Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

Διαχείριση της ευρωπαϊκής ασφάλειας από ΗΠΑ και Ρωσία

Του Νικήτα Σίμου*

Η αντιπαράθεση στην Ανατ. Ουκρανία από το 2014, έχει προκαλέσει περίπου 14,000 θύματα και έχει αναγκάσει πάνω από 1,5 εκατομ. κατοίκους σε αναγκαστική βάναυση μετοικεσία. Η συμφωνία του Μινσκ (2015) για διπλωματική λύση του προβλήματος είναι σε αδιέξοδο, έχοντας ουσιαστικά αδρανήσει, ενώ η μεγάλη συγκέντρωση Ρωσικών δυνάμεων στα Ρώσο-Ουκρανικά σύνορα προκαλεί έντονο προβληματισμό και φόβο για Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Η Ρωσική εισβολή ακραίο σενάριο

 Οι εκτιμήσεις των Αμερικανών και Ευρωπαίων αναλυτών ποικίλουν ως προς την τεχνική ετοιμότητα των Ρωσικών στρατευμάτων για μεγάλης κλίμακας επίθεση. Οι μεν θεωρούν ότι η Ρωσία θα εισβάλει, συναινούντος και του Προέδρου Μπάϊντεν, οι δε ότι πρόκειται για άσκηση πίεσης και εκφοβισμού προς τους Ουκρανούς με τον παράλληλο στόχο αποδυνάμωσης της Ευρώπης.

Σημειωτέον ότι η Ουκρανία τέθηκε σε κατάσταση συναγερμού μετά την επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών D. Kuleba στην Washington τον περασμένο Νοέμβριο και την εκεί ενημέρωσή του. Η Μόσχα διατηρεί τον έλεγχο στις ανατολικές περιοχές, του Donbass, όπου έχει εκδώσει περίπου 700,000 ρωσικά διαβατήρια και αναγνωρίζει τα έγγραφα τα οποία εκδίδουν οι εκεί φιλο-ανεξάρτητες αρχές. Μπορεί όμως να υποστηριχθεί ότι οι περιοχές αυτές είναι περισσότερο χρήσιμες στην Ρωσία εν΄όσω βρίσκονται ¨εντός¨ της Ουκρανίας, διότι η Μόσχα μπορεί να τις χρησιμοποιεί σαν μέσο άσκησης πίεσης, όποτε το επιλέγει. Όμως το να τις καταλάβει είναι μία πρόκληση πολύ υψηλότερου κινδύνου, καθώς ο Ουκρανικός στρατός είναι καλύτερα εκπαιδευμένος και εξοπλισμένος από το 2015, υπάρχει παρουσία Δυτικών στρατιωτικών συμβούλων και διαβεβαιώσεις από τις ΗΠΑ για μαζική αποστολή πολεμικού υλικού σε περίπτωση σύρραξης, ενώ εκτιμάται ότι οι Ουκρανικές δυνάμεις είναι σε θέση να προκαλέσουν μεγάλες απώλειες στον ρωσικό στρατό και πολιτικό κόστος στο Κρεμλίνο. Είναι ενδιαφέρον ότι οι στρατιωτικές δαπάνες του Κιέβου απορροφούν σχεδόν 6% του Ουκρανικού ΑΕΠ. Από την άλλη πλευρά επίθεση από τους Ουκρανούς στις περιοχές του Donbass, με την χρήση των Τουρκικών drones θα ήταν μάλλον αυτοκτονική.

Αποτυχία της ΕΕ

Η συγκέντρωση των Ρωσικών δυνάμεων, σε συνδυασμό με την κρίση του φυσικού αερίου και τις μεταναστευτικές συγκεντρώσεις στα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας, αναδεικνύουν το καθεστώς έντονης αδυναμίας και ανασφάλειας της Ευρώπης, καθώς οι Ευρωπαίοι δεν έχουν να παρουσιάσουν κάποιο πακέτο αυστηρών κυρώσεων κατά της Ρωσίας σε περίπτωση κλιμάκωσης της κρίσης με την Ουκρανία. Το γεγονός αυτό υποκρύπτει και μια αδυναμία συντονισμένης βούλησης εκ μέρους της ΕΕ καθώς δεν υπάρχουν συγκεκριμένες προτάσεις από τα κράτη μέλη, πλην της Γερμανίας και της Πολωνίας. Την πρόταση απ΄ ευθείας επικοινωνίας μεταξύ J. Borrell και S. Lavrov, ο δεύτερος σχολίασε ειρωνικά τονίζοντας, ότι θα πρέπει να ερωτηθούν οι ΗΠΑ εάν είναι πρόθυμες να αφήσουν την ΕΕ να προβεί σε οποιαδήποτε ανεξάρτητη ενέργεια.

Η Γερμανική θέση

Είναι όμως γεγονός ότι οι προσπάθειες των ΗΠΑ να επηρεάσουν την ΕΕ προς την δική τους άποψη κυρίως προσκρούουν στην Γερμανία, η θέση της οποίας είναι εφεκτική έναντι της Ρωσίας, τόσο λόγω των προοπτικών του έργου του αγωγού NordStream2 για τροφοδοσία της με Ρωσικό φυσικό αέριο, όσο και λόγω της σύνθεσης της νέας τρικομματικής υπό τον Σοσιαλδημοκράτη Σολτς Γερμανικής κυβέρνησης, η οποία προβληματίζει για το εάν και κατά πόσο θα συμφωνούσε στην επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων της Ρωσίας. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι επί σοσιαλδημοκράτη Βίλυ Μπραντ παγιώθηκε η περίφημη Ostpolitik, η οποία οδήγησε στην ένωση των δύο Γερμανιών, πολιτική την οποία ακολούθησαν και οι χριστιανοδημοκράτες, καθώς και το ότι ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Σρέντερ έγινε μέλος του Δ.Σ της Gazprom το 2005, όταν έχασε τις εκλογές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι συνολικές συναλλαγές Γερμανίας -Ρωσίας ξεπερνούν τα $50 δις τον χρόνο, μετά τους περιορισμούς λόγω της προσάρτησης της Κριμαίας και των Ουκρανικών γεγονότων του 2015, το ότι ενεργοποιούνται στην Ρωσία 4000 γερμανικές εταιρείες, ενώ οι εκεί άμεσες γερμανικές επενδύσεις φθάνουν ετήσια τα 3.8 δις ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό, είναι ιδιαίτερης σημασίας για την Γερμανική ηγεσία στο σημερινό κλίμα υψηλής έντασης, το αν η Δύση είναι έτοιμη να αναλάβει το κόστος που θα συνεπάγονταν γι΄αυτήν σκληρές κυρώσεις προς την Ρωσία, δηλ. ενδεχόμενη εργαλειοποίηση του Ρωσικού αερίου ως μέσου πίεσης προς τους Ευρωπαίους από την Μόσχα. Εκείνο όμως στο οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει ένα τέτοιο πιθανοφανές σενάριο, είναι, την διακοπή τροφοδοσίας από την Ρωσία να κάλυπτε εναλλακτικά η εισαγωγή αερίου από τις ΗΠΑ, κάτι το οποίο θα δημιουργούσε νέα προηγούμενα και νέες ισορροπίες. Προβληματίζει όμως και η δήλωση Μπαϊντεν: " Η Ρωσία θα λογοδοτήσει εάν εισβάλει….. Είναι κάτι διαφορετικό εάν πρόκειται για μία μικρή εισβολή και καταλήξουμε σε μία διαμάχη για το τι να κάνουμε και τι να μην κάνουμε…." δηλ. είναι διαπραγματεύσιμη μία μικρή εισβολή; ερήμην βέβαια των Ευρωπαίων και των επιπτώσεών της γι΄αυτούς. Από τα παραπάνω εύκολα συνάγεται ότι πρόκειται για μία κατ΄ευθείαν επικοινωνία και δυνητική διαχείριση του θέματος, μεταξύ Washington και Μόσχας, όπως καταδείχτηκε και από την συνάντηση Μπλίνκεν-Lavrov (21/1/2022) από την οποία απουσίαζε η ΕΕ μετά την ανυπαρξία κοινών θέσεων των μελών της, γεγονός για το οποίο η Γερμανία έχει μία μάλλον δική της οπτική λόγω των οικονομικών σχέσεών της με την Ρωσία, όπως προαναφέραμε.

Διπλωματία και Αποτροπή

 Η συνάντηση του Αμερικανού Υπουργού Α. Μπλίνκεν με τον Ρώσο ομόλογό του S. Lavrov με θέμα την ένταση στην Ουκρανία, ανέδειξε και μία ηπιότερη Αμερικανική θέση καθώς οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να εξετάσουν τις ρωσικές ανησυχίες στο πλαίσιο της αμοιβαιότητας, με παράλληλες αποδείξεις ότι η Μόσχα δεν σχεδιάζει εισβολή στην Ουκρανία. Στο πλαίσιο αυτό οι ΗΠΑ παραμένουν πιστές σε θεμελιώδεις αρχές όπως η πολιτική των ανοικτών θυρών του ΝΑΤΟ. Επίσης δεν αποκλείσθηκε και η μελλοντική συνάντηση Μπάϊντεν-Πούτιν εφόσον θα ήταν χρήσιμη. Μπορεί να λεχθεί ότι φαίνεται να επικρατεί η λογική και παραμένει ιδιαίτερα ενδιαφέρον, το πως θα διαμορφωθεί μία νέα δυναμική ισορροπία, αν και η αντιπαράθεση στην Ανατ. Ουκρανία θα συνεχίσει να ανησυχεί τους Ευρωπαίους στο ορατό μέλλον.

Προσέγγιση Ρωσίας -Ελλάδας

 Στο πλαίσιο της λογικής και της ασφάλειας θα μπορούσε με συγκρατημένη αισιοδοξία να αναφερθεί και η προσέγγιση Ρωσίας-Ελλάδας. Με την συνάντηση του ΄Ελληνα Πρωθυπουργού και του Ρώσσου Προέδρου τέθηκαν οι βάσεις για ένα κοινό Πρόγραμμα Δράσης για το 2022-2024 το οποίο θα λειτουργήσει σαν μία θεσμική ομπρέλα για ενέργειες που αφορούν τον τουρισμό, την υψηλή τεχνολογία, φορολογικές συνέργειες κ.α. Είναι θεμελιώδης για τον προσανατολισμό της χώρας και την αξιοπιστία της εξωτερικής πολιτικής η συμμετοχή της στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, γεγονός το οποίο πρόσφατα αναγνώρισε σε δηλώσεις του και ο Ρώσος Υπουργός Εξωτερικών, χωρίς να θέσει ερωτηματικά για τον ευρωατλαντικό προσανατολισμό της Ελλάδας, εκτιμώντας όμως ότι η Αθήνα δεν θα ακολουθήσει τον δρόμο των σκληρότερων κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Επί πλέον παρ΄όλες τις Ρωσικές επιφυλάξεις και δυσφορία για την Αμερικανική παρουσία στην Αλεξανδρούπολη, η ειδική σχέση με τις ΗΠΑ αναμφίβολα προσθέτει στο κύρος της Αθήνας και την διεθνή θέση της, πρίσμα μέσα από το οποίο την αξιολογεί και η Μόσχα. Όσον αφορά το Κυπριακό, η Ρωσία υποστηρίζει σταθερά την λύση του βάσει των αποφάσεων του ΟΗΕ, καθώς είναι και μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού. Ακόμη θα είναι ιδιαίτερης σημασίας για την Αθήνα η αναθέρμανση των Ελληνο-Ρωσικών σχέσεων, καθώς η Ρωσία έχει παγιώσει ένα modus vivendi με την Τουρκία στην Ανατ. Μεσόγειο, έστω και αν Μόσχα και ¨Αγκυρα έχουν συχνές διαφωνίες. Η Ελληνική συνέργεια προς την Ρωσία θα ήταν οι μακροχρόνιες και ιστορικές μεταξύ των δύο χωρών σχέσεις καθώς και κοινές πολιτιστικές καταβολές λόγω του ομοδόξου.

Συνοψίζοντας, σύμφωνα με τα όσα προαναφέραμε γίνεται σαφές ότι η Ρωσο-Ουκρανική διένεξη αν και ευρωπαϊκό θέμα είναι αντικείμενο απευθείας διαχείρισης ΗΠΑ και Ρωσίας, όπου η ΕΕ αγνοούμενη απουσιάζει, ενώ η Γερμανία ακολουθεί μια επιφυλακτική πολιτική με την οποία διασφαλίζει τα οικονομικά συμφέροντά της. Στο πλαίσιο αυτό στο οποίο φαίνεται προς το παρόν να επικρατεί η λογική και η αποφυγή της μοιραίας σύγκρουσης, μπορούμε να εντάξουμε και την προσέγγιση Ελλάδας και Ρωσίας η οποία είναι μία αναγκαία εξισορροπητική ενέργεια της Αθήνας προς την σχέση Ρωσίας -Τουρκίας.

*  Ο Νικήτας Σίμος είναι Οικονομολόγος, Γεωπολιτικός Αναλυτής

https://www.capital.gr/