Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2021

Η δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια

 


 
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 δολοφονείται, έξω από τον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, ο Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας από τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, που ήταν μέλη της γνωστής οικογένειας των κοτζαμπάσηδων της Μάνης (αδελφός και γιός αντίστοιχα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη).

Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα, στις 10 Φεβρουαρίου 1776 και δολοφονήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στο Ναύπλιο, στις 27 Σεπτεμβρίου (με το παλαιό ημερολόγιο)/ 9 Οκτωβρίου (με το νέο ημερολόγιο) του έτους 1831.

Υπήρξε Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Υπήρξε εμπνευστής και συντάκτης του Συντάγματος του Κράτους της Ελβετίας. Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, εξέλεξε στις 14 Απριλίου 1827, τον Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη της Ελλάδας με 7ετή θητεία. Επίσης, η ίδια Εθνοσυνέλευση εξέλεξε 3μελή επιτροπή, ως “αντικυβερνητική” (προσωρινά αντί του Κυβερνήτη), με τον Γεώργιο Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ως πρώτο μέλος και όρισε ως έδρα της κυβέρνησης, δηλ. πρωτεύουσα της Ελλάδας, το Ναύπλιο.
  1. Ο Καποδίστριας αποβιβάζεται στο Ναύπλιο
Μετά από ένα δύσκολο και μακρύ ταξίδι σε πρωτεύουσες Ευρωπαϊκών κρατών, όπου πήγε για να ζητήσει τη συνδρομή τους στο δύσκολο έργο που αναλάμβανε, κι αφού απόσπασε την υπόσχεση της Γαλλίας να στείλει εκστρατευτικό σώμα για την εκκαθάριση της Πελοποννήσου από τον εναπομείναντα εκεί στρατό του Ιμπραήμ, ο Καποδίστριας έρχεται τελικά στην Ελλάδα πάνω στο αγγλικό πολεμικό πλοίο “Warspite 74”, που συνοδεύεται από ένα γαλλικό και ένα ρωσικό πολεμικά πλοία, και αγκυροβολεί στο λιμάνι του Ναυπλίου στις 6 Ιανουαρίου 1828. Το Ναύπλιο είχε οριστεί από την Εθνοσυνέλευση του 1827 ως η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.

Την 7η Ιανουαρίου τα τρία πλοία που συνόδευαν τον Κυβερνήτη ύψωσαν την Ελληνική σημαία και την χαιρέτησαν με κανονιοβολισμούς, ως ένδειξη αναγνώρισης της ανεξαρτησίας της Ελλάδας. Τους κανονιοβολισμούς τούτους ανταπέδωσαν τα φρούρια του Ναυπλίου, μαζί με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές του λαού, που είχε εν τω μεταξύ συγκεντρωθεί στο λιμάνι. Ο Καποδίστριας αποβιβάζεται και πατά στο ελληνικό έδαφος στο Ναύπλιο, στις 8 Ιανουαρίου 1828, δίχως να συνοδεύεται από στρατιωτικό άγημα, παρά μόνο από τους λόγιους Ιάκωβο Ρίζο-Νερουλό και Ανδρέα Μουστοξύδη και τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Βούλγαρη. Στο λιμάνι του Ναυπλίου γίνεται στον Καποδίστρια ενθουσιώδης και συγκινητική λαϊκή υποδοχή. Με τον κλήρο μπροστά και τον λαό γύρω, όλοι μαζί πηγαίνουν στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου, όπου ψάλλεται δοξολογία και γίνεται παράκληση να βοηθήσει ο Θεός στο δύσκολο έργο των άρτι αφιχθέντων.

Όμως στο Ναύπλιο επικρατεί ένα έντονα εμφυλιοπολεμικό κλίμα. Την προηγούμενη μέρα από την άφιξη του Καποδίστρια, η φρουρά του Παλαμηδίου βομβάρδιζε την Ακροναυπλία και επικρατούσε μεγάλη αναρχία στην πόλη. Βέβαια οι μεταξύ Ελλήνων εχθροπραξίες σταματούν με την αποβίβαση του Καποδίστρια στην πόλη, αλλά ο Καποδίστριας έχει πάρει προ πολλού την απόφασή του να εγκαταστήσει την πρωτεύουσα του Κράτους στην Αίγινα, που ως νησί ήταν ένας τόπος καλύτερα και ασφαλέστερα ελεγχόμενος.
  1. Ο Καποδίστριας στην Αίγινα
Η νηοπομπή του τριών (αγγλικού, γαλλικού και ρωσικού) πολεμικών πλοίων, που φέρνει τον Καποδίστρια στην Ελλάδα, αγκυροβολεί στο κεντρικό λιμάνι του νησιού της Αίγινας αργά το απόγευμα της 11ης Ιανουαρίου του έτους 1828. Μόλις αγκυροβολεί, ο Καποδίστριας δέχεται την τριμελή Αντικυβερνητική Επιτροπή, που υποβάλλει τα σέβη της μαζί με τους υπουργούς και την τοπική δημογεροντία. Την Αντικυβερνητική Επιτροπή (η λέξη «αντικυβερνητική» έχει την έννοια της άσκησης της διοίκησης αντί του κυβερνήτη) είχε ορίσει η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας από τις 2 Απριλίου 1827 και εκτελούσε χρέη διοίκησης μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια, και απαρτιζόταν από τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, τον Ιωάννη Μ. Μιλαήτη και τον Ιωαννούλη Νάκο. Ο πρώτος από τους τρεις ήταν τότε 27 ετών, και 3,5 περίπου χρόνια αργότερα θα ήταν εκείνος που με μένος φανατικού θα δολοφονούσε (μαζί με τον θείο του Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη) τον Καποδίστρια.

Ο αγωνιστής της Επανάστασης και ιστορικός Νικόλαος Κασομούλης περιγράφει με τρόπο γλαφυρό ότι εκείνο το σούρουπο της αποβίβασής του στο νησί της Αίγινας, τον Καποδίστρια «τον υποδέχθηκαν όλοι, με κλαύματα χαράς. […] Θεέ μου, τι να ενθυμηθή κανένας και να γράψη… Πώς να ζωγραφίση αυτό το ηθικό εκείνης της ώρας. Αλλος έτρεχεν εδώ, άλλος εκεί, άλλος πηδούσεν, άλλος χόρευεν. Οι δρόμοι ταράττοντο. […] Ο λαός εστόλισε τας οικίας με μυρσίνας και δάφνας και ετοίμαζε την φωτοχυσίαν. Προετοιμασμένα τα πάντα διά την τελετήν της υποδοχής του Κυβερνήτου, το Βουλευτικόν Σώμα, το Ιερατείο, η Αντικυβερνητική Επιτροπή με τους Υπουργούς και όλος ο λαός κάθε τάξεως, άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά έτρεξαν εις την Περιβόλαν, όπου έμελλε να αποβιβασθή ο Κυβερνήτης. […] Μόλις επάτησεν το έδαφος και όλων αι καρδίαι εσκίρτησαν πάλιν του λαού.».

Στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό της Αίγινας, στις 25 Ιανουαρίου 1828, ο Καποδίστριας ορκίστηκε πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας και παρέλαβε τα ηνία της χώρας, από τα χέρια του επικεφαλής της 3μελους επιτροπής Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Αυτά τα ίδια χέρια, 3,5 χρόνια αργότερα επρόκειτο να αφαιρέσουν τη ζωή του Καποδίστρια.
Συγκλονιστική όμως είναι και η μαρτυρία αυτού του ίδιου του Καποδίστρια για τις φοβερές στιγμές-σκηνές  που έζησε κατά την υποδοχή του κι από όσα είδε στην Αίγινα, όπως την έχει διασώσει ο αγωνιστής της Επανάστασης του ’21 και ιστορικός
Γεώργιος Τερτσέτης στα «Απόλογα για τον Καποδίστρια»: «Είδα πολλά εις την ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδεί… ‘‘Ζήτω ο κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας!’’ εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τις σπηλιές. Δεν ήταν το συναπάντημά μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος. Η γη εβρέχετο από δάκρυα. Εβρέχετο η μυρτιά και δάφνη του στολισμένου δρόμου από τον γιαλό ως την εκκλησία. Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού μου έσχιζε την καρδιά μου. Μαυροφορεμένες γυναίκες, γέροντες, μου εζητούσαν ν’ αναστήσω τους πεθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα κι εγώ». 
  1. Η κατάσταση της Ελλάδας
Μετά την επίσημη υποδοχή του στην Αίγινα, ο Καποδίστριας άρχισε να λαμβάνει εκθέσεις για την επικρατούσα στην Ελλάδα κατάσταση. Αντιλήφθηκε ότι βρισκόταν μπροστά σε ένα ανύπαρκτο κράτος. Ο αγώνας κατά των Τούρκων εξακολουθούσε, αλλά βρισκόταν σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή. Τα πάθη και τα μίση μεταξύ των Ελλήνων ήταν εκρηκτικά και η διχόνοια σπάρασσε τη χώρα. Οι ραδιουργίες, ο φατριασμός, η απειλή εμφυλίου πολέμου ήταν σε ημερήσια διάταξη. Δεν υπήρχε καμία οικονομική ανάπτυξη, και η ληστεία και η πειρατεία λυμαίνονταν τη χώρα. Όλοι οι τομείς της δημόσιας δραστηριότητας είχαν ατονήσει. Το δικαίωμα του ισχυρότερου ήταν το κυρίως (αν όχι το μόνο) πράγματι υπάρχον ενεργό δικαίωμα στη χώρα, με συνέπεια ο φόβος του ισχυροτέρου να κυριαρχεί και να παραλύει κάθε σημαντική απόπειρα ανάληψης πρωτοβουλιών και εισαγωγής νεωτερισμών και μεταρρυθμίσεων.

Δημόσιο ταμείο δεν υπήρχε. Όπως επισήμανε στην αναφορά του προς τον Καποδίστρια ο τότε επί της Επικρατείας γραμματεύς της Οικονομίας (ο αντίστοιχος υπουργός Οικονομικών σήμερα) Π.Ν. Λιδωρίκης, «όχι μόνο χρήματα δεν υπάρχουν εις το ταμείον, αλλ’ ούτε ταμείον υπάρχει, διότι δεν υπήρξε ποτέ»!

Η δικαιοσύνη ήταν κενή περιεχομένου έννοια και δικαστήρια δεν λειτουργούσαν. Οι ένοπλες επαναστατικές δυνάμεις βρίσκονταν δίχως επαρκή εφόδια, ενώ και το ναυτικό είχε σε σημαντικό βαθμό αποδιοργανωθεί. Χάος, σύγχυση, απειλή εμφυλίου πολέμου, αποδιοργάνωση των πάντων και επιβουλές έσωθεν και έξωθεν κατά της επαναστάσης ήταν τα γνωρίσματα που χαρακτήριζαν την κατάσταση στην Ελλάδα. Γενικευμένη ανυπαρξία κράτους, τάξης και πειθαρχίας.
  1. Η πολιτική αντίδραση του Καποδίστρια
Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, ο Καποδίστριας λαμβάνει εξαρχής ρηξικέλευθες αποφάσεις, θεωρώντας πως μόνο έτσι θα ορθοποδήσει η χώρα. Κατ’ αρχάς αναστέλλει την εφαρμογή του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827, διότι κρίνει ότι μια καταστραμμένη χώρα με εμφύλιες διαμάχες δεν ήταν ακόμα ώριμη να κυβερνηθεί με συνταγματικούς και μάλιστα εξόχως φιλελεύθερους θεσμούς. Παράλληλα καταργεί το Βουλευτήριο και το αντικαθιστά με το Πανελλήνιον, που είναι ένα γνωμοδοτικό Σώμα. Μάλιστα όταν διαπιστώνει ότι τα μέλη του Πανελληνίου επιμένουν φέρνοντας αντιρρήσεις στα όσα προτείνει, προσθέτει νέα μέλη, έτσι ώστε να εξασφαλίσει την  πλειοψηφία στη στήριξη των απόψεών του εντός του εν λόγω θεσμού. Τέλος, διορίζει τα αδέλφια του, Αυγουστίνο και Βιάρο, στις δύο κορυφαίες θέσεις του αντιστρατήγου και του αντιναυάρχου αντίστοιχα.
  1. Το πλούσιο έργο του Καποδίστρια
Το πλούσιο έργο που επιτέλεσε ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, ως επικεφαλής της ελληνικής διοίκησης, είναι αναμφισβήτητο.

Διενέργησε την πρώτη απογραφή πληθυσμού, ίδρυσε δικαστήρια, θέσπισε Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατέστειλε την πειρατεία, αναδιοργάνωσε τον στρατό, ίδρυσε τη Σχολή Ευελπίδων, δημιούργησε Εθνικό Νομισματοκοπείο κόβοντας ως νέο νόμισμα τον Φοίνικα, ίδρυσε την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, προέβη στη διοικητική διαίρεση της χώρας, λειτούργησε Εθνικό Τυπογραφείο, έφερε πολεοδόμους, πολιτικούς μηχανικούς και αρχιτέκτονες για την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων πόλεων.

Το θέμα της Παιδείας, υπήρξε άμεσης προτεραιότητας στις πολιτικές επιλογές του Κυβερνήτη. Διαμορφώθηκαν οι τρεις βαθμίδες εκπαίδευσης και εξασφαλίστηκε η λειτουργία του «Αλληλοδιδακτικού», του «Προκαταρκτικού»(ή «Προτύπου») και του «Κεντρικού» Σχολείου. Ίδρυσε Εκκλησιαστική Σχολή στον Πόρο, Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα και Σχολή Δασκάλων στο Άργος. Επίσης μερίμνησε από την πρώτη στιγμή για τα ορφανά και την εκπαίδευσή τους.

Πράγματι, ο Καποδίστριας έκτισε στην Αίγινα το περίφημο Ορφανοτροφείο για τα 500 ορφανά του πολέμου, πολλά από τα οποία είχε εξαγοράσει ο ίδιος με προσωπικά του χρήματα – όπως και φίλων του- από τα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου, όπου είχαν μεταφερθεί αιχμάλωτα από τον Ιμπραήμ. Μέσα στον χώρο του Ορφανοτροφείου λειτούργησαν η πρώτη Τεχνική-Επαγγελματική-Σχολή της Χώρας, η Σχολή Παλαιογραφίας για τη συντήρηση και φύλαξη χειρογράφων του Αγ. Όρους, η Σχολή Μουσικής (πρόδρομος θεσμός του Εθνικού Ωδείου), όπως και η Σχολική Βιβλιοθήκη, η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα της μετέπειτα Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Για την καταπολέμηση της πείνας και της φτώχειας, ο Καποδίστριας οργάνωσε συσσίτια, χορήγησε καλλιεργητικά δάνεια στις Κοινότητες για την καλλιέργεια της ελιάς και της σταφίδας, και προώθησε την εκπαίδευση των αγροτών στην καλλιέργεια της πατάτας και του σιταριού, καθώς επίσης και στην εκτροφή μεταξοσκωλήκων. Στην πολιτική κοινωνικής μέριμνας του Καποδίστρια εντάσσεται η λειτουργία των Νοσοκομείων, Υγειονομείων και Λοιμοκαθαρτηρίων, που τότε ιδρύθηκαν.

Ο Καποδίστριας προσπάθησε και πέτυχε παράλληλα την επέκταση των συνόρων του νέου κράτους και την κατοχύρωση της ελληνικής ανεξαρτησίας. Και όλα αυτά συγκεντρώνοντας χρηματικούς πόρους από το μηδέν.

Τον Φεβρουάριο του 1829, ο Καποδίστριας μεταφέρει την έδρα της κυβέρνησης του στο Ναύπλιο.

Γενικά μπορούμε να πούμε ότι τα έργα που πραγματοποίησε στην Ελλάδα ο Καποδίστριας, μέσα στο σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα των 3,5 ετών που κυβέρνησε την χώρα, είναι αξιοθαύμαστα ακόμη και για πλήρως οργανωμένα Ευρωπαϊκά κράτη, πόσο μάλλον για μια χώρα, όπως η Ελλάδα, που ήταν γεμάτη ερείπια και χαλάσματα, με συνεχιζόμενο πόλεμο, με εξαντλημένους αγωνιστές και πεινασμένες τις οικογένειες τους, με χωριά ερημωμένα, χωράφια καταστραμμένα, με λίγη ελεύθερη χέρσα γη, με μια κοινωνία γεμάτη ορφανά, χήρες και γέρους, πεινασμένα μωρά και τραυματίες, με υποθηκευμένη την εθνική γη στους δανειστές και με αναρχία και ανασφάλεια συνοδευόμενες από το πένθος της συμφοράς και τις εσωτερικές εμφυλιοπολεμικές έριδες και τις διχαστικές πολιτικές διαμάχες.

Κι όμως, ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε! Και μάλιστα από Έλληνες!

Ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε, κυρίως διότι ήλθε σε σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα προυχόντων και τοπαρχών, οι οποίοι είτε ήθελαν να συνεχίσουν να απολαμβάνουν την όποια προνομιακή μεταχείριση ή και εξουσία είχαν μέχρι τότε, είτε περίμεναν άμεση αποζημίωση και ανταμοιβή για τις θυσίες που έκαναν και τις ζημιές που υπέστησαν κατά την επανάσταση και τον αγώνα για τη δημιουργία και την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους, και ενώ αυτό το τελευταίο βρισκόταν σε αντικειμενική αδυναμία να ικανοποιήσει, τουλάχιστον άμεσα, τα (έστω δικαιολογημένα) αιτήματά τους. Επιπλέον, κάποιες από τις λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις (ιδίως η Αγγλία) δεν έβλεπαν με καλό μάτι την προσπάθεια του Καποδίστρια για διαμόρφωση ανεξάρτητης εθνικής πολιτικής, και ως ένα βαθμό μάλιστα τον υποψιάζονταν για ρωσοφιλία, και για τον λόγο τούτο υποκινούσαν την κατά του Καποδίστρια δυσαρέσκεια, που όπλισε τα χέρια των δολοφόνων του.


 https://www.anixneuseis.gr


https://www.anixneuseis.gr