Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2021

Στρατηγική βάθους και διορατικότητας με αναγεννημένο Δόγμα Ενιαίου Αμυντικού Χώρου παρά πόδα…

 



 Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου

(Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)

  Το ότι οι μισοί Έλληνες διαχρονικά μένουν κολλημένοι στο  κόμμα-οικογενειακή σφραγίδα τους από… πάππου προς πάππον και δε βλέπουν το όλον πίσω απ’ αυτό, το όλον της μάνας πατρίδας δηλαδή, χάριν της οποίας επιβίωσαν ιστορικά από γενιά σε γενιά, είναι γεγονός διαπιστωμένο δημοσκοπικά, στατιστικά και εκλογικά.

 Όπως γεγονός είναι ότι όλες οι κυβερνήσεις που τους αντιπροσώπευαν από το ’74 και εντεύθεν τροχοδρομούσαν στις ράγες του κομματικού ανταγωνισμού για την καρέκλα της εξουσίας, χάριν της οποίας ανάλωσαν τον δυναμισμό τους αφήνοντας την λογική της αδράνειας και της απραξίας να κυριαρχήσει στα εθνικά θέματα λόγω του φοβικού συνδρόμου ”Τουρκία”.

   Έτσι άρχισαν να ταυτίζονται τα εθνικά θέματα περιοδικά με τα λιμνάζοντα ύδατα της πολιτικής αβελτηρίας της καθεστηκυίας τάξης η οποία εξυπηρετούσε την ηττοπάθεια στο όνομα της ”κατευναστικής” θεωρίας που ασκούνταν απ’ το ’96 και ύστερα.

   Της θεωρίας η οποία αποδείχθηκε εν τοις πράγμασι ότι γονιμοποιεί το έδαφος για την καζάν-καζάν αποδοχή μιας άλλης θεωρίας, αυτής του ”Ζωτικού Χώρου” (εμπνευστής της οποίας ήταν ο Γερμανός καθηγητής Φρίντριχ Ράτσελ στην αρχή του 20ου αιώνα).

   Πάνω στη θεωρία του ”Ζωτικού Χώρου” εδράζεται ο τουρκικός αναθεωρητισμός, επινόημα του οποίου είναι η ”Γαλάζια Πατρίδα” που αντλεί το ιδεολογικό της αφήγημα από’ τον σκληρό πυρήνα της αντίστοιχης ναζιστικής θεωρίας της επιθετικής επέκτασης, με βασική προϋπόθεση την παραβίαση κάθε έννοιας Διεθνούς Δικαίου και την καταπάτηση Συμβάσεων και Διεθνών Συνθηκών.

  Έτσι οι ελληνικές κυβερνήσεις, με όπλο την πίστη τους στην ”κατευναστική” θεωρία, μετέτρεψαν την Εξωτερική πολιτική μας σε… νομοτελειακά ηττοπαθή και υποτακτική που καλλιεργεί στον λαό πειθήνιο και δουλοπρεπές φρόνημα.  

  Φρόνημα που δε σε αφήνει να αντιδράσεις στα τουρκικά τετελεσμένα (Ίμια, 1996) και σε μετατρέπει εν μια νυκτί από πατριώτη σε εθνομηδενιστή. Με την τακτική αυτή φτάσαμε να φοβόμαστε να υπερασπιστούμε τα κεκτημένα μας και να αποφεύγουμε να ”σφραγίσουμε” δικαιωματικά (Σύμβαση Δικαίου της Θάλασσας, 1982) ως ελληνικά την ΑΟΖ, την υφαλοκρηπίδα μας και την επέκταση των ΕΟΧ στα 12 νμ), για να μη μας πουν οι ημέτεροι ”σύμβουλοι” και οι Τούρκοι ”μαξιμαλιστές” και ”μεγαλοϊδεάτες”.

   Για να μην χάσουμε την εύφημη μνεία των εχθρών και των ”άσπονδων φίλων” μας (βλ. ΗΠΑ-Γερμανία) που τάσσονται πότε φανερά και πότε κρυφά στο πλευρό των πρώτων και μας συμβουλεύουν ανθελληνικά να φροντίσουμε να αφαιρέσουμε προληπτικά κάθε ”στρατιωτικό αποτύπωμα” από τα νησιά μας (βλ. αποστρατιωτικοποίηση).

   Αποτέλεσμα της αποφυγής των ελληνικών κυβερνήσεων να ”ελληνοποιήσουν” επίσημα – κοντά μισό αιώνα τώρα – τις θαλάσσιες ζώνες του Αιγαίου που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας είναι αυτό που ακούσαμε πρόσφατα από’ το υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας με αφορμή τη σκόνη που σηκώθηκε γύρω απ’ το άρθρο 2 της ελληνογαλλικής συμφωνίας.

   Ακούσαμε, λοιπόν, ότι η συμφωνία που υπογράψαμε καλύπτει  αμυντικά όλη την ελληνική επικράτεια πλην της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας που δεν έχουν οριοθετηθεί από μας, δεν βρίσκονται δηλαδή στην ελληνική κυριαρχία.

   Και δεν οριοθετήθηκαν (για να ανακηρυχθούν ελληνικές οι θαλάσσιες ζώνες μας) από κανέναν πρωθυπουργό, συμπεριλαμβανομένου και του Κυριάκου Μητσοτάκη ο οποίος αποδέχθηκε ασυζητητί την ημιτελή ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία την οποία υπέγραψε ο ΥΠΕΞ Νίκος Δένδιας, ενώ γνώριζε ότι αυτή θα απέβαινε πολύ σύντομα σε βάρος μας.

   Και θα απέβαινε σε βάρος μας αργά ή γρήγορα, γιατί άφηνε ακάλυπτη απ’ την ελληνική επήρεια τη θαλάσσια, χρυσοφόρο ζώνη μεταξύ 28ου-32ου Μεσημβρινού (όπου ανήκει το Καστελόριζο και η μισή Ρόδος), ενώ ”αδιάθετες” παρέμεναν (”μη ανήκουσες εις την ελληνική κυριότητα”, δηλαδή) και οι οικονομικές θαλάσσιες ζώνες της Καρπάθου, της  Κάσου και της Κρήτης (πέραν εκείνης του Καστελόριζου), μολονότι τις είχε νομιμοποιήσει διεθνώς όλες απ’ το 1958 η Σύμβαση της Γενεύης.

   Δεδομένων αυτών, δεν είχαν νόημα οι καταγγελτικές φωνές Τσίπρα στη Βουλή, που έγιναν για να ακουστεί η ανύπαρκτη  έως τώρα ”εθνική φωνή” του ΣΥΡΙΖΑ και για να δικαιολογηθεί η απόφαση του αρχηγού του να καταψηφίσει την ελληνογαλλική συμφωνία, η οποία υπερψηφίστηκε τελικά με ψήφους 191 υπέρ έναντι 109 κατά.

   Δεν έχουν νόημα οι καταγγελίες του πρώην πρωθυπουργού που έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι ”η ελληνογαλλική συμφωνία αφήνει εκτός αμυντικής συνδρομής την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα μας”, αφού  αυτό διαιωνίζεται εδώ και 47 χρόνια, τα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Αφήστε που τα βέλη του στόχευσαν και τον ίδιο, μιας και δεν είχε κάνει καμιά προσπάθεια για την οριοθέτησή τους όσο ήταν πρωθυπουργός.

 Το δυστύχημα είναι, σ’ αυτήν την περίπτωση, πως τα της ανύπαρκτης ιδιοκτησίας των οικονομικών θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο τα γνωρίζει καλά ο εξ Ανατολών εχθρός μας. Γνωρίζει επίσης ότι, ειδικά απ’ το 1995 που καθιέρωσε το casus belli σε βάρος μας ως απαγορευτικό της επέκτασης των ΕΧΥ από τα 6 στα 12 νμ, κατάφερε να μας καθηλώσει.

   Να μας καθηλώσει σε επίπεδο Εξωτερικής πολιτικής, έτσι που να έχουμε την εντύπωση ότι βρισκόμαστε (στα ελληνοτουρκικά) υπό το κράτος μόνιμης αγωνίας λόγω αναγκαστικής… αγρανάπαυσης την οποία ”βάφτισε” ο Δένδιας ”ψυχραιμία”.

   Όσο όμως νιώθουμε άπραγοι με δεμένα τα χέρια υπακούοντας στην κατευναστική πολιτική της απραξίας και της μη αντίδρασης στις προκλήσεις των Τούρκων, δεν κάνουμε τίποτα άλλο απ’ το να ραγιαδίζουμε. Να τους δίνουμε δηλαδή τη δύναμη να εκμεταλλεύονται την κακώς εννοούμενη ”ψυχραιμία” μας που την εκλαμβάνουν ως δειλία.

   Και τη δίνουμε με το παραπάνω, θα έλεγα, αν λάβουμε υπόψη μας ότι ”προχθές” μόλις έφτασε μια ανάσα από’ το Καστελόριζο ανενόχλητο (μετά τις προηγηθείσες ανεμπόδιστες καταδρομικές ”επιχειρήσεις” των τουρκικών αλιευτικών στο Αιγαίο) το ερευνητικό YUNUS – S των Τούρκων, για να το ακολουθήσει ”κατά πόδας” το Bilim-2 μεταξύ Ρόδου και Καστελόριζου.

   ”Χθες” πάλι οι Τουρκικές φρεγάτες έδιωξαν το Nautical Geo απ’ την Κρήτη (γεγονός που ”χωνέψαμε” ασκαρδαμυκτί) και  παρενόχλησαν στη συνέχεια δια ασυρμάτου το ίδιο ερευνητικό όταν κινήθηκε εντός της κυπριακής ΑΟΖ, το οποίο τελικά απέσυραν Ελλάδα και Κύπρος, αν πιστέψουμε (ελλείψει πληροφόρησης από το ΥΠΕΞ μας) τις τουρκικές εφημερίδες που θριαμβολογούν για το γεγονός και για τον κατάπλου του Oruc Reis στην Μεγαλόνησο.

   Το χειρότερο όλων είναι ότι η οργισμένη απ’ την ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία Άγκυρα κορύφωσε τις πιέσεις της στην Αθήνα αποστέλλοντας στον ΟΗΕ νέα επιστολή-βόμβα, που επέδωσε ο Μόνιμος Απεσταλμένος της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη Φεριντούν Σινιρλίογλου, με την οποία ζητά επίσημα την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών των οποίων αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία.

  ”Είναι κι αυτός ένας τρόπος για να μας σύρουν ”ημιθανείς” στην Προκρούστεια κλίνη της Χάγης”, σκέφτομαι και σχεδόν ασυναίσθητα φέρνω στο νου μου την επίκληση του Φουάτ Ναλτζίογλου (συμβούλου του τουρκοκύπριου ηγέτη Ερσίν Τατάρ) για την ελληνική κατοχή της Κρήτης, την ημέρα εκδήλωσης του μεγάλου σεισμού στο νησί (5,8 – 30/9/’21).

   Ύστερα ο νους μου σκαλώνει στις πιο πρόσφατες αναμνήσεις μου. Αυτή της αντίδρασης του Τούρκου ΥΠΑΜ Χουλουσί Ακάρ που, χολωμένος απ’ την ελληνογαλλική συμφωνία και με αφορμή την επίσκεψη του υφυπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Χαρδαλιά στις Οινούσσες για μια στρατιωτική άσκηση, αναρωτήθηκε εκνευρισμένος;

 – ”Τι δουλειά έχει η Ελλάδα να κάνει άσκηση εκεί; Οι στρατιωτικές ασκήσεις στις Οινούσσες  συνιστούν πρόκληση και προβοκάτσια…”

      Σαν απάντηση στην τουρκική προκλητικότητα οι κάτοικοι του των Οινουσσών έφτιαξαν μια τεράστια σημαία στο έδαφος, ορατή απ’ τα μικρασιατικά παράλια, ”για να τη δει ο Ακάρ που αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία του νησιού μας και να σκάσει”…

 Έπειτα ήρθαν κι άλλες πολλές αναμνήσεις που γέμισαν με εικόνες οργής το μυαλό μου. Οργής για το θράσος των Τούρκων αξιωματούχων που έφτασε σε τέτοιο βαθμό ώστε ο πρώην γραμματέας του τουρκικού ΥΠΑΜ  συνταγματάρχης Ουμίτ Γιαλίμ να αναφέρει ότι η Ελλάδα συνεχίζει να παραβιάζει το διεθνές δίκαιο στη θάλασσα του Αιγαίου. Πλήρης διαστρέβλωση της αλήθειας, δηλαδή.

 Ο ίδιος μάλιστα μάς παρέδωσε και μάθημα ιστορίας αμφισβητώντας το νομικό καθεστώς των νησιών του Βορείου και ΒΑ Αιγαίου (Θάσου, Σαμοθράκης, Λήμνου, Χίου, Λέσβου, Σάμου, Ικαρίας, Ψαρών και Αγίου Ευστράτιου) λέγοντας πως σ’ αυτά τα νησιά δόθηκε δικαίωμα ελληνικής χρήσης κι όχι κυριαρχίας.

   Άρα, όπως αυτός συμπεραίνει (αυθαίρετα και ανιστόρητα), τόσο αυτά τα νησιά όσο και τα χωρικά τους ύδατα, οι παρακείμενες περιοχές, η υφαλοκρηπίδα, η θαλάσσια οικονομική ζώνη και ο εναέριος χώρος τους ανήκουν στη Δημοκρατία της Τουρκίας, σύμφωνα με την απόφαση των έξι μεγάλων κρατών (ενν. Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, και Ρωσία) στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου 1914 και τα άρθρα 12 και 13 της Συνθήκης της Λωζάνης το 1923.

   ”Τα εμά εμά και τα εσά εμά”, μ’ άλλα λόγια οι Τούρκοι, που έμαθαν να προσαρμόζουν την ιστορική αλήθεια στα συμφέροντά τους. Πλην όμως αυτή άλλα λέει. Και λέει ότι το άρθρο 12 της Συνθήκης της Λωζάνης αναγνωρίζει την ελληνική κυριαρχία στα αμφισβητούμενα σήμερα από την Τουρκία νησιά μας, ενώ η υπογραφή της Συνθήκης από την Τουρκία αναγνωρίζει de jure ως διάδοχο κράτος της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την Ελλάδα και αποδέχεται την εδαφική κυριαρχία και τη χάραξη των συνόρων της βάσει της Συνθήκης αυτής.

   Η δολιότητα και η στρεψόδικη ωστόσο ρητορική της Τουρκίας ”τέχνας κατεργάζεται.Έτσι, με στόχο τον αποπροσανατολισμό της διεθνούς κοινής γνώμης και την ευθεία αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στα ”γκριζαρισμένα” από αυτήν νησιά μας, ανατρέχει στη Συνθήκη του Λονδίνου του 1914 και υποστηρίζει (στην επιστολή που έστειλε στον ΟΗΕ) ότι στην Ελλάδα μεταβιβάστηκαν νόμιμα μόνο τα νησιά που αναφέρονται στη Συνθήκη αυτή, γι’ αυτό και τα επαναλαμβάνει στο άρθρο 12 η Συνθήκη της Λωζάνης.

   Σημειωτέον ότι η Τουρκία είχε αμφισβητήσει το καλοκαίρι του ’20 και την ελληνικότητα των Δωδεκανήσων, επ’ ευκαιρία της τρίμηνης παραβίασης των ΕΧΥ απ’ το Oruc Reis έξω απ’ το Καστελόριζο. Ήταν τότε που βγήκαν συντονισμένα οι Ερντογάν (Τούρκος Πρόεδρος), Τσαβούσογλου (ΥΠΕΞ του), Οκτάι (Αντιπρόεδρος), Ακάρ (ΥΠΑΜ) και Μπαχτσελί (Πρόεδρος του εθνικιστικού MHP των ”Γκρίζων Λύκων”) και έκαναν επίθεση κατά της Ελλάδας αμφισβητώντας την ελληνική κυριαρχία στα Δωδεκάνησα.

   Μάλιστα είχε οργανωθεί ”πορεία αποφασιστικότητας” εκείνες της μέρες στην Σμύρνη, για την απελευθέρωση και την ανεξαρτησία τους. Πορεία που κατέληξε στον ιστορικό προβλήτα της παραλίας του ”Και” (Quai: αποβάθρα),, ”εκεί όπου πνίξαμε τους Έλληνες το 1922”, όπως ισχυρίστηκε τότε ο κυβερνητικός εταίρος του Ερντογάν, με συμμετοχή 12 ακροδεξιών επιτροπών οι οποίες παρέπεμπαν αριθμητικά σε κάθε ένα από αυτά τα νησιά μας. Νησιά τα οποία ενσωματώθηκαν στην Ελλάδα (από την Ιταλία που τα κατείχε) το 1947 με τη Συνθήκη των Παρισίων.

  Με τα δεδομένα αυτά γίνεται πρόδηλο, πλέον, ότι έχουμε να κάνουμε με τον πιο δόλιο αντίπαλο στην Νεότερη Ιστορία μας. Έναν αντίπαλο κυνικό, αλαζόνα, επιθετικό και διεκδικητικό επί των κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου.

  Γι’ αυτό η απόκτηση των Rafale και των Belharra (όταν ενσωματωθούν στο σώμα των ΕΔ της χώρας μας) δεν πρέπει να μας εφησυχάζει, αν δεν καλύψουμε τα κενά στο Πεζικό και το Πυροβολικό μας και δεν φροντίσουμε πάραυτα να θεσπίσουμε Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας με διακομματική και στρατιωτική εκπροσώπηση για διαμόρφωση στρατηγικής βάθους.

   Στρατηγικής που θα τη χαρακτηρίζει η διορατικότητα και θα έχει ως πρώτο της στόχο τη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας της Θράκης, των νησιών του Αιγαίου και της Κύπρου (χάριν της οποίας αξίζει να έχουμε… παρά πόδα το ΔΕΑΧ του ’95 αναγεννημένο και προσαρμοσμένο στα σύγχρονα δεδομένα).

   Κι αυτό γιατί εκτιμώ ότι ο,τιδήποτε σημαντικό έγινε κατά το παρελθόν στην Εξωτερική και Αμυντική πολιτική μας δεν πρέπει να το εγκαταλείπουμε αφήνοντάς το ”παροπλισμένο” και σε αχρηστία, αλλά να το προσθέτουμε στα καινούρια στρατηγικά και διπλωματικά όπλα που έχουμε, ώστε να είμαστε σε θέση αύριο να υπερασπιστούμε με τις δικές μας δυνάμεις τα κεκτημένα Ελλάδας και Κύπρου.

https://www.militaire.gr/