Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2021

Καραΐσκάκης,οΣτρατάρχης της Ρούμελης

 



ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΤΟΝ  ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

(Το Γιο Τησ Καλογριασ)

Οι οπλαρχηγοί  της Ελληνικής Επαναστάσεως δεν ήσαν κατηχητόπουλα, αλλά και κατηχητόπουλα να ήσαν, άγιοι δεν θα γινόντουσαν. Μα κι εγώ που μέχρι τα είκοσί μου που ήμουνα κατηχητόπουλο, μετά έγινα διαβολόπαιδο. Πόσο μάλλον οι οπλαρχηγοί που ήσαν μιά ολόκληρη ζωή κλέφτες, αρματωλοί, κυνηγώντας και κυνηγημένοι από τους Τούρκους. Πρέπει να καταλάβουν ορισμένοι ιστορικοί που μέμφονται τους οπλαρχηγούς για βάναυσες συμπεριφορές έναντι των Τούρκων, ότι επανάσταση μοιράζοντας σοκολάτες δεν έχει γίνει πουθενά στο κόσμο, ούτε θα γίνει. Οι πόλεμοι και οι επαναστάσεις είναι από μόνοι τους σκληροί, βάναυσοι και αδυσώπητοι. 

Θα ξεκινήσω τα αφιερώματά μου από τον «γιο της καλογριάς», τον Στρατηλάτη της Ρούμελης, όχι γιατί κι εγώ είμαι ρουμελιώτης και κατά τη γνώμη μου ήταν ο μεγαλύτερος Στρατηλάτης, αλλά διότι μου ταιριάζει περισσότερο στον χαρακτήρα. Δεν θα εξωραϊσω ούτε τα γεγονότα ούτε και τους πρωταγωνιστές. Πρέπει να δούμε την αλήθεια γυμνή και όχι διανθισμένη όπως μας τη διδάξανε στα σχολειά της Απαιδείας μας. 

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης υπήρξε ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε κυρίως στη Ρούμελη (Στερεά Ελλάδα).

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ήταν καρπός της σχέσης του αρματολού Δημήτρη Καραΐσκου και της μοναχής Ζωής Ντιμισκή, αδελφής του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και εξαδέλφης του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα. Γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1780 (ή 1782) σε μια σπηλιά, πάνω από το Μαυρομάτι Καρδίτσας, όπου δεν πλησίαζαν οι χωρικοί γιατί φοβόντουσαν τις νεράϊδες και τα ξωτικά. Μεχρι τα οκτώ του, που ορφάνεψε από τη μάνα του, την ακολουθούσε στη στράτα της ζητιανιάς. Από τη μητέρα του, ο «γιος της καλογριάς», κληρονόμησε τον ανυπότακτο χαρακτήρα του και την παροιμιώδη βωμολοχία του.

Στα οκτώ του χρόνια πήγε σ’ ένα Αγά και κουβαλούσε νερό με τα γκιούμια από το πηγάδι. Ένα μεσημέρι Παρασκευή, που οι γυναίκες του σπιτιού είχαν πάει στο τζαμί να προσευχηθούνε, εκεί που ήταν ξαπλωμένος στον οντά, και λαγοκοιμότανε, νοιώθει ένα χέρι να τον θωπεύει στα απόκρυφά του μέρη. Το χέρι ήταν του φιλήδονα Αγά. Χωρίς να το σκεφθεί, αρπάζει από το ζωνάρι του Αγά το μαχαίρι, το μπήγει στη κοιλά του και το βάζει στα πόδια.  Μετά βολόδερνε σαν αγρίμι στις χαράδρες και τις βουνοκορφές των άπαρτων Αγράφων και των Τζουμέρκων. Για συγγενείς και φίλους έχει τους λύκους, τους λαφιάτες, τους γερακαετούς, τα πετροκότσυφα και τ’ αηδόνια... Έκλεβε φρούτα, πουλερικά και ό.τι άλλο έβρισκε για να επιβιώσει. Βρήκε κι’ άλλους συνομηλίκους του, αδέσποτους και ομοίους του, και φτιάχνει το μπουλούκι του. Μπουλοκτσής τώρα πια οί διος πέρασε τα νεανικά του χρόνια πότε κυνηγημένος και ποτε κυνηγώντας τους Τούρκους. Με τη κλέφτικη ομάδα του μάχεται τον Αλή πασά. Τρία χρόνια αργότερα πέφτει στα χέρια του Αλή Πασά, ο οποίος τον ρώτησε: « Τι θα κάνω με σένα, ωρέ Καραϊσκάκη». Και ο Κραϊσκάκης επιστρατεύοντας όλο το θράσος του, του απάντησε: «Αν με κρένεις άξιο για αφέντη, αφέντη να με κάμεις, αν με κρένεις άξιο για χουσμεκιάρη (υπηρέτη), χουσμεκιάρη να με κάμεις και αν με κρένεις αξιο για τίποτα, ρίξε με στη λίμνη». Εκτιμώντας την εξυπνάδα του και τον ισχυρό του χαρακτήρα τον κάνει τζοχανταραίο (σωματοφύλακά του), ένα από τους έμπιστους της προσωπικής του φρουράς.. Στην Αυλή των Ιωαννίνων όχι μόνο έμαθε τη στρατιωτική τέχνη, αλλά και στοιχειώδη γράμματα, γραφή και ανάγνωση.

Τον Μάρτιο του 1798 ακολουθεί τον Αλή Πασά στην εκστρατεία του κατά του Πασά του Βιδινίου Πασβάνογλου κι έρχεται σε μυστικές διαπραγματεύσεις μαζί του. Περί το 1804 εγκαταλείπει τον Αλή Πασά κι ενώνεται με το σώμα του περίφημου κλέφτη Κατσαντώνη. Συμμετέχει και διακρίνεται σε πολλές μάχες κατά του πρώην αφεντικού του και γίνεται το πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη.

Μετά τον θάνατο του Κατσαντώνη από τον Αλή Πασά, 1807, την αρχηγία της ομάδας του αναλαμβάνει ο αδελφός του Λεπενιώτης και μαζί του ο Καραϊσκάκης συνεχίζει τη δράση του ως κλέφτης.

Το 1809 εντάσσεται στα ελληνικά τάγματα που είχαν συστήσει οι Βρετανοί υπό τον Ριχάρδο Τσορτς, με σκοπό να εκτοπίσουν τους Γάλλους από τα Επτάνησα.

Το 1812 μετά τη διάλυση της ομάδας Λεπενιώτη από τον Αλή Πασά, δηλώνει υποταγή και επιστρέφει στα Γιάννινα. Την περίοδο αυτή έγινε και ο γάμος του με την Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες κι ένα γιο, τον στρατιωτικό και πολιτικό Σπυρίδωνα Καραϊσκάκη (1826-1898).

Περί τα μέσα του 1820, όταν ο Αλή Πασάς κηρύχθηκε αποστάτης από τον Σουλτάνο, ο Καραϊσκάκης τον βοήθησε αρχικά, αλλά όταν διαπίστωσε το μάταιο του αγώνα, τον εγκατέλειψε με τον Ανδρούτσο και άλλους Έλληνες και δήλωσε υποταγή στο Σουλτάνο. Τον Ιανουάριο του 1821 συμμετείχε στη σύσκεψη της Λευκάδας, στην οποία αποφασίστηκε η προετοιμασία της εξέγερσης στη Στερεά Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του 1821 αποτυγχάνει να ξεσηκώσει τους Ακαρνάνες και καταφεύγει στα χωριά των Τζουμέρκων. Τον Μάιο οργανώνει στρατόπεδο με άλλους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς στο Πέτα της Άρτας. Συμμετέχει στις μάχες κατά των Τούρκων στο Κομπότι (30 Μαΐου και 8 Ιουνίου), αλλά τραυματίζεται και αποσύρεται για θεραπεία.

Τον Σεπτέμβριο μαζί με άλλους οπλαρχηγούς καταλαμβάνει την Άρτα, σε σύμπραξη με τους Αρβανίτες. Το 1822 εμπλέκεται σε διαμάχη με τον κλεφτοκαπετάνιο Γιαννάκη Ράγκο (1790-1870), εκλεκτό του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, για το αρματολίκι των Αγράφων. Από τότε χρονολογείται και η διένεξή του με τον φαναριώτη πολιτικό.

Στις 15 Ιανουάριου του 1823, ο Καραϊσκάκης σημειώνει την πρώτη του μεγάλη νίκη κατά των Τούρκων στη Μάχη του Σοβολάκου. Στα μέσα του 1823 προάγεται σε στρατηγό, αλλά η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται από τη φυματίωση και καταφεύγει για ανάπαυση στο μοναστήρι του Προυσού, της Παναγίας της Προυσιώτισσας στο Καρπενήσι.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου εμφυλίου πολέμου, ο Μαυροκορδάτος τον κατηγορεί για πράξη εσχάτης προδοσίας και τον σύρει σε δίκη στο Αιτωλικό (1 Απριλίου 1824).

Ο Μαυροκορδάτος χρησιμοποίησε τον εκλεκτό του Γιάννη Ράγκο και τον εγκάθετο Κων. Βουλπιώτη συγγενή του Ράγκου, ο οποίος δεν είχε ηθικάς αναστολάς για να χαλκεύσει το κατηγορητήριο κατά του Καραϊσκάκη.

Πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής ήταν ο μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης Πορφύριος και μέλη ο Τάτσης Μαγγίνας και ο Νικ. Στουρνάρης που όλοι ήταν όργανα του Μαυροκορδάτου.

Το κατηγορητήριο αποτελείτο από δεκατρείς κατηγορίες, ήταν «καλά μαστορεμένο» που δέκα ζωές να είχε ο Καραϊσκάκης δεν επρόκειτο να γλιτώσει, διότι οι πλείστες των κατηγοριών επέσυραν την ποινή του θανάτου.

Ο Καραϊσκάκης ήταν βέβαια ολιγογράμματος, αλλά κατανοούσε με μια απλή ανάγνωση ότι όλες αυτές οι κατηγορίες επέσυραν τον θάνατο. Άλλωστε διέθετε και γραμματικό για να του το εξηγήσει. Παρά ταύτα δεν χρησιμοποίησε συνήγορο υπερασπίσεως.

Η σοβαρότερη κατηγορία ήταν αυτή που αφορούσε στη σχέση του με τον Μουσταή πασά της Σκόδρας, που κατά το 1823 εξεστράτευσε εναντίον της Ρούμελης επικεφαλής 16.000 εμπειροπολέμων Αβλανών. Όταν ο Πασάς έφθασε στα Τρίκαλα έστειλε προς τους οπλαρχηγούς και στον Καραϊσκάκη επιστολές ζητώντας τους να προσκυνήσουν για να ειρηνεύσει ο τόπος. Ο Καραϊσκάκης τότε ασθενούσε βαρύτατα. Ενημέρωσε τότε τον καπετάνιο του Ασπροποτάμου Ν. Στουρνάρη, που ήταν μέλος της έδρας που θα δίκαζε τον Καραϊσκάκη, για το περιεχόμενο της επιστολής-απαντήσεως που έδωσε στον Μουσταή πασά της Σκόδρας.

«Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί,

λέγεις να προσκυνήσω. 

Κι εγώ πασά μου ρώτησα τον πούτζο μου τον ίδιον

Κι αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω

Κι’ αν έλθεις κατ’ απάνω μου

Ευθύς να πολεμήσω.»

Ο Καραϊσκάκης ήταν ελευθερόστομος, αθυρόστομος, βωμολόχος, υβριστής και συχνά αυτοσαρκάζετο και αυτοχλευάζετο. Κάποιος νεόκοπος ιστορικός γράφει ότι ο Καραϊσκάκης έλεγε ότι «η μάνα του έφαγε σαράντα χιλιάδες «πούτζες» έως να τον γεννήσει.

Αρχικά ο Πορφύριος, ο μητροπολίτης Αρτης, του ανακοίνωσε το κατηγορητήριο, το οποίο στηριζόταν πρωτίστως στα όσα κατά καιρούς ξεστόμιζε ο Καραϊσκάκης.

Το απύλωτο και αθυρόστομο στόμα του, ο Καραϊσκάκης, δεν έκλεισε ούτε στη διάρκεια της δίκης. 

Ο Ν. Κασομούλης κρατούσε τα πρακτικά της δίκης. Ο Ν. Στουρνάρης επιβεβαιώνει:

  • Τώρα να ιδούμε αν είναι πράξεις.

  • Καραϊσκάκης: Αν βάλετε θεμέλιο εις τα λόγια μου, εκατό ζωές να έχω δεν γλυτώνω. Πλήν ποτέ έργον δεν έκαμα.

  • Γαλάνης Μεγαπάνου:   Βρε, ηξεύρομεν, Καραϊσκάκη, όπου λέγεις όλο λόγια, μα διατί να τα λέγεις έτζι;

  • Καραϊσκάκης: Το έχω χούι (συνήθεια), Κύριε Πάνο.

  • <Μέγα> Πάνος:   Μα γιατί να το έχεις αυτό το χούι, ενώ είσαι 50 χρονών;

  • Καραϊσκάκης: Αμ’ δεν ημπορώ να το κόψω τώρα, Κυρ Πάνο. Κ’ εσύ Πάνο είσαι  ογδόντα χρονών, μα το χούι δεν τ’ αφήνεις, να γαμής  - και δεν μ’ ακούς....

- Αυτό λέγοντας ο Καραϊσκάκης, ξεκαρδίστηκαν στα γέλια όλοι, κριτές και ο λαός, πολλοί παρ’ όλίγο να λιποθυμήσουν από τα γέλια, καθώς κ’ εγώ ο ίδιος (ο Ν. Στουρνάρης ).

- Αφήσατέ τον σήμερον, λέγει Ο Στουρνάρης........

Η δίκη συνεχίστηκε και την επομένη.

Ο Καραϊσκάκης απευθυνόμενος προς τους καταδικάσαντες αυτόν στρατηγούς είπε τα εξής κοφτερά λόγια:

  • «Αδελφοί Καπεταναίοι. αν με καταδικάσετε δικαίως, ο Θεός να με το στείλει εις το κεφάλι ευθύς, και αν αδίκως, ογλήγορα να σας το πέμψη εις το ιδικόν σας κεφάλι».

Απευθυνόμενος δε εις τον Διευθυντήν (Μαυροκορδάτο) είπε:

  • «Ε, ωρέ Μαυροκορδάτο, εσύ την προδοσίαν μου την έγραψες εις το χαρτί, και εγώ ογλήγορα ελπίζω να σου τη γράψω εις το μέτωπόν σου, δια να φανή ποιός είσαι! ( και εκτύπησεν το μέτωπόν του με τα τέσσερα δάκτυλα, δείχνων τον Μαυροκορδάτο –εδώ λέγει. Έχετε υγείαν».

 «Εύρεν (ο Καραϊσκάκης ) τον Βουλπιώτην εις το τραπέζι <μετά των άλλων και είπεν:>  «Φάγε, Βουλπιώτη, και συ, φάγε μαζί με τον Πρίντζιπα, (Μαυροκορδάτο), και με τους στρατηγούς, δια να θανατώσης τον Καραϊσκάκη». (Αποτανθείς έπειτα στο Μαυροκορδάτο, τον λέγει:) «Δεν ντρέπεσαι εσύ καν, να έχεις εις το τραπέζι σου έναν ψεύστη και προδότην;»

Οι κατηγορίες ήσαν αβάσιμες, αόριστες, ασαφείς και εστηρίζοντο στις μαρτυρίες των Γιάννη Ράγκου και Κωνσταντίνου Βουλπιώτη που ήσαν όργανα του Μαυροκορδάτου.

Παρά ταύτα εξεδόθη προκήρυξη/απόφαση άριστα συντεταγμένη όχι τόσο από νομική όσο από διπλωματική άποψη, διότι αφήνει ανοικτή τη πόρτα για την επάνοδο του Καραϊσκάκη, αλλά τούτη τη φορά απόλυτα υποτεταγμένο στα κελεύσματα της Διοικήσεως. Ουσιαστικά, με την ατιμωτική καταδίκη αυτή ο Καραϊσκάκης μεταβαλλόταν σε «Περιπλανώμενο Ιουδαίο».

Παρότι διαπιστώθηκε η ανακρίβεια των κατηγοριών, ο Καραϊσκάκης θα αποστερηθεί όλων των αξιωμάτων του και θα αναγκασθεί να καταφύγει στο Καρπενήσι. Στα μέσα του 1824 μεταβαίνει στο Ναύπλιο, έδρα της κυβέρνησης, με σκοπό να αποδείξει την αθωότητά του.

Τον Δεκέμβριο του 1824 συμμετέχει στο ρουμελιώτικο σώμα που εκστράτευσε στην Πελοπόννησο, με σκοπό να βοηθήσει τους «κυβερνητικούς» στη διαμάχη τους με τους «αντικυβερνητικούς» (δεύτερος εμφύλιος πόλεμος). Ο Καραϊσκάκης θα λάβει μέρος στο πλιάτσικο στην περιοχή των Καλαβρύτων, που αποτελεί μία από τις ατυχέστερες στιγμές του ήρωα στην επανάσταση του ’21.

Στις 7 Απριλίου του 1825 συμμετέχει χωρίς ηγετικό ρόλο στη μάχη στο Κρεμμύδι, όπου οι Έλληνες αντιμετώπισαν για πρώτη φορά το στρατό του Ιμπραήμ και ηττήθηκαν κατά κράτος.

Τον Μάιο του 1825 φθάνει στο Δίστομο και αποτρέπει την κατάληψη του χωριού από τους Τούρκους της Άμφισσας.

Η επανάσταση κινδυνεύει και η κυβέρνηση αποφασίζει να στείλει τον Καραϊσκάκη στη Στερεά Ελλάδα, για να αναζωπυρώσει τις επιχειρήσεις κατά των Τούρκων.

Τον Απρίλιο του 1826, με απόφαση της Εθνοσυνελευσεως της Επιδάυρου, σχηματίστηκε η «Διοιηκητική Επιτροπή», ένα ενδεκαμελές σώμα που επωμίσθηκε την «ολική διακυβέρνησν της Ελλάδος, υπό τον Ανδρέα Ζαϊμη. Ο Ζαΐμης, καλοκάγαθος άνθρωπος, παρέβλεψε τη θανάσιμη προσβολή που είχαν κάνει οι στρατιώτες του Καταϊσκάκη στην οικογενειακή του τιμή, όταν στον εμφύλιο μπήκαν στο αρχοντικό του στη Κερπινή. ( Οι άνδρες του Καραϊσκάκη κρέμασαν τα «άκρως» εσώρουχα της κ. Ζαΐμή στις κάνες των τουφεκιών και τα περιέφεραν ως τρόπαια.) Η Διοικητική Επιτροπή, που είχε έδρα στο Μπούρτζι του Ναυπλίου, κάλεσε τον Καραϊσκάκη, ο οποίος έκπληκτος άκουσε ότι αναλαμβάνει τη  αρχιστρατηγια της Ρούμελης και τον Ζαΐμη να δηλώνει:

  • «Η πατρίς από μας γυρεύει σήμερα να μονοιάσουμε....»

Ο Καραϊσκάκης βαθεια συγκινημένος έπεσε στην αγκαλιά του. Τότε ο Υδραίος πλοιοκτήτης Βασίλης Μπουντούρης απευθυνόμενος στον Καραϊσκάκη, του λέγει:

  • «Καραϊσκάκη, δεν έχεις κάνει μέχρι τώρα το χρέος προς την πατρίδα, ο Θεός να σε φωτίση να το κάμης απ εδώ και εμπρός...»

Και ο μεγαλόκαρδος Καραϊσκάκης αποκρίνεται:

  • «Δεν τ’ αρνούμαι! Όταν θέλω γίνομαι άγγελος, κι όταν θέλω, γίνομαι διάβολος. Από  ’δω και πέρα έχω σκοπό να γίνω άγγελος...»

Ο Δημήτρης Φωτιάδης που έχει γράψει τη πιο εκλαϊκευμένη βιογραφία του Καραϊσκάκη γράφει:

  • «Το θαυμαστό στον ήρωά μας δεν είναι πως γεννήθηκε άγγελος, μα που όσο ανέβαινε, τόσο γινότανε καλύτερος. Ως εκείνη τη στιγμή ήταν ένα παληκάρι, που τόνε θαύμαζε για τη λεβεντιά του και την αξιοσύνη του ο λάος. Τώρα γίνηκε ο ηγέτης. Οι μικροί άνθρωποι, άμα πάρουνε εξουσία στα χέρια τους, χαλάνε και γίνοντια χειρότεροι. Οι μεγάλοι τότες θυσιάζονται για το σύνολο. Απ’ αυτούς ήταν ο Καραϊσκάκης» 

Στη συνέχεια προσπαθεί να βοηθήσει τους πολιορκημένους του Μεσολογγίου με κινήσεις αντιπερισπασμού, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου και την καταστολή της επανάστασης στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, ο Καραϊσκάκης θα μεταβεί στο Ναύπλιο και θα ζητήσει από την κυβέρνηση οικονομική ενίσχυση για να απελευθερώσει τη Στερεά Ελλάδα.

Τη μάχη του Χαϊδαρίου στις 6-8-Αυγούστου του 1826 κέρδισε ο Καραϊσκάκης εναντίον του Κιουταχή. Ο Κιουταχής διέθετε 6000 πεζούς και 2000 ιππείς, ενώ ο Καραϊσκάκης 1200 άνδρες υπο τον συνταγματάρχη Φαβιέρο και ένα άλλο στρατιωτικό τμήμα υπό τον Γεώργιο Χελιώτη. 400 ήσαν οι απώλειες του Κιουταχή και 70 των Ελλήνων.

Τις επόμενες μέρες ο ναύαρχος  Δεριγνύ σκηνοθέτησε συνάντηση, του Καραϊσκάκη με τους Κιουταχή και Ομέρ Πασά, πάνω στο πλοίο του στο κόλπο της Ελευσίνας. Ο Καραϊσκάκης δεν ειδοποιήθηκε για τη συνάντηση αυτή, αλλά δεν αιφνιδιάστηκε, αλλά ούτε έχασε την περιπαικική του διάθεση. Τη συνάντηση εξιστορεί ο ίδιος ο Καραϊσκάκης σε επιστολή που έστειλε στις 12 Αυγούστου στο Κολοκοτρώνη:

  • «Κατά περίστασιν ανταμώθημεν εις την φρεγάτα του Δεριγνύ, την δευτέραν ημέραν της υστερινής μάχης, εγώ, ο Χελιώτης και ο Ψαριανός με τον Κιουταχή, τον Ομέρ και άλλους. Κατ’ αρχάς εξιππάσθηκα, ογλίγορα όμως εφιλιωθήκαμεν, και ελπίζω να του κοστίση η φιλία μου. Είπαμε πολλά, εκείνος με την ιδέα ότι έχει ραγιάδες τους Έλληνες, και εγώ με την ιδέα ότι είμεθα ελεύθεροι».

Το σχέδιο του Καραϊσκάκη. Επειδή δεν μπορούσε να αναμετρηθεί σε ανοικτό χώρο με τον Κιουταχή και να λύσει τη πολιορκία της Ακροπόλεως συνέλαβε το ακόλουθο σχέδιο: Να κάνει εκστρατεία στη Στερεά, να ξαναφέρει στον Αγώνα τα προσκυνημένα χωριά, να καταλάβει τα οχυρά που κατείχαν οι Τούρκοι και να αποκλείσει τους δρόμους ανεφοδιασμού του Κιουταχή από Στερεά και Εύβοια.

Άφησε τον Βάσο στο στρατόπεδο της Ελευσίνας  και με τις λοιπές δυνάμεις του άρχισε αποκλεισμό της Δομβραίνας που ήταν βάση ανεφοδιασμού του Κιουταχή. Εδώ ο λιπόσαρκος και ασθενικός στρατηγός σε κάποια στιγμή, για να σώσει το μοναδικό κανόνι που είχαν οι Έλληνες, το έδεσε μ’ ένα σχοινί και προσπαθούσε να να το σύρει μόνος του. Και αυτό υπο καταρρακτώδη βροχή. Οι μάχες της Δομβραίνας κράτησαν αρκετές ημέρες.

Στη μάχη της Αράχοβας, 18 Νοε. 1826, έλαμψε το δαιμόνιο του γιου της καλογριάς. Η μάχη της Αράχοβας θεωρείται ένα από τα σημαντικώτερα γεγονότα της Ελληνικής Επαναστάσεως. Ο Ακαδημαϊκός Διον. Κόκκινος γράφει: «Είναι ωσάν μιά καταυγαζομένη υπό του φωτός Πύλη, δια της οποίας ο Καραϊσκάκης εισέρχεται εις την ιστορίαν» Ο Παπαρρηγόπουλος την ονομάζει: «ημέραν αναστάσεως, της προ μικρού πεσούσης Στερεάς Ελλάδος» Ο δε Φωτάκος, γραμματικός του Κολοκοτρώνη σημειώνει:

  • «Η δε εκστρατεία του στρατηγού τούτου τους εκκαθάρισεν ολίγον και τα πάντα έσωσε, διότι εκτός των άλλων απεστόμωσε τους εξωτερικούς εχθρούς της Ελλάδος, οι οποίοι έλεγον εις τον Σουλτάνον, ότι όλη η Ρούμελη υπετάχθη εις τον Κιουταχήν, και ότι οι Έλληνες δεν υπάρχουν, ειμή μόνον ραγιάδες».

Η μάχη της Αράχοβας γιορτάσθηκε σ’ όλη την ελλάδα. Στην Αίγινα, όπου βρισκόταν η Κυβέρνηση έγινε δοξολογία, στο δε πανηγυρικό λόγο που εξεφώνησε ο Σπ. Τρικούπης, μεταξύ άλλων εγκωμιαστικών είπε: «Χέρι εχρειάζετο δια να χτυπήση κατακέφαλα το επάνω της αβύσσου θηρίου και ούτως η άβυσσος να κλεισθεί πριν καταπιή όλην την κινδυνεύουσαν εκείνην γην (...). Αλλά το στιβαρό τούτο χέρι έπρεπε να διευθύνει επιχειρηματικός και εμπειροπόλεμος άνθρωπος. Τοιούτος επαρρησιάσθη ο αρχηγός Καραϊακάκης».*   



  • Παντού το όνομα του Καραϊσκάκη επροβάλλετο και υμνολογείτο. Όταν δε εις το Παρίσι διεξήχθη έρανος υπο γαλλίδων κυριών δια τους μαχομένους έλληνες, μεταξύ άλλων που εξετέθησαν ήτο και άνθος με ιώδες χρώμα, εις το οποίον είχε δοθεί υπό του ανθοπώλου το όνομα Κρίνον το οποίο απέστειλε στον Καραϊσκάκη.


Μετά τη διασφάλιση της κεντρικής Στερεάς Ελλάδας επιστρέφει στην Αττική για να αντιμετωπίσει τον Κιουταχή, που συνεχίζει την πολιορκία της Ακρόπολης (28 Φεβρουαρίου 1827). Θα σημειώσει δύο σπουδαίες νίκες, στο Κερατσίνι (4 Μαρτίου) και στο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα (13 Απριλίου).

Στις 21 Απριλίου του 1827 οι ελληνικές δυνάμεις είχαν στρατοπεδεύσει στο Φάληρο για να αντιμετωπίσουν σε μία ακόμη μάχη τον Κιουταχή. Την αρχιστρατηγία είχαν αναλάβει οι άγγλοι φιλέλληνες Ριχάρδος Τσορτς και ο Τόμας Κόχραν, με απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας. Ο Καραϊσκάκης είχε διαφωνήσει με το σχέδιο της κατά μέτωπον επίθεσης και είχε αποσυρθεί στη σκηνή του άρρωστος.

Την επομένη κάποιοι έλληνες στρατιώτες επιτέθηκαν χωρίς διαταγή κατά του στρατοπέδου του Κιουταχή. Για να μη γενικευθεί η σύγκρουση, ο Καραϊσκάκης βγήκε από τη σκηνή του και κατευθύνθηκε έφιππος προς το σημείο της συμπλοκής, γύρω στις 4 το απόγευμα. Μία σφαίρα, όμως, τον βρήκε στο υπογάστριο και τον τραυμάτισε σοβαρά. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, ο Καραϊσκάκης άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 το πρωί της 23ης Απριλίου 1827, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο θάνατος του Καραϊσκάκη οφειλόταν σε δολοφονική ενέργεια είτε με υποκίνηση των Άγγλων, που ήθελαν τον περιορισμό της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, είτε του μεγάλου αντιπάλου του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου.

Ο Παλαμάς ονόμασε τον Καραϊσκάκη «Αχιλλέα της Ρωμιοσύνης». Παρά την ασθένειά του, ήταν ακατάβλητος, γενναιόψυχος, ριψοκίνδυνος, δραστηριώτατος και ευρηματικότατος, είρων και βωμολόχος, μα πάνω απ’ όλα στρατιωτική ιδιοφυΐα. Μπορούσε να συλλαμβάνει με αστραπιαία ταχύτητα ένα στρατηγικό σχέδιο και με την ίδια ταχύτητα να το εκτελεί. Εφάρμοσε μεθόδους πολεμικής τακτικής που ακόμη και σήμερα διατηρούν, υπό άλλες συνθήκες βέβαια, την αξία τους. Θα μπορούσε σήμερα να διαπρέψει και ως επιτελικός και ως ηγέτης, με την έννοια του ικανού να εμπνεύσει ένα στρατό, να τον συντονίσει, να τον κατευθύνει και να τον οδηγήσει στη νίκη. Ήταν έξοχος σχεδιαστής και ταυτόχρονα εκτελεστής. Όμως το πιό ουσιαστικό είναι άλλο. Ο πιό ατάσθαλος, αχαλιναγώγητος αγωνιστής, εκείνη τη κρίσιμη στιγμή του ηθικού ξεπεσμού, ανυψώνεται σε ηθική προσωπικότητα και γίνεται πρότυπο ήθους, φιλοτιμίας και ακεραιότητας. Ίσως το Μεσολόγγι ανύψωσε και τον Καραϊσκάκη στο δικό του μεγαλείο.

Αθήνα 05-09-2021

Ο αιρετικός



ΕΠΙΜΥΘΙΟΝ

Οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι στη διάρκεια της επαναστάσεως ήταν έργο των πολιτικών Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και του Ιωάννη Κωλλέτη, διότι δεν θέλανε να έχουν τη πρωτοκαθεδρία οι στρατιωτικοί. Τους στρατιωτικούς απλώς τους χρησιμοποιούσανε για να τους βγάζουν το φίδι από την τρύπα και να εμφανίζονται κυρίαρχοι αυτοί 

Δυστυχώς  την ιστορία τη γράφουνε οι ισχυροί και οι νικητές κατά το δοκούν και το ίδιον αυτών συμφέρον εξωραϊζοντες τα γεγονότα υπέρ αυτών και αποκρύπτοντες ή και διαστρέβλοντες την ιστορική αλήθεια.

Όλοι οι διχασμοί, οι εμφύλιοι πόλεμοι και τα πραξικοπήματα τα έχουν δημιουργήσει ή προκαλέσει οι απάτριδες πολιτικοί.