλο ποσοστό αποτελούνταν από πρόσφυγες, οικογένειες αγνοουμένων στρατιωτών⁵º, βετεράνους της Στρατιάς Μικράς Ασίας και επανελθόντες από την αιχμαλωσία, οι οποίοι, πρέσβευαν με ιδιαίτερη ζέση την άποψη ότι συνέχιζαν να διαβιούν υπό απάνθρωπες συνθήκες Έλληνες αιχμάλωτοι στην Τουρκία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, η κοινή γνώμη εγέρθηκε εκ νέου για το ζήτημα των αιχμαλώτων. Ιδιαίτερα οι προσφυγικές οργανώσεις ανά την Ελλάδα, με έντονα υπομνήματά τους απαιτούσαν την επιστροφή όσων υποτίθεται ότι κρατούνταν ακόμη στην Τουρκία, στρατιωτικών και πολιτών. Η έξαψη αυτή, που συνοδευόταν και από την ανάλογη αρθρογραφία, σχετίζονταν με τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου του 1930.⁵¹

Οι ίδιοι έκριναν ως ανεπαρκείς τις πιέσεις της ελληνικής κυβέρνησης προς την αντίστοιχη τουρκική στο θέμα αυτό και ξεκάθαρα μέμφονταν το σύνολο του πολιτικού κόσμου για ακηδία⁵² και αμέλεια της εφαρμογής των σχετικών περί αιχμαλώτων αποφάσεων στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στη Λωζάννη.⁵³

Πιέσεις για το θέμα των εξαφανισμένων στη Μ. Ασία δεχόταν οι ελληνικές κυβερνήσεις και εκ των έσω: από τον στρατό που δεν είχε συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα του μικρασιατικού ολέθρου⁵⁴ και από ελληνικές διπλωματικές υπηρεσίες του εξωτερικού, με πιο ενεργητική την ελληνική πρεσβεία του Βερολίνου. Εκεί ακριβώς έδρευε ο πολύ δραστήριος σύνδεσμος Γερμανών πρώην αιχμαλώτων πολέμου που, μεταξύ άλλων επιδίωκε τη δημιουργία και κωδικοποίηση νέου δικαίου περί αιχμαλώτων πολέμου. Ο εν λόγω σύνδεσμος πληροφόρησε την ελληνική πρεσβεία για την ύπαρξη περίπου 1500 Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν ως ανδράποδα από Τούρκους γαιοκτήμονες, υπό αφόρητες συνθήκες. Οι πληροφορίες αυτές παρουσιάστηκαν από την ελληνική πρεσβεία ως εξακριβωμένες, λόγω της εγκυρότητας από την οποία διέπονταν ο σύνδεσμος. Για το λόγο αυτό η πρεσβεία παρακινούσε την ελληνική κυβέρνηση να ανακινήσει το ζήτημα των αιχμαλώτων, κρίνοντας το «σκόπιμο και επίκαιρο», πιθανότατα λόγω της επικείμενης διάσκεψης για τη σύσταση νέου Δικαίου περί αιχμαλώτων στη Γενεύη εντός του 1929. Ο σύνδεσμος μάλιστα θα παρίστατο αρωγός στην ανακίνηση του ζητήματος.⁵⁵

Το ζήτημα συντηρούσε ανοικτό και η κατά καιρούς εμφάνιση κάποιων που διατείνονταν ότι ήταν δραπέτες αιχμάλωτοι, άρτι αφιχθέντες από τη Μικρά Ασία. Οι ειδήσεις για τυχόν όψιμες παλιννοστήσεις διοχετεύονταν συνήθως από τον Τύπο (π.χ, η εφημερίδα Ρουμελιώτης με άρθρο της στις 12. 5. 1928 υπό τον τίτλο Χαρμόσυνα Νέα ανέφερε: «Αιχμάλωτοι που θρηνούνταν ως νεκροί, είναι ζωντανοί στην Καισάρεια. Κάποιοι επέστρεψαν και δίνουν κατάλογο ονομάτων») και μέριμνα των ελληνικών αρχών ήταν να αναζητήσουν και να εξετάσουν ένορκα τους παλιννοστούντες.⁵⁶

Οι πληροφορίες που κατά καιρούς προέκυπταν δεν εξακριβώνονται, ούτε και διασταυρώνονται από κάποια επίσημη πηγή, θεωρούνται αναξιόπιστες, αποδιδόμενες στο πλαίσιο της μυθοπλασίας που άνθησε τα χρόνια που ακολούθησαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ενδεικτικά αναφέρεται απόσπασμα μαρτυρικής καταθέσεως του επανελθόντος από την αιχμαλωσία πρόσφυγα Αλ. Πετρόπουλου ή Κορακάκη, στις 14. 7. 1930: « Στην Τουρκία υπάρχουν πολλοί Έλληνες αιχμάλωτοι και αξιωματικοί εξισλαμισθέντες, στους οποίους χορηγήθηκε υπό του Κεμάλ το ποσό των 20.000 λιρών και από ένα τσιφλίκι. Αυτοί βρήκαν συζύγους Τουρκάλες και κρατούν από 5 έως 10 αιχμαλώτους Έλληνες που εργάζονται στα χορηγηθέντα τσιφλίκια για την τροφή τους».⁵⁷

Οι φήμες περί ύπαρξης Ελλήνων αιχμαλώτων ευδοκίμησαν αφενός λόγω της μεγάλης ανάγκης των συγγενών των αγνοουμένων να ελπίζουν και αφετέρου της εξαθλίωσης κάποιων κοινωνικών ομάδων, μέρος των οποίων μετέρχονταν κάθε μέσου για να κερδίσουν χρήματα, εν προκειμένω την εκμετάλλευση των οικογενειών όσων δεν είχαν επιστρέψει από το μέτωπο.⁵⁸ Η θέση αυτή ενισχύεται αν αναλογιστεί κανείς τις προσφορές των οικογενειών αυτών, με αντάλλαγμα την παραμικρή πληροφορία για τον αγνοούμενο συγγενή τους.⁵⁹

Για την αναξιοπιστία αυτών των μαρτυριών ήταν πεπεισμένη και η επίσημη ελληνική ηγεσία,⁶º όφειλε όμως να τις λάβει υπόψη και να εξαντλήσει κάθε πιθανότητα ύπαρξης Ελλήνων αιχμαλώτων στην Τουρκία. Όμως η συχνότητα εμφάνισης αναξιοπαθούντων εκ Μικράς Ασίας που διέδιδαν φήμες για ταλανιζόμενους Έλληνες, η αναστάτωση που αυτοί επέφεραν στην ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στους συγγενείς των αγνοουμένων, ο διασυρμός των ελληνικών αρχών στα μάτια της κοινής γνώμης και, τέλος, οι επιπτώσεις στην εξωτερική πολιτική της χώρας, σε μία περίοδο που αυτή επεδίωκε εξομάλυνση των σχέσεων της με το όμορο κράτος, ανάγκασε την ελληνική Πολιτεία να λάβει δραστικά μέτρα προς όλους όσους ανακύκλωναν το ζήτημα, είτε επρόκειτο για εφημερίδες, είτε για άτομα που διέδιδαν ότι γνωρίζουν σχετικά με το θέμα. Τα μέτρα αυτά συνίστατο στην προσαγωγή των ατόμων αυτών στις αστυνομικές αρχές, όπου ανακρίνονταν, παρουσία εισαγγελέα. Αν όσα έγραφαν ή ισχυρίζονταν αποδεικνύονταν αναληθή, όπως άλλωστε συνέβαινε σχεδόν πάντοτε⁶¹, παραπέμπονταν σε δίκη με την κατηγορία του κοινού απατεώνα.⁶²

Μάλιστα, υπήρξαν περιπτώσεις που οι αρχές, όχι απλά διέγνωσαν απάτη,⁶³ αλλά εξήγαν το συμπέρασμα ότι επρόκειτο περί οργανωμένης σπείρας κακοποιών που βάσει σχεδίου, στόχευαν στην εξαπάτηση των οικογενειών των αγνοουμένων. Το «μοτίβο» της εξαπάτησης ήταν αρχικά η διάδοση σχετικής είδησης στον Τύπο, για να δημιουργηθεί στις ενδιαφερόμενες οικογένειες η δέουσα συγκίνηση· στη συνέχεια ανέμεναν προσέγγισή τους από τις οικογένειες· όποιες δεν ανταποκρινόταν στο «κάλεσμα» τις προσέγγιζαν οι ίδιοι. Όταν επιτυγχάνονταν η επαφή, με επιδεξιότητα αποσπούσαν χρηματικά ποσά, παρέχοντας ψευδείς και παραπλανητικές πληροφορίες.⁶⁴

Σχετικά με την ύπαρξη αγνοουμένων, το επίσημο ελληνικό κράτος φαίνεται να ισορροπούσε ανάμεσα στην πεποίθηση του ασκόπου της αναζήτησης Ελλήνων αιχμαλώτων⁶⁵ και στην ελπίδα που εξέπεμπε με ιδιαίτερη έμφαση η κοινή γνώμη ότι, αν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να βρεθεί έστω και ένας από αυτούς, άξιζε τον κόπο η αναζήτησή τους.

Οι προαναφερθείσες εσωτερικές πιέσεις επέφεραν τέτοια ένταση στην πολιτική ζωή της χώρας, ώστε η ελληνική κυβέρνηση να επιδιώξει επανειλημμένως να κλείσει αυτό το κεφάλαιο δια παντός, διαλύοντας κάθε αμφιβολία. Επιπλέον, η λήξη της υπόθεσης θα εξομάλυνε τις σχέσεις της με την Τουρκία. Η Ελλάδα λοιπόν, επί μια περίπου δεκαετία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, δεν εφείσθη ούτε προσώπων, ούτε χρημάτων, ούτε προσπαθειών προκειμένου να επιβεβαιώσει την παρακράτηση ή μη Ελλήνων αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία. Έγινε προσπάθεια να προωθεί το ζήτημα χωρίς να προκαλεί την Τουρκία, ανακινώντας το κάθε φορά που το επέτρεπαν οι συνθήκες, με προσεκτικές και μεθοδευμένες κινήσεις, αντιμετωπίζοντας με ρεαλισμό τις δυνατότητες έρευνας.⁶⁶




Ελλάδα, 1922. Παροχή βοήθειας σε αιχμαλώτους [Πηγή: CRC / hist-02493-14a].

Παρά τις άοκνες προσπάθειες του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών⁶⁷ -σημειώνεται ενδεικτικά ότι οι έρευνες έφτασαν έως και το Ιράκ, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες στη Μεσοποταμία είχαν καταφύγει Έλληνες στρατιώτες που είχαν δραπετεύσει από στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Τουρκία.-, κάθε αναζήτηση είχε αποβεί άκαρπη.⁶⁸ Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι τρία περίπου χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και αφού είχαν μεσολαβήσει χιλιάδες διαβήματα προς τις τουρκικές αρχές για αναζήτηση αγνοουμένων αιχμαλώτων, το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακά απογοητευτικό. Πιστοποιήθηκε μόνο ο θάνατος δύο αιχμαλώτων από διάρροια και φυματίωση αντιστοίχως στο νοσοκομείο της Καισάρειας. Έτσι με το πέρασμα των ετών, οι ελληνικές αρχές έτειναν να ευθυγραμμιστούν με τη θέση της τουρκικής πλευράς,⁶⁹ η οποία ήδη από το 1927, με έγγραφό της προσπάθησε να «κλείσει» την υπόθεση δια παντός, αρνούμενη κατηγορηματικά την ύπαρξη στρατιωτικών αιχμαλώτων και πολιτικών ομήρων στην τουρκική επικράτεια.⁷º

Στην ουσία της η υπόθεση των αγνοουμένων από την πρώτη στιγμή ήταν ατελέσφορη. Σε όλες τις προσπάθειες που κατέβαλε η Ελλάδα προς αυτή την κατεύθυνση, επανέρχονταν τα ίδια προβλήματα: α) ετεροχρονισμένες⁷¹ ή αβάσιμες συνήθως πληροφορίες και ελλιπή στοιχεία⁷² β) αλλαγή ονομάτων, καθώς πολλοί στρατιωτικοί απέφυγαν την αιχμαλωσία προσκολλούμενοι σε οικογένειες ομογενών, αλλά και άλλων εθνοτήτων, όπως Αρμενίων. Αυτοί διαβιούσαν εργαζόμενοι με άλλα ονόματα και περίμεναν να επωφεληθούν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, γ) η αναποτελεσματικότητα του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τους αγνοούμενους αιχμαλώτους,⁷³ αλλά και η εύλογη απροθυμία των Τούρκων να ασχοληθούν με αυτό θέμα, ιδιαίτερα όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επανάληψη στερεότυπων αρνητικών απαντήσεων από την Τουρκία, δ) η αδυναμία των διπλωματικών υπηρεσιών της Ελλάδος να δραστηριοποιηθούν ελεύθερα σε μία χώρα σαν την Τουρκία, λόγω της αυστηρότατης επιτήρησης από τους Τούρκους επί των ελληνικών διπλωματικών αντιπροσωπειών, γεγονός που σήμαινε ότι η ελληνική πλευρά είχε περιορισμένη δυνατότητα ενεργειών. Το πρόβλημα μάλιστα εντείνονταν από την παντελή έλλειψη εχεγγύων στο εσωτερικό, εχέγγυα που θα συνέβαλαν στην ευόδωση των ερευνών, π.χ. χριστιανικό στοιχείο,⁷⁴ ε) τα ελάχιστα χρήματα που διέθετε η Ελλάδα για τη διενέργεια ερευνών, στ) οι απέραντες εκτάσεις της μικρασιατικής Τουρκίας. Αν υπήρχαν ακόμη αιχμάλωτοι, εγκλωβισμένοι σε κτήματα μεγαλοκτηματιών, δεν μπορούσαν να υπόκεινται στον αποτελεσματικό έλεγχο οποιασδήποτε διοίκησης, ιδιαίτερα αυτά που βρίσκονταν στις ανατολικές επαρχίες, τα οποία απολάμβαναν προνόμια φεουδαρχικού τύπου. Σε αυτές τις περιοχές περιορίζονταν η δυνατότητα ελέγχου ακόμη και των τουρκικών αρχών. Έτσι, η ανεύρεση δια της διοικητικής τουρκικής οδού ήταν μάλλον καταδικασμένη σε αποτυχία και ζ) η έλλειψη οργάνωσης των υπευθύνων υπηρεσιών, οι οποίες είτε δεν ενημέρωναν εγκαίρως τις προξενικές αρχές και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις που «όργωναν» την Τουρκία εις αναζήτηση αιχμαλώτων, είτε δεν φρόντιζαν ούτε να διαγράφουν από τους καταλόγους αυτών που αναζητούνταν, τα ονόματα όσων επαναπατρίζονταν, με αποτέλεσμα να διεκδικούνται ως ανταλλάξιμοι ακόμη και αυτοί που είχαν προ πολλού αποδοθεί.⁷⁵

 

1923: Επαναπατρισμός Ελλήνων αιχμαλώτων

https://avarchives.icrc.org/Film/5432

[Πηγή: ICRC Audiovisual Archives, Ref. V-F-CR-H-00001-13]

Έτσι, παρ’ όλες τις προσπάθειες, το αποτέλεσμα ήταν πενιχρό και συνίστατο στην «ανακάλυψη», κατά τα πρώτα κυρίως χρόνια, 10 με 15 στρατιωτικών αιχμαλώτων, η πλειοψηφία των οποίων ψευδώς είχαν ισχυριστεί ότι ήταν βιαίως κρατούμενοι, ενώ επρόκειτο, όπως αποδείχθηκε, για λιποτάκτες ή για άτομα που για προσωπικούς λόγους, είχαν οικιοθελώς επιλέξει να μην επιστρέψουν στην Ελλάδα, μαζί με το υπόλοιπο στράτευμα.⁷⁶

Αντιμετωπίζοντας λοιπόν με ρεαλισμό την ύπαρξη χιλιάδων αγνοουμένων, μπορούμε να οδηγηθούμε στις εξής διαπιστώσεις:

1)Όσοι από τους στρατιωτικούς δεν αποδόθηκαν στο πλαίσιο της ανταλλαγής τους ή στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε αμέσως μετά, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, υπήρξαν θύματα των γενικευμένων σφαγών από τις πρώτες κιόλας μέρες της εκκένωσης της Μ. Ασίας από τον ελληνικό στρατό ή πέθαναν από τις κακουχίες· η θέση αυτή ενισχύεται, αν λάβει κανείς υπόψη την μεγίστης κλίμακας φθορά που είχαν υποστεί αυτοί που κατάφεραν να επιστρέψουν.

2)Η υπόνοια ότι οι τουρκικές αρχές αποκρύπτουν τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων δεν αποδεικνύεται αρχειακά· αντιθέτως η Τουρκία επέδειξε πολλές φορές διάθεση συνεργασίας. Οι σχετικές φήμες εμπεδώθηκαν περισσότερο από την ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να ελπίζει ότι ο θάνατος της Μεγάλης Ιδέας δεν κόστισε τόσο μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.

3)Ελάχιστοι αιχμάλωτοι βρέθηκαν στα χέρια ιδιωτών. Αυτούς τους αναζήτησε η ελληνική κυβέρνηση διά μέσου ξένων υπηκόων και πρεσβειών και ομολογουμένως είχε κάποιες επιτυχίες.

4)Δεν αποκλείστηκε ποτέ η ύπαρξη ολιγάριθμων περιπτώσεων, εκουσίως παραμενόντων που ίσως ζούσαν στις εσχατιές της Ανατολής και κατά πάσα πιθανότητα είχαν ευθυγραμμιστεί με τις τοπικές κοινωνίες.⁷⁷

Εκ των υστέρων αντιλαμβάνεται κανείς ότι η αναζήτηση αιχμαλώτων υπήρξε ένα μεγάλο κεφάλαιο της διαδρομής της χώρας τα πρώτα χρόνια μετά το τέλος της μικρασιατικής περιπέτειας και καταδεικνύει για άλλη μία φορά το έντονο ίχνος που άφησε στην ελληνική κοινωνία η περιπέτεια του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία.

Δεν μπορεί κανείς παρά να συσχετίσει την περίπτωση των αγνοουμένων του μικρασιατικού πολέμου με τους αγνοούμενους ως αποτέλεσμα κάθε πολεμικής αναμέτρησης, όπου η ελπίδα των οικογενειών τους ότι είναι κάπου ζωντανοί συμπορεύεται με την αναπόδραστη συνήθως πραγματικότητα ότι είναι ήδη προ πολλού νεκροί.

Μετά την Καταστροφή, η διαχείριση των Ελλήνων στρατιωτικών αιχμαλώτων αποτέλεσε μεγάλη πρόκληση για τις ελληνικές κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1920· το δράμα τους όμως επισκιάστηκε από την ακόμη μεγαλύτερη τραγωδία των προσφύγων.

Η δυνατότητα της χώρας να αποκαταστήσει τους αιχμαλώτους δεν εκπορεύονταν από την ισχύ της, σε επίπεδο στρατιωτικής ετοιμότητας ή προεξέχουσας θέσης σε διεθνές διπλωματικό επίπεδο· συνιστούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας χώρας η οποία εξαρτιόταν απόλυτα και μπορούσε να επωφεληθεί μόνο από το ανθρωποκεντρικό στην ουσία του νομικό πλαίσιο, το σχετικό με τη μεταχείριση των αιχμαλώτων.

Κατά συνέπεια εκμεταλλεύτηκε, όσο της επιτρεπόταν, τους μηχανισμούς που πλαισίωναν το δικαϊκό πλέγμα προστασίας των αιχμαλώτων, με την επιδίωξη σύστασης μικτών επιτροπών ελέγχου των συνθηκών διαβίωσης των αιχμαλώτων και την έκκληση για παρέμβαση φορέων προάσπισης και προαγωγής του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, τη Διεθνή Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού και την ΚτΕ.⁷⁸

Παράλληλα προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη διπλωματική δεινότητα και τις προσωπικές σχέσεις των Ελλήνων αντιπροσώπων στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης, προτάσσοντας πολλές φορές την πολιτιστική ταύτιση της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη, σε αντιδιαστολή με την πολιτιστική ετερότητα της Τουρκίας.

Ενώ λοιπόν το πλαίσιο δράσης της ελληνικής διπλωματίας οριοθετούνταν από τα διεθνή νόμιμα περί αιχμαλώτων, η Τουρκία, έχοντας το πλεονέκτημα του νικητή, τολμούσε και επιτύγχανε τις περισσότερες φορές να παρακάμπτει την εφαρμογή των αποφάσεων των διεθνών οργάνων και των Συνθηκών των σχετικών με τους αιχμαλώτους: Άλλοτε επιδεικνύοντας αναβλητικότητα, άλλοτε κωλυσιεργία, προσδιόριζε το ρυθμό των διαπραγματεύσεων κατά το επιθυμητό, απενεργοποιώντας ταυτόχρονα κάθε ελεγκτικό μηχανισμό που επιχειρούσε να της επιβάλλει την εφαρμογή του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου περί αιχμαλώτων.

 



Η Ουρανία Φωτοπούλου είναι Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ και Καθηγήτρια της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ν. Κλαδάς για τον οποίο δε γνώριζαν αν είχε φονευτεί κατά την παράδοση της Μεραρχίας του ή όχι, αλλά και το γεγονός ότι μόλις στις αρχές του 1923 η ελληνική κυβέρνηση πληροφορήθηκε ότι οι υποστράτηγοι βρισκόταν εν ζωή και ήταν υγιείς, ύστερα από παρέμβαση της ουδέτερης Ολλανδίας. Πρβ. ΓΕΣ/ ΔΙΣ, Φακ. 246, Β, 1, τηλεγράφημα ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στην Κων/πολη προς υπουργείο Στρατιωτικών, αρ. πρωτ. 1423, 3. 9. 1922(π.η), και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 10, 1, ρηματική διακοίνωση ολλανδικής πρεσβείας στην Αθήνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 22. 12. 1922(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς οικογένειες Τρικούπη, Δημαρά και Διγενή, αρ.πρωτ. 311339/ 7734, 22. 12. 1922(π.η).

2. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, επιστολή αντιπροσωπείας ΕΕΣ στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, 21. 7. 1923.

3. Ενδεικτικά από μαρτυρία αιχμαλώτου, ενώ ήταν περίπου 6.000 αιχμάλωτοι, μέσα σε μία βδομάδα από την αιχμαλωσία τους, μεταφερόμενοι από τη Σμύρνη στη Μαγνησία, έχασαν τη ζωή τους, με διάφορες αφορμές 3.000 άνδρες. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 19, 4, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς α) ελληνική διαρκή αντιπροσωπεία στη Λωζάνη, β) ελληνική αντιπροσωπεία στην ΚτΕ και γ) ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και το Παρίσι, α.α.π, 8. 12. 1922(π.η). Ίδια στοιχεία παρατίθενται και στο ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 20, 2, όπου μαρτυρικές καταθέσεις αιχμαλώτων οπλιτών για τουρκικές βιαιοπραγίες, ενώπιον του πρωτοδίκη Σάμου, 12. 11. 1923(π.η).

4. Κάποιοι από αυτούς, φτάνοντας στη Σόφια επισκέφτηκαν την εκεί ελληνική πρεσβεία, για να τους βοηθήσει να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ενώ όμως είχαν προμηθευτεί διαβατήρια και οδοιπορικά έξοδα, ουδέποτε έφυγαν από τη Βουλγαρία. Για το λόγο αυτό και με δεδομένη την καχυποψία απέναντι στους βουλγαρόφωνους εν γένει, η πρεσβεία διέκοψε κάθε μορφής βοήθεια προς όσους διατείνονταν ότι ήταν Έλληνες στρατιωτικοί, πρώην αιχμάλωτοι των Τούρκων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα Γενικού Στρατηγείου προς υπουργείο Εξωτερικών και υπουργείο Στρατιωτικών, α.α.π, 26. 1. 1923, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στη Σόφια προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 10. 3. 1923 και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στη Σόφια, α.α.π, 29. 3. 1923.

5. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 10, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς Γενική Επιθεώρηση Αιχμαλώτων, α.α.π, χ.η, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 670, 24. 2. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ, 47, όπου πληθώρα σχετικών μαρτυριών.

6. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 90, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 16033, 29. 9. 1922(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι, αρ.πρωτ.10580, 5/ 18. 10. 1922.

7. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 90, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 16033, 29. 9. 1922(π.η), τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Στρατιωτικών, αρ.πρωτ. 10134, 24. 9. 1922(π.η) και ρηματική διακοίνωση γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 25. 9. 1922.

8. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 6, 5, Résolutions et voeux de la Xme Conférence internationale de la Croix-Rouge, άρθρο 12 της ΙVης Σύμβασης της Χάγης του 1907

9. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 19, 4, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς α) ελληνική διαρκή αντιπροσωπεία στη Λωζάνη, β) ελληνική αντιπροσωπεία στην ΚτΕ και γ) ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και το Παρίσι, α.α.π, 8. 12. 1922(π.η), ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, επιστολή αρχηγού ΓΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, τμήμα ΚτΕ, α.α.π, 20. 11. 1923 και έκθεση λοχ. πυρ/κου Δημ. Ξένου από τη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, τμήμα ΚτΕ, 25. 10. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, υποβολή μαρτυρικής κατάθεσης αιχμαλώτου από τη Νομαρχία Καβάλας προς το υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 59, 16. 7. 1930 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 20, 2, όπου μαρτυρικές καταθέσεις αιχμαλώτων οπλιτών για τουρκικές βιαιοπραγίες, ενώπιον του πρωτοδίκη Σάμου, 12. 11. 1923(π.η).

10. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 20, 6, όπου πολυάριθμα σχετικά έγγραφα.

11. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, Επ. 3675/ 30, 24.1. 1923(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς λοχ. πυρ/κου Δημ. Ξένο, αρ. Πρωτ. 31343, 8. 10. 1923.

12. Άρθρα 1 έως 4 της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου 1923. Στη συνεδρίαση της 13ης Μαρτίου 1923 της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής διευκρινίστηκε ότι οι αξιωματικοί που θα ανταλλάσονταν θα ήταν όσο το δυνατόν του ιδίου βαθμού. Λόγω των ευάριθμων Τούρκων αιχμαλώτων αξιωματικών, αποφασίστηκε η αποστολή στην Ελλάδα Τούρκου αξιωματούχου ο οποίος θα κατέγραφε τους Τούρκους βαθμοφόρους, προκειμένου να απελευθερωθούν αντιστοίχως οι Έλληνες αξιωματικοί.

13. Άρθρο 4 της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου 1923.

14. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, telegramme de Comite Grec de la Croix Rouge a monsieur Baron de Reading-Biberegg, délégué de Comité International de la Croix Rouge à Athènes, 5. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, ρηματική διακοίνωση προέδρου της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής, συντ/χη Wildbolz προς υπουργείο Εξωτερικών, χ.η. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, 8, τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 368, 20. 3. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, le 14 Mai 1923. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, διαταγή υπουργείου Εξωτερικών προς τμήμα εκκαθαρίσεως δαπανών ιδίου υπουργείου, α.α.π, 9. 3. 1923.

15. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, le 14 Mai 1923.

16. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 12. 2. 1923(π.η) και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, le 14 Mai 1923.

17. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, Séance de 2. 4. 1923 de la Comission pour l’ échange de PG civils et militaires en Grèce et en Turquie και Séance de 3. 4. 1923 de la Comission pour l’ échange de PG civils et militaires en Grèce et en Turquie, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 30. 1. 1923(π.η) και κοινοποίηση του προέδρου της Επιτροπής Ανταλλαγής αιχμαλώτων, συντ/χη Wildbolz προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 17. 4. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, ρηματική διακοίνωση προέδρου της Επιτροπής Ανταλλαγής αιχμαλώτων, συντ/χη Wildbolz προς υπουργείο Εξωτερικών.

18. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, Séance de 19. 4. 1923 de la Comission pour l’ échange de PG civils et militaires en Grèce et en Turquie, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ 17, 3, διαβιβαστικό έγγραφο επιστολής ΔΕΕΣ προς τον πρόεδρο της Συνδιάσκεψης της Λωζάνης από την ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1205, 1. 5. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ταγμ/χη Ιωα. Κωττάκη, μέλους της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής αιχμαλώτων από τη Σμύρνη προς Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Γραφείο ΙΙ, α.α.π, 3. 4. 1923.

19. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης, α.α.π, 26. 4. 1923.

20. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1925/ Φακ. Α/ 48, rapport complémentaire sur l’ activité de la Commission d’ échange du 15 mai au 15 septembre 1923, du colonel – commandant de corps Wildbolz, président de la Commission pour l’ échange des prisonniers turcs et grecs, Genève, Octobre 1923.

21. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 31, όπου μεγάλος αριθμός εγγράφων σχετικών με περισυλλογή εναπομεινάντων στρατιωτικών από την Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής πληθυσμών και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 10659/ 651, 28. 3. 1924.

22. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, όπου τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής.

23. Τα παραδείγματα συνεχών αντεγκλήσεων μεταξύ των δύο χωρών είναι πολλά, κυρίως όμως αφορούν στην αμοιβαιότητα των αποδόσεων αιχμαλώτων και στην εφαρμογή του συνόλου των συμφωνηθέντων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1923/ Φακ. 9, 1, ρηματική διακοίνωση υπουργείου Εξωτερικών προς ΔΕΕΣ, α.α.π, 11. 6. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ταγμ/χη Ιωα. Κωττάκη, από τη Σμύρνη προς Légation de sa Majestic Catholique, 5. 6. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς κυβερνήσεις Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας, ΔΕΕΣ και ΚτΕ, α.α.π, 20. 6. 1923.

24. Οι όροι της Συμφωνίας της 30ης Ιανουαρίου στο σύνολο τους θα τίθονταν σε ισχύ μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφορά γίνεται στις αποφάσεις της Συμφωνίας τις σχετικές με την ανταλλαγή των αιχμαλώτων οι οποίες είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται από την επομένη της υπογραφής της Συμφωνίας.

25. Για παράδειγμα, καθόσο η Επιτροπή βρίσκονταν στη Σμύρνη, αρκετοί αιχμάλωτοι δραπέτευσαν και κατέφευγαν στα ουδέτερα μέλη της ζητώντας άσυλο· λόγω δεοντολογίας, οι δραπέτες δεν βοηθήθηκαν. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, έκθεση Biquel, μέλους της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής προς τον πρόεδρο της επιτροπης, συντ/ρχη Wildbolz, χ.η.

26. Η Επιτροπή χαρακτήρισε μάλιστα αξιέπαινη τη συμπεριφορά των Τούρκων απέναντι στους αιχμαλώτους, ιδιαίτερα απέναντι στους αξιωματικούς και κυρίως στους τρεις στρατηγούς.

27. Ταυτόχρονα με την επιβίβαση των πρώτων απελευθερωθέντων στο πλοίο «Πολικός», ο Έλληνας αντιπρόσωπος συνειδητοποίησε την τραγικότητα της κατάστασης των αιχμαλώτων: Νηστικοί, ρακένδυτοι, εξαντλημένοι και κακοποιημένοι. Τραγικότερες ήταν όμως οι διηγήσεις των ίδιων των αιχμαλώτων σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσής τους. Όσοι ήλθαν σε επαφή μαζί τους αναφέρουν ότι δύσκολα θύμιζαν ζωντανούς ανθρώπους· περισσότερο παρέπεμπαν σε φοβισμένο ζώο, καθώς όταν τους απηύθυναν το λόγο, λούφαζαν φοβούμενοι μην κακοποιηθούν. Επίσης εξόχως αρνητική εντύπωση έκανε και η γύμνιά τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και για τις κουρελιασμένες στολές που φορούσαν, όταν έφτασαν στην Ελλάδα, δήλωσαν ότι τους τις είχαν δώσει οι Τούρκοι, λίγο πριν επιβιβαστούν στο πλοίο, ενώ κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους ήταν σχεδόν γυμνοί. Και μόνο το γεγονός ότι πολλοί αιχμάλωτοι είχαν πεθάνει στο δρόμο της επιστροφής – μαρτυρείται ότι, μόνο κατά την πρώτη ανταλλαγή, 21 άνδρες ξεψύχησαν εν πλω, – αποτελεί απόδειξη ότι είχαν φτάσει στα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, επιστολές διαμαρτυρίας του ΕΕΣ προς την ΚτΕ και τη ΔΕΕΣ, 14. 4. 1923, έκθεση του βαρώνου de Reading- Biberegg προς τη ΔΕΕΣ, 6. 4. 1923 και rapport du lieutenant colonel Durmeyer, chef d’ Etat Major de la mission militaire francaise et du medicine principal de 2eme classe, Eybert, de la mission militaire francaise, aux sujet de la visite de PG grecs a l’ ile St George, 14. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, έκθεση Biquel, μέλους της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής προς τον πρόεδρο της επιτροπης, συντ/ρχη Wildbolz, χ.η.

28. Σε ορισμένες περιοχές έλαβαν χώρα εκδικητικές ενέργειες εις βάρος Τούρκων κατοίκων. Αν και το φαινόμενο ήταν περιορισμένης κλίμακας, η εκδήλωσή του και μόνο προκαλούσε ανησυχία στις ελληνικές αρχές, με αποτέλεσμα τη λήψη μέτρων από το υπουργείο Στρατιωτικών. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 19, 1, τηλεγράφημα στρατιωτικής διοίκησης Κρήτης προς υπουργείο Στρατιωτικών, α.α.π, 7. 4. 1923 και τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς γενικό στρατηγείο, α.α.π, 20. 4. 1923.

29. Χαρακτηριστικό της άθλιας κατάστασης των περισσοτέρων από αυτούς είναι ότι περίπου ένα μήνα μετά την άφιξή τους, συνέχιζαν να νοσηλεύονται 1363αιχμάλωτοι. Αν και έχρηζαν στοιχειώδους περιθάλψεως οι παραπάνω από τους μισούς απ΄ όσους επέστρεψαν, λόγω της ηπιότητας της κατάστασής τους, αλλά και εξαιτίας της έλλειψης υποδομών, προκρίθηκε αυτή να τους παρασχεθεί από την οικογένειά τους.Τα ποιό κοινά νοσήματα από τα οποία έπασχαν οι αιχμάλωτοι ήταν δυσεντερία, διάρροια, σκορβούτο, κρυοπαγήματα, πνευμονία, τύφο, πλευρίτιδα, εξάντληση, κ.α.

30. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, επιστολή διαμαρτυρίας του ΕΕΣ προς την ΚτΕ και τη ΔΕΕΣ, 14. 4. 1923.

31. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, rapport du lieutenant colonel Durmeyer, chef d’ Etat Major de la mission militaire francaise et du medicine principal de 2eme classe, Eybert, de la mission militaire francaise, aux sujet de la visit de PG grecs a l’ ile St George, 14. 4. 1923.

32. Επρόκειτο για κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 9 της Συνθήκης της Γενεύης του 1906, και του άρθρου 12 της Συνθήκης της Χάγης του 1907. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 6, 5, Résolutions et voeux de la Xme Conférence internationale de la Croix-Rouge.

33. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, αναφορά υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, ρηματική διακοίνωση υπουργείου Εξωτερικών προς διάφορες ξένες πρεσβείες στην Αθήνα, α.α.π, 5. 4. 1923, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική αντιπροσωπεία στην ΚτΕ, α.α.π, 28. 4. 1923 και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικές πρεσβείες στις ΗΠΑ, το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Στοκχόλμη και τη Ρώμη, α.α.π, 20. 4. 1923.

34. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, αναφορά υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 4. 1923.

35. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1922/ Φακ. 10, 1, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 19627/ 2697, 18. 11. 1922(π.η), τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 19709/ 2740, 23. 11. 1922(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 21297, 17. 12. 1922(π.η), ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, διαταγή υπουργείου Στρατιωτικών προς Α΄ Σώμα Στρατού, α.α.π, 25. 1. 1923(π.η) και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς πρόεδρο Επιτροπής επί των τουρκικών ωμοτήτων, α.α.π, 9. 4. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, κατάθεση Γεω. Σουργιεδάκη, εφέδρου υπιάτρου, λοιμοκαθαρτήριο Αγ. Γεωργίου, 19. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, αναφορά υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 4. 1923.

36. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ 17, 3, declaration du Gouvernement de la Grande Assemble Nationale de Turquie a la Conference de la Paix, Lausanne, le 30. 5. 1923, διαβιβαστικό έγγραφο επιστολής της ΔΕΕΣ προς τον πρόεδρο της Συνδιάσκεψης της Λωζάνης από την ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1205, 1. 5. 1923, επιστολή διαμαρτυρίας του ΕΕΣ προς την ΚτΕ και τη ΔΕΕΣ, 14. 4. 1923 και τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, 6. 4. 1923, télégramme de Comité Grec de la Croix Rouge a monsieur le Baron de Reading-Biberegg, délégué de Comité International de la Croix Rouge à Athènes, α.α.π, 5. 4. 1923, έκθεση του βαρώνου de Reading- Biberegg προς την ΔΕΕΣ, 6. 4. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στη Ρώμη προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 3. 5. 1923, τηλεγράφημα Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 10. 6. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 18. 3, τηλεγράφημα του προέδρου της ΔΕΕΣ προς την Ερυθρά Ημισέληνο, αρ. Πρωτ. 6484, 20. 4. 1923.

37. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ προς υπουργείο Εξωτερικών, 10. 6. 1923.

38. Ήδη από την άνοιξη του 1923 πολλοί Έλληνες αξιωματούχοι και κάποιοι Τούρκοι εξέφραζαν την άποψη ότι η ανταλλαγή των αιχμαλώτων έπρεπε να ολοκληρωθεί πριν την υπογραφή της Ειρήνης, από φόβο μήπως μετά το τέλος της Συνδιάσκεψης επέρχονταν δυσκαμψία στις διαπραγματεύσεις και στις επαφές μεταξύ των δύο χωρών, η οποία θα επιβράδυνε τον επαναπατρισμό των αιχμαλώτων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, κατάθεση υπολοχ. Κων/νου Λαζαρίδη προς υπουργείο Στρατιωτικών, Έμπεδον Τμήμα Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού, Αθήνα, α.α.π, 12. 4. 1923.

39. Ο Βενιζέλος ασκούσε επάλληλες πιέσεις σε προσωπικό επίπεδο προς τον Ισμέτ, ο οποίος όμως προεξοφλούσε ότι οι πιθανότητες ολοκλήρωσης της παλιννόστησης των αιχμαλώτων ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συνθήκης ήταν ελάχιστες: “Vu les circonstances actuels, ne croit pas possible de songer le rapatriement des PG grecs”. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα ελληνικής αποστολής στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 4. 6. 1923. Αντιπρόταση της Ελλάδος για έστω συγκέντρωση των αιχμαλώτων στα παράλια, προκειμένου να είναι έτοιμοι για επιστροφή στην Ελλάδα, απορρίφθηκε επίσης με το επιχείρημα της αδυναμίας επισιτισμού τους για όσο χρόνο θα παρέμεναν εκεί, αλλά και με τη διαβεβαίωση ότι οι Έλληνες αιχμάλωτοι διήγαν καλώς, γεγονός που θα αποδείκνυαν και οι επιτροπές που θα επισκέπτονταν για το λόγο αυτό τα στρατόπεδα αιχμαλώτων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα ελληνικής αποστολής στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 4. 6. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 6. 7. 1923.

40. Άρθρο 4 της ελληνοτουρκικής Συμφωνίας περί αποδόσεως αιχμαλώτων της 30ης Ιανουαρίου 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στη Λωζάνη προς υπουργείο Εξωτερικών, 30. 7. 1923.

41. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, τηλεγράφημα ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάνης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 23. 6. 1923.

42. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 2, 1, επιστολή διευθυντή ελληνικής γραμματείας στη ΔΕΕΣ, Ιωα Πάλλη προς υπουργείο Εξωτερικών, 24. 8. 1923, τηλεγράφημα Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ προς υπουργείο Εξωτερικών, 23. 8. 1923, τηλεγράφημα ΔΕΕΣ προς Ιωα. Πολίτη, διευθύνοντα της διαρκούς ελληνικής γραμματείας στην ΚτΕ, 24. 8. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1924/ Φακ. Α, 15, αναφορά Ιωα. Μπακόπουλου, πρόσφυγα από τη Μ. Ασία προς τον Αρχηγό της Επαναστάσεως, 12. 11. 1923.

43. Στρατιωτικοί συνέχισαν να κρατούνται στο Αϊδίνιο. Αιχμάλωτοι υπήρχαν επίσης στα Άδανα, στο Αχμετλί, στα περίχωρα της Σμύρνης, στο Αφιόν Καραχισάρ και αλλού. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 31, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 254969/ 2150, 29. 12. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 88, όπου αντίγραφο έκθεσης εξετάσεως Αν. Τριανταφύλλου, χωροφύλακα εκ Σμύρνης, 4. 1. 1924, τηλεγράφημα ελληνικού προξενείου στη Συρία προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1356, 7. 12. 1923 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, κατάλογοι του 11ου εργατικού τάγματος, 2ου λόχου αιχμαλώτων Μαγνησίας.

44. Όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν και να επαναπατριστούν επανήλθαν σε αξιοθρήνητη κατάσταση: άλλοι με όχι σώας τας φρένας, άλλοι παραμορφωμένοι στο σώμα ή στο πρόσωπο, άλλοι ακρωτηριασμένοι και άλλοι έχοντας νοσήσει από διάφορες αθεράπευτες ασθένειες.

45. Όπως ήταν αναμενόμενο, το βάρος της κρατικής μέριμνας, αλλά και οποιαδήποτε ιδιωτική ή άλλη συνεισφορά την απορρόφησαν οι μεγάλες ανάγκες των προσφύγων. Ελάχιστες οι συνδρομές υπέρ αιχμαλώτων. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, τηλεγράφημα Επαναστατικής Επιτροπής προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 19. 5. 1923 και ευχαριστήριο τηλεγράφημα ελληνικής κυβέρνησης προς σουηδική πρεσβεία στην Αθήνα, α.α.π, 6. 4. 1923.

46. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1934, Β, 1, ΧΙ, ψήφισμα συλλόγου αιχμαλώτων Μ. Ασίας από τη Λακωνία προς Π. Τσαλδάρη, Πρωθυπουργό της Ελλάδος, 1. 6. 1934.

47. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς γραφείο Πρωθυπουργού, αρ. πρωτ. 30693Β/ 1/ ΧΙ, 2. 8. 1933, υπόμνημα του εν Ηρακλείω συλλόγου στρατιωτικών αιχμαλώτων Τουρκίας προς τη σεβαστή κυβέρνηση, αρ. πρωτ. 226, 10. 7. 1933 και υπόμνημα πανελληνίας ενώσεως αιχμαλώτων πολέμου Μικράς Ασίας προς Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό, Υπουργό Εξωτερικών, Υπουργό Στρατιωτικών, αρχηγούς κομμάτων και Τύπο, 30. 8. 1933. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1934, Β, 1, ΧΙ, ψήφισμα συλλόγου Λακωνίας αιχμαλώτων Μικράς Ασίας προς τον Κο Τσαλδάρη, Πρωθυπουργό της Ελλάδος, 1. 6. 1934.

48. ΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, υπόμνημα πανελληνίας ενώσεως αιχμαλώτων πολέμου Μικράς Ασίας προς Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό, Υπουργό Εξωτερικών, Υπουργό Στρατιωτικών, Αρχηγούς κομμάτων και Τύπο, 30. 8. 1933.

49. Στο ιστορικό αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών διαγράφεται ξεκάθαρα το δράμα και η αγωνία χιλιάδων οικογενειών που αναζητούσαν μεταξύ των αιχμαλώτων τους συγγενείς τους, από την πρώτη στιγμή της υποχώρησης του ελληνικού στρατού και για πολλά χρόνια μετά την ανταλλαγή των αιχμαλώτων: επάλληλες αιτήσεις προς αναζήτηση στρατιωτικών, οι οποίες συνοδεύονταν από φωτογραφίες του αγνοούμενου, λεπτομερείς πληροφορίες για στοιχεία ταυτότητας, φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία χαρακτήρα, πληροφορίες από την προσωπική του ζωή και οτιδήποτε μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι θα βοηθούσε στην ανεύρεση του αγνοούμενου, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση (τοπικές αρχές, διεθνείς ανθρωπιστικούς οργανισμούς, το ίδιο το υπουργείο, κλπ). Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1923/ Φακ. 17, 3, 02, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 33, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 5, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 7, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 10, 1, 3, 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 11, 5, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 11, 7, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 1, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 86. 4, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933/ Φακ, Β, Ι ΧΙ και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1934/ Φακ, Β, 1, ΧΙ, όπου χιλιάδες αιτήσεις για την αναζήτηση Ελλήνων στρατιωτικών.

50. Κάποιες οικογένειες στήριζαν την ελπίδα ότι το προσφιλές τους πρόσωπο βρίσκεται στη ζωή, λόγω των επιστολών που λάμβαναν από αυτό κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας ή και μετά την επίσημη ανταλλαγή των αιχμαλώτων. Με δεδομένο ότι η αλληλογραφία των αιχμαλώτων με τους συγγενείς τους αποτελούσε δικαίωμά τους και ότι πολλές φορές αυτοί έστελναν και χρήματα για να διευκολύνουν κατά τι τη ζωή στην αιχμαλωσία, εκτιμάται ότι οι περισσότερες από τις επιστολές όσων τελικά δεν επέστρεψαν ήταν πλαστογραφία, για να μπορούν αυτοί που τις λάμβαναν να αποκομίζουν τα οφέλη από τυχόν δέματα ή εμβάσματα που συνόδευαν τις επιστολές αυτές. Αυτή η θέση ενισχύεται και από το γεγονός ότι η αναζήτηση αιχμαλώτων με γνώμονα της επιστολές που υποτίθεται ότι είχαν στείλει ή συνέχιζαν να στέλνουν στους δικούς του, απέβησαν όλες άκαρπες. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, επιστολή Κου Τζανή προς το υπουργείο Εξωτερικών εις αναζήτηση του υιού του Ανδρέα Τζανή, 20. 12. 1929 και επιστολή του υπουργείου Εξωτερικών προς τον Κο Τζανή, αρ. Πρωτ. 11822, 30. 9. 1930.

51. Χαρακτηριστικό είναι απόσπασμα ανώνυμου τηλεγραφήματος που στάλθηκε από τη Μυτιλήνη προς το υπουργείο Εξωτερικών, τη Βουλή, διάφορους βουλευτές, σε εφημερίδες και αλλού: «Επ΄ ευκαιρία συναφθείσης επιζημίου για ελληνικά συμφέροντα ελληνοτουρκικής οικονομικής συμφωνίας και μέλλοντος συναφθεί συμφώνου φιλίας και άλλων παρόμοιων τοιούτων μετά Τουρκίας, ας μη λησμονεί η Ελλάδα ότι υπάρχουν ακόμη στην Τουρκία συμπολίτες μας, λευκοί δούλοι, τους οποίους δεν επιτρέπεται να παραγνωρίσει η κυβέρνηση εν ονόματι της εθνικής κρατικής φιλοτιμίας και του ανθρωπισμού». Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα από Μυτιλήνη προς υπουργείο Εξωτερικών, χ.η.

52. Πολλοί, απλοί πολίτες κυρίως, συνέχεαν την Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής αιχμαλώτων με αυτή της Ανταλλαγής πληθυσμών, με αποτέλεσμα, μετά τη λήξη της Ανταλλαγής των στρατιωτικών αιχμαλώτων, να πιστεύουν ότι η ανταλλαγή αιχμαλώτων θεωρητικά ήταν ανοικτή, αλλά αδρανούσε, λόγω της κρατικής αδιαφορίας. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, 8, τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 368, 20. 3. 1924.

53. Αρκετοί πρώην αιχμάλωτοι προσφέρονταν μάλιστα να πλαισιώσουν τις εκάστοτε ελληνικές αντιπροσωπείες προς την Τουρκία, για να διευκολυνθεί ο εντοπισμός των εναπομεινάντων στρατιωτικών, εκμεταλλευόμενοι τη γνώση του χώρου, του τόπου και των ανθρώπων, γνώση που είχαν αποκτήσει κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4,όπου πληθώρα αιτήσεων ιδιωτών, προσφυγικών ενώσεων, αλλά και συλλόγων όπως αυτός των πολεμιστών του Αϊδινίου, της ομοσπονδίας παλαιών πολεμιστών, της πανηπειρωτικής ένωσης εφέδρων Ιωαννίνων και άλλων, που απαιτούσαν σύσταση επιτροπών επιφορτισμένων με τον επαναπατρισμό των εναπομεινάντων και συμμετοχή τους σε αυτές με ενεργό ρόλο. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα του συλλόγου αιχμαλώτων Σπάρτης προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Θ. Πάγκαλο, 17. 7. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, υπόμνημα πανελληνίας ενώσεως αιχμαλώτων πολέμου Μικράς Ασίας προς Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό, Υπουργό Εξωτερικών, Υπουργό Στρατιωτικών, Αρχηγούς κομμάτων και Τύπο, 30. 8. 1933.

54. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 3059/1954, 5. 10. 1925.

55. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Βερολίνο προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1385, 7. 6. 1928 και τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Βερολίνο προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 1881, 7. 8. 1928.

56. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, τηλεγράφημα υπουργείου Εσωτερικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 26421, 22. 9. 1928, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, υποβολή μαρτυρικής κατάθεσης αιχμαλώτου από τη Νομαρχία Καβάλας προς το υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 59, 16. 7. 1930, αλλά και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, όπου αρκετές περιπτώσεις «επανελθόντων» που ισχυρίζονταν ότι υπήρχαν ακόμη αιχμάλωτοι στρατιωτικοί στην Τουρκία.

57. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, υποβολή μαρτυρικής κατάθεσης αιχμαλώτου από τη Νομαρχία Καβάλας προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 59, 16. 7. 1930.

58. ΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 12, 4, επιστολή ελληνικού προξενείου στη Μερσίνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 15. 4. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς νομαρχία Μεσσηνίας, αρ. πρωτ. 67859, 14. 8. 1930 και επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς νομαρχία Λέσβου, αρ. πρωτ. 10133, χ.η.

59. Για παράδειγμα, οικογένεια αγνοουμένου προσέφερε 50.000δρχ σε πρόσφυγα που ισχυριζόταν ότι συνάντησε ζωντανό το παιδί της, αν κατόρθωνε να το ελευθερώσει, και 20.000δρχ, αν κατάφερνε τουλάχιστον να τους φέρει ιδιόχειρη επιστολή του υιού που να επιβεβαίωνε ότι ήταν ζωντανός. Πρβ, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, αίτηση Μαρίας Πειράκη από τα Χανιά προς το υπουργείο Εξωτερικών, εις αναζήτηση του αγνοούμενου υιού της, Αύγουστος 1929.

60. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 2, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 19089, 23. 10. 1926, τηλεγράφημα υπουργείου Στρατιωτικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 18480, 1. 10. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 5, διαβιβαστικό έγγραφο έκθεσης εξετάσεως αιχμάλωτου επιλοχία Υγειονομικού Σώματος, Ν. Λέκκα από τη γενική διοίκηση Θεσσαλονίκης προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 26151, 19. 5. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 6, όπου πολυάριθμα έγγραφα που αφορούν σε ισχυρισμούς στρατιωτών περί αιχμαλωσίας τα οποία δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, τηλεγράφημα από το γραφείο του πρωθυπουργού προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 36, 31. 8. 1925, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 1 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 1,όπου προσπάθειες αναζήτησης δήθεν επανελθόντων από την αιχμαλωσία και εξακρίβωσης των ισχυρισμών τους, χωρίς αποτέλεσμα και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 177958, 8. 6. 1931, τηλεγράφημα υπουργείου Εσωτερικών προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 57793, 11. 9. 1931, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό προξενείο Κων/πολης, αρ. πρωτ. 13870, 2. 11. 1931 και αναφορά υποδιοίκησης χωροφυλακής Καρδίτσας προς υπουργείο Εσωτερικών, α.α.π, χ.η.

61. Εξαίρεση αποτελούσαν οι περιπτώσεις αποδεδειγμένης παραπληροφόρησης από τρίτο.

62. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα γενικής διοίκησης Θεσσαλονίκης προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 12. 7. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 8062, 9. 8. 1931, επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς γενική διοίκηση Μακεδονίας, αρ. πρωτ. 11991, 4. 10. 1930 και επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς υπουργείο Εσωτερικών, αρ. πρωτ. 11991, 11. 11. 1930.

63. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο, αρ Πρωτ. 6811, 19. 6. 1928 και τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο, αρ. πρωτ. 5718, 23. 5. 1928, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς πολιτικό τμήμα του ιδίου υπουργείου, αρ. πρωτ. 53812, 20. 12. 1930, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι « είναι γνωστό ότι πάντες οι εκάστοτε εμφανιζόμενοι ως παλιννοστήσαντες εκ Τουρκίας αιχμάλωτοι, τυγχάνουσι εκμεταλλευτές της ευπιστίας των απλοϊκών, με μοναδικό σκοπό το χρηματισμό» και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς Νομαρχία Λέσβου, αρ. πρωτ. 10133 και επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς Νομαρχία Μεσσηνίας, αρ. Πρωτ. 67859, 14. 8. 1930.

64. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 2, επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς δ/ση Δημοσίας Ασφάλειας, αρ.πρωτ. 1015/ 2105, 12. 10. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/  1926/ Φακ. 13, 3, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 4134, 22. 12. 1925.

65. Οι ελληνικές αρχές φαίνεται να είχαν διαμορφώσει από πολύ νωρίς ισχυρή άποψη για το ζήτημα των στρατιωτικών αιχμαλώτων, σύμφωνα με την οποία, αυτοί είχαν επιστρέψει προ καιρού. Η τυχόν ύπαρξη ευάριθμων Ελλήνων σε καθεστώς αιχμαλωσίας, συνίστατο σε πολίτες Μικρασιάτες που εργαζόταν σε απομακρυσμένα αγροκτήματα της Ανατολής. Πρέπει να επισημανθεί ότι από το 1924, η αναζήτηση των στρατιωτικών που ήταν αγνοούμενοι ευθυγραμμίστηκε απόλυτα με αυτή των πολιτικών ομήρων. Έτσι, αν και αντικείμενο της παρούσας έρευνας είναι οι στρατιωτικοί αιχμάλωτοι, οι ενέργειες της επίσημης Ελλάδας που διαγράφονται στις επόμενες σελίδες αφορούν και στις δύο κατηγορίες, και ίσως περισσότερο στους πολιτικούς, λόγω του μεγαλύτερου αριθμού τους. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 109, 9. 2. 1930 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 1331, 8. 7. 1931.

66. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1541, 25. 5. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 233, 9. 2. 1927.

67. Σημειώνεται ενδεικτικά ότι οι έρευνες έφτασαν έως και το Ιράκ, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες στη Μεσοποταμία είχαν καταφύγει Έλληνες στρατιώτες που είχαν δραπετεύσει από στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Τουρκία. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 1, ρηματική διακοίνωση βρεττανικής πρεσβείας στην Αθήνα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 5. 1925.

68. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 26. 6. 1925. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1924/ Φακ. Α, 15, τηλεγράφημα ΕΕΣ προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 14. 3. 1924, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα, αρ. πρωτ. 9214, 17. 3. 1924, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1125, 8. 4. 1924, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1428, 5. 5. 1924, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 31, τηλεγράφημα πρόεδρου της ελληνικής αποστολής παρά τη Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής πληθυσμών προς το υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 25. 7. 1923, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 3, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2417, 3. 8. 1926, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1612, 2. 8. 1926, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2695, 14. 9. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, αναφορά χωροφυλακής Αθηνών προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 24. 7. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 1 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, όπου πληθώρα παραδειγμάτων άτελεσφορων ερευνών.

69. Από την τουρκική πλευρά επανερχόταν στερεότυπη η απάντηση ότι δεν υπήρχε κανείς Έλληνας αιχμάλωτος στην Τουρκία. Όμως η εμμονή της Ελλάδας εξώθησε από ένα σημείο και μετά την Τουρκία, σε κάθε σχετική «επίθεση» να αμύνεται αντιπαραβάλλοντας ισχυρισμούς περί βασανιστηρίων των Τούρκων αιχμαλώτων από τις ελληνικες αρχές και καταπιέσεις επί του τουρκικού στοιχείου που διαβιούσε στην Ελλάδα. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ,, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς γενική διοίκηση Μακεδονίας, αρ. πρωτ. 11991, 4. 10. 1930, επιστολή υπουργείου Εξωτερικών προς Νομαρχία Λέσβου, αρ. πρωτ. 10133, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στο Βουκουρέστι προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 107, 31. 1. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1929/ Φακ. Β/ 67, διαβιβαστικό έγγραφο υπουργείου Εξωτερικών, τμήμα Τύπου προς τη δ/ση πολιτικών υποθέσεων του ιδίου υπουργείου, αρ. πρωτ. 35755, 7. 9. 1929. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933/ Φακ, Β, Ι ΧΙ, τηλεγράφημα ελληνικής αντιπροσωπείας στην Τουρκία προς υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 30. 5. 1931, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2154, 6. 8. 1924 και τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2309, 28. 8. 1924, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, επιστολή ελληνικού προξενείου στη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 702, 23. 6. 1925, επιστολή   ελληνικού προξενείου στη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 1055, 23. 12. 1924, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 11980 & 2854, 16. 10. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 6868 & 1604, 4. 6. 1926 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 86, 4, επιστολή ΓΕΣ προς στρατιωτικό ακόλουθο της ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη, αρ. πρωτ. 518, 17. 3. 1927. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 4, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, 8, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1928/ Φακ. 77. 1. 2, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1930/ Φακ. Β, 38, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1933, Β, Ι ΧΙ, όπου πολυάριθμες περιπτώσεις άκαρπων αναζητήσεων.

70. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 233, 9. 2. 1927.

71. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου παρεχόμενες πληροφορίες από καιρού εις καιρό ήταν αληθείς, αλλά αφορούσαν σε πρότερη χρονική περίοδο και δεν ίσχυαν, όταν διενεργούνταν η έρευνα. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 10, 1, 3, 2, επιστολή ελληνικού προξενείου στη Μερσίνα προς ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα, αρ.πρωτ. 258, 12. 11. 1925.

72. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, ρηματική διακοίνωση τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 24. 5. 1925 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 65/ 3/ 2, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Κων/πολη προς υπουργείο Γεωργίας, δ/ση Ανταλλαγής, αρ. Πρωτ. 6943, 12. 9. 1925 .

73. ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. 78, ρηματική διακοίνωση τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, α.α.π, 24. 5. 1925 και ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 1922, 8. 7. 1924.

74. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 10, 1, 3, 2, επιστολή ελληνικού γενικού προξενείου στη Σμύρνη προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ. 148, 5. 2. 1926.

75. Ειδικότερα αυτή η αιτία επέβαλε τη μεθόδευση της αναζήτησης, προκειμένου να διασφαλιστεί το κύρος των ελληνικών αρχών και για να μην προκαλείται μάταια σύγκρουση με την Τουρκία. Έτσι προκρίθηκε αφενός η άμεση διεκπεραίωση και αποστολή των αιτήσεων και καταλόγων αναζήτησης διαμέσου της κοινής ταχυδρομικής οδού στην ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα και αφετέρου την ενημέρωση για οποιαδήποτε αλλαγή στους υφιστάμενους καταλόγους τηλεγραφικώς. Επιπλέον κρίθηκε απαραίτητο να επέλθει συντονισμός μεταξύ των ελληνικών διπλωματικών υπηρεσιών που βρίσκονταν στην Τουρκία, με επίκεντρο την ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 12, 3, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 7137 & 672, 26. 2. 1924 επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 734, 27. 2. 1924.

76. Όπως η περίπτωση του στρατιώτη Σαράντη Κουρκουρή, ο οποίος, ύστερα από αναζήτηση, εντοπίστηκε στα Άδανα, όπου έμενε οικειοθελώς με το όνομα Μεχμέτ Εμίν. Επρόκειτο περί απατεώνα, που χρησιμοποιούσε διάφορα ψευδώνυμα και επιδίδονταν συστηματικά σε παράνομες δραστηριότητες. Πρβ. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ. Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, τηλεγράφημα υπουργείου Εξωτερικών προς ελληνικό προξενείο Μερσίνης, α.α.π, 25. 6. 1931. Επίσης ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1925/ Φακ. Α, 4, Ι, 3, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στο Χαλέπι προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ.πρωτ.175, 10. 6. 1925, όπου αναφέρονται διάφορες περιπτώσεις Ελλήνων στρατιωτών που είχαν φτιάξει μία νεα ζωή στην Τουρκία και δεν επεδίωκαν επιστροφή στην Ελλάδα και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. Πρωτ. 4082, 31. 12. 1925.

77. ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 13, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 4082, 31. 12. 1925, ΙΑΥΕ/ ΚΤΕ/ 1924/ Φακ. ΑΠ / 15. 92, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1922, 8. 7. 1924 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1926/ Φακ. 13, 4, τηλεγράφημα ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 1541, 25. 5. 1926, ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1927/ Φακ. 74, 1, 2, επιστολή ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα προς υπουργείο Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 233, 9. 2. 1927 και ΙΑΥΕ/ ΚΥ/ 1931/ Φακ, Β, 38 & Β, Ι, ΧΙ, επιστολή υπουργείου Στρατιωτικών προς Νομαρχία Μεσσηνίας, αρ. πρωτ. 67859, 14. 8. 1930 και επιστολή υπουργείου Εσωτερικών προς γενική διοίκηση Μακεδονίας, αρ. Πρωτ. 11991, 4. 10. 1930.

78. Ιδιαίτερα για την ΚτΕ, η Ελλάδα επιχείρησε ποικιλοτρόπως να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι η ίδια αποτελούσε μέλος του οργανισμού, σε αντιπαραβολή με την Τουρκία που ως χώρα ηττημένη στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, δεν της δόθηκε το δικαίωμα να συμμετάσχει στον Οργανισμό.


http://clioturbata.com/