Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022

Τουρκικά υδάτινα φράγματα: Αποτελούν ιδανικό στόχο για την Πολεμική Αεροπορία

 


Η καταστροφή στρατηγικών στόχων κερδίζει πολέμους

Όπως έχουν διδάξει πρόσφατες αλλά και παλαιότερες αεροπορικές συρράξεις, η εναέρια επικράτηση αλλά και η αδρανοποίηση του αντιπάλου εξαρτάται στον µεγαλύτερο βαθµό από τα πρώτα 24ωρα της κρίσης.

Εκτός αυτού όµως το κατά πόσο το πλήγµα που θα επιφέρουν στον αντίπαλο οι αεροπορικές δυνάµεις θα είναι αποφασιστικό ή όχι εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Παράγοντες που έχουν σχέση µε το όπλα, την επιλογή των στόχων, τον αριθµό των προσβολών, τη συχνότητά τους. Βασικός στόχος όµως όλων αυτών είναι η αποδυνάµωση -σε πρώτη φάση- και η καταστροφή των σηµαντικότερων υποδοµών του αντιπάλου.

Οι υποδοµές αυτές χωρίζονται σε πρακτικά σε δύο κατηγορίες: Σε αυτές που σχετίζονται άµεσα µε το στρατιωτικό και σε αυτές που σχετίζονται µε το στρατηγικό ή γεωστρατηγικό του πλέγµα. 

Το φράγµα του Ataturk

Το φράγµα του Ataturk αποτελεί τη βασική κατασκευή του Νοτιανατολικού Προγράµµατος της Ανατολίας GAP (Güneydogu Anadolu Projesi) που έχει ως σκοπό την αξιοποίηση των υδάτινων πόρων των πηγών του Τίγρη και του Ευφράτη.

Το πρόγραµµα GAP αποτελείται σήµερα από 13 φράγµατα εκ των οποίων τα 7 ελέγχουν τα νερά του Ευφράτη και τα υπόλοιπα 6 τα νερά του Τίγρη. Εκτιµάται πως ακόµη ένα φράγµα πρόκειται να ολοκληρωθεί ανεβάζοντας το συνολικό αριθµό στα 14 από τα 22 που υπολογίζονταν αρχικά. 

Το Ataturk ανήκει στο περιβάλλον του Ευφράτη σχηµατίζοντας την οµώνυµη αποθεµατική λίµνη την τρίτη µεγαλύτερη στην Τουρκία. Η αποθεµατική λίµνη έχει έκταση 817 τ. Χλµ. και ο υδάτινος όγκος της εκτιµάται στα 48,7 κυβ. Χλµ. Το ύψος των νερών της λίµνης το 1994 έφτασε στην υψηλότερη στάθµη του στα 546 µέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας (amsl) αλλά έκτοτε κυµαίνεται µεταξύ 526 µ. amsl και 537 µ. amsl. Το µέγιστο επιτρεπόµενο ύψος για την ασφάλεια του φράγµατος ανέρχεται στα 546 µ. amsl και το ελάχιστο για τη λειτουργία της υδροηλεκτρικής εγκατάστασης ανέρχεται στα 526 µ. amsl. 

Το φράγµα ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1983 και ολοκληρώθηκε το 1990. Οι διαστάσεις του είναι 169 µ. σε ύψος, το µήκος του υδροφράκτη (στέψη) ανέρχεται στα 1670 µέτρα, το συνολικό µήκος του ανέρχεται στα 1820 µ.  και το ύψος του (σε σχέση µε την επιφάνεια της θάλασσας) στα 549 µ. amsl. 

Ο όγκος της κατασκευής ανέρχεται στα 84,5 εκατ. κυβ. µ. (84x10^6 µ3). Ο τύπος του φράγµατος ανήκει στην κατηγορία των λιθόρριπτων φραγµάτων πολλαπλής ζώνης µε κεντρικό πυρήνα από σκυρόδεµα. Τα λιθόρριπτα φράγµατα (rock-fill dams) στη διατοµή τους οµοιάζουν µε πεπλατυσµένο πυραµοειδές σχήµα. 

Η βάση τους έχει εξαιρετικά µεγάλο πλάτος και στην περίπτωση του φράγµατος Ataturk αυτή ανέρχεται στα 823,16 µέτρα.  

Σε σχέση µε τα χωµάτινα φράγµατα (earth-fill dams), τα λιθόρριπτα εµπεριέχουν στον πυρήνα τους ογκώδεις λίθους δανεισµένους είτε από το έδαφος όπου αυτό είναι δυνατό είτε από λατοµεία και η πέτρα συνιστά το 50% και περισσότερο του συνολικού υλικού όπως και Άργιλο.

Η αδιαπερατότητα του φράγµατος εξυπηρετείται από µεταβατικές ζώνες φίλτρων εκατέρωθεν του πυρήνα µε οµοιογενή ύλη όπως αµµοχάλικα, επιλεγµένο υλικό λιθορριπής και άλλα τυχαία υλικά. 

Λιθόρριπτα φράγµατα στην Τουρκία είναι εκτός του Ataturk, το Keban και το Hasan Ugurlu, ενώ γαιώδες  είναι τα Seyhan Dam, Demirkopru Dam, Cubuk 2 Dam και  Bayindir Dam. Το φράγµα διαθέτει υδροηλεκτρικό εργοστάσιο (HEPP) ικανό να παράγει ενέργεια 2400 MW, ενώ η ετήσια απόδοσή του είναι 8900 GWη. 

Το Ataturk ΗΕΡΡ αποτελείται από 8 στοβίλους και γεννήτριες ικανούς να παράγουν 300 MW ο καθένας. Η λειτουργία τους εξαρτάται από την απαίτηση σε ηλεκτρικό ρεύµα. Σε περιόδους χαµηλής κατανάλωσης βρίσκεται σε λειτουργία µόνο ο ένας στρόβιλος ενώ σε αντίθετη περίπτωση µπορεί να βρίσκονται σε λειτουργία και οι οκτώ. Έτσι, η ποσότητα νερού που διοχετεύεται για τη λειτουργία τους µπορεί να κυµανθεί από 200 έως και 2000 κυβ. µ./δευτ. την ηµέρα. 

Το φράγµα βρίσκεται στην νοτιοανατολική Τουρκία απέχοντας νότια 65 χλµ. από τα σύνορα µε τη Συρία, 546 χλµ. νοτιοανατολικά της Άγκυρας, 970 χλµ. από τα παράλια της Μικράς Ασίας στο γεωγραφικό ύψος της Κω, 213 χλµ. από το λιµάνι στο Iskenderun (Αλεξανδρέττα), 513 χλµ. από την Κύπρο και 50 χλµ. από το ρήγµα της Ανατολίας. 

Ο τελευταίος µεγάλος σεισµός όπου υπάρχουν στοιχεία για τις επιπτώσεις του ήταν αυτός του 1998 στον άξονα  Adana-Ceyhan µε ισχύ 6,2 Ρίχτερ και απόσταση 270 χλµ. από το φράγµα είχε ως αποτέλεσµα την πρόκληση οριζόντιας επιτάχυνσης 0,50 g στην κατασκευή.  

Το φραγµατικό τοπικό σύστηµα Ataturk στον Ευφράτη συµπληρώνεται επιπλέον από τα φράγµατα του Keban και Karakaya που βρίσκονται ανάντη και τα φράγµατα Birecik και Karkamis κατάντη, ενώ ακόµη δύο βρίσκονταν υπό κατασκευή. 

Το φράγµα του Keban -151 χλµ. βορειοδυτικά από το Ataturk- είναι το αρχαιότερο χρονολογικά και βορειότερο φράγµα ανάντη του Ευφράτη του συστήµατος GAP. Η κατασκευή του ξεκίνησε το 1966 και ολοκληρώθηκε το 1974. Η αποθεµατική του λίµνη έχει επιφάνεια 675 τ. χλµ. όγκο 30,6 κυβ. χλµ. και είναι η τέταρτη µεγαλύτερη στην Τουρκία µετά τις φυσικές λίµνες της Van και της Tuz και της αποθεµατικής του Ατατούρκ. 

Τεχνικώς το Keban είναι συνδυασµός λιθόρριπτης και σκυροδεµατικής κατασκευής. Έχει µήκος 1097 µέτρα, η στέψη του έχει ύψος 207 µέτρων από την κοίτη του ποταµού και 848 µ. amsl. Το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο έχει οκτώ στροβίλους ικανούς να παράγουν 1330 MW. 

Το φράγµα του Karakaya ολοκληρώθηκε το 1987. Πρόκειται για τοξωτή κατασκευή µε οπλισµένο σκυρόδεµα. Η ανθεκτικότητα των φραγµάτων της συγκεκριµένης τεχνικής συνίσταται αφενός στο ίδιο τους το βάρος και αφετέρου στο υποστηρικτικό τους πλαίσιο, το οποίο εφάπτεται στην κατασκευή. Έτσι η κατασκευή τοξωτών φραγµάτων ενδείκνυται σε περιοχές µε απότοµες πλαγιές. Για τη ακρίβεια η συγκεκριµένη µορφολογία του εδάφους υπαγορεύει την κατασκευή τοξωτών φραγµάτων. Τα τοξωτά φράγµατα συνήθως αποτελούνται από πλαίσια σκυροδέµατος διαστάσεων 15x15x1,5 µ. 

Το Karakaya –το οποίο βρίσκεται ανάµεσα στο Keban και το Ataturk, απέχει από το πρώτο περί τα 72 χλµ. και από το δεύτερο 110 χλµ. Το αποθεµατικό του Karakaya ανέρχεται στα 9,58 κυβ. χλµ. Το ύψος του φράγµατος ανέρχεται στα 173 µ. από τη βάση του, το µήκος της στέψης του στα 462 µ. ο όγκος του στα 2 εκατ. κυβ. µ. και το ύψος του φράγµατος από την επιφάνεια της θάλασσας είναι 698 µ. amsl. Το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του  Karakaya διαθέτει έξη στροβίλους συνολικής παραγωγής ενέργειας 1800 MW. 

 Προσβολή του Ataturk 

Το σενάριο συγκέντρωσης όλης της προσπάθειας της ΠΑ στην πρόκληση αστοχίας στο φράγµα του Ataturk έχει ως πλεονέκτηµα τη συγκέντρωση ενός ικανού αριθµού πυραύλων σε ένα στόχο, αντί της διασποράς τους σε διαφορετικούς συντελώντας καθοριστικά στην έκβαση της επιχείρησης. Στο σηµείο αυτό είναι απαραίτητο οι σχεδιαστές της επιχείρησης να καταλήξουν στον αριθµό των βληµάτων που απαιτούνται για µια τέτοια επιχείρηση. 

Να σηµειωθεί πως η αποστολή δεν αφορά βέβαια την καταστροφή του φράγµατος. Κάτι τέτοιο θα ήταν πρακτικά αδύνατο –ειδικά για το Ataturk- καθώς το 80 εκατ. κυβ. µ. σωρευµένου υλικού δεν αφήνουν τέτοια περιθώρια. Πρόκειται για µια τεράστια σε όγκο κατασκευή πολύ δύσκολο να υποστεί ρήξη στο κεντρικό της σηµείο.

Το πλάτος του συγκεκριµένου φράγµατος στη στέψη του εκτιµάται από 14 έως 16 µέτρα, 15 µέτρα χαµηλότερα αυτό αυξάνεται στα 35 µε 38 µέτρα και στη βάση του πυρήνα του το πλάτος υπολογίζεται µεταξύ 99 και 107 µέτρων. 

Ακόµη και αν µια διάτρηση σε οποιοδήποτε από αυτά τα σηµεία ήταν θεωρητικά δυνατή είναι άγνωστη η συµπεριφορά της εκρηκτικής γόµωσης στον συγκεκριµένο τύπο φράγµατος καθώς τα υλικά κατασκευής του ποικίλουν αποτελούµενα από γαιώδη υλικά -και βράχους επί το πλείστον-  πλην του πυρήνα του ο οποίος θεωρητικά είναι από σκυρόδεµα, προβλεπόµενης συµπεριφοράς.

Για λόγους σύγκρισης στην καταστροφή των φραγµάτων στη Γερµανία από τη RAF στις 16 και 17 Μαΐου του 1943, στην επιχείρηση Chastise, είχε χρησιµοποιηθεί βόµβα των 4196 χλγρ. εκ των οποίων τα 2.994 ήταν εκρηκτικό Torpex (Torpedo Explosive) για να καταστραφεί ένα –εκ των τριών που προσβλήθηκαν συνολικά- φράγµα όπως αυτό στο Edersee µε µήκος 400 µέτρων, ύψος 48 µ. πλάτος βάσης 36 µ. και στέψης 6 µ. 

Παρά το γεγονός πως επρόκειτο για παραλλαγή του τύπου του φράγµατος του Ataturk -γαιώδες φράγµα- και κατά πάρα πολύ µικρότερο σε όγκο 300.000 κυβ. µ. -Ataturk 80 εκατ. (!)- εντούτοις απαιτήθηκε µια βόµβα της τάξης των 3 τόνων γόµωσης για να δηµιουργηθεί ένα ρήγµα 70 µ. πλάτους και 22 µ. µήκους για να προκληθεί ρήξη που είχε ως αποτέλεσµα υδροροή 8000 κυβ. µ./ δευτ. 

Είναι αµφίβολο εάν τα 450 χλγρ. της κεφαλής BROACH που φέρει ο SCALP-EG θα µπορούσαν να διατρήσουν σε επαρκή απόσταση έστω και στο ύψος της στέψης του φράγµατος, ακόµη και στην περίπτωση προσβολής από δύο ή και τρία βλήµατα κάτι που δεν µπορεί να αποκλειστεί βέβαια. Πάντως ως µέγιστη επιτρεπόµενη στάθµη της αποθεµατικής λίµνης σε σχέση µε τη στέψη είναι τα 3 µέτρα καθ’ ύψος. 

Ένα άλλο θέµα το οποίο πρέπει να διευκρινιστεί είναι η πλευρά στην οποία θα καταπέσει ή καταπέσουν τα βλήµατα. Οι δύο πλευρές του φράγµατος -και κάθε φράγµατος- ανάντη (άνω ρους), δηλαδή αυτή που κοιτά προς τις πηγές του ποταµού και κατάντη (κάτω ρους), αυτή που κοιτά προς τις εκβολές, έχουν µια σηµαντική διαφορά: Το µεγαλύτερο µέρος της πλευράς ανάντη βρίσκεται κάτω από το επίπεδο του ύδατος, -ανάλογα βέβαια της εποχής και της στάθµης του αποθεµατικού- ενώ η κατάντη πλευρά δεν αντιµετωπίζει υδάτινο µέτωπο. 

Το ποια πλευρά από τις δύο θα επιλεγεί να δεχθεί το πλήγµα είναι ένα θέµα που θα εξαρτηθεί, όπως αναφέρθηκε από το επίπεδο της στάθµης του ύδατος. 

Η προσβολή από την ανάντη πλευρά έχει το πλεονέκτηµα ότι η ρωγµή θα δηµιουργηθεί µε το µέτωπο προς την πλευρά των υδάτων, ταυτόχρονα όµως απαιτεί ακριβέστερη σκόπευση καθώς η εκτεθειµένη πλευρά είναι µικρής επιφάνειας. 

Για την ακρίβεια θα πρέπει να είναι κατά πολύ πιο ακριβέστερη καθώς εάν το ρήγµα που θα δηµιουργηθεί βρίσκεται αρκετά πάνω από τη στάθµη των υδάτων τότε αυτό δε θα επηρεάσει σε αρνητικό βαθµό τη λειτουργία του φράγµατος. 

Με άλλα λόγια το ρήγµα θα πρέπει να έρθει σε επαφή µε το νερό αλλιώς η προσβολή στο συγκεκριµένο σηµείο πρακτικά είναι ανώφελη. 

Η προσβολή των τριών φραγµάτων στη Γερµανία από τα Lancaster’s της RAF πραγµατοποιήθηκε µεν από την ανάντη πλευρά οι βόµβες όµως χρησιµοποιήθηκαν-επινόηση του βρετανού Barnes Wallis- ήρθαν σε επαφή µε το τοιχίο του φράγµατος αφού αναπήδησαν στο νερό, κάτι που φυσικά το SCALP-EG δεν είναι σχεδιασµένο να κάνει... 

Από την άλλη η κατάντη πλευρά όπως αναφέρθηκε έχει το πλεονέκτηµα της απουσίας υδάτινου µετώπου, συγκεντρώνει όµως µεγαλύτερη απαίτηση διάτρησης, καθώς πρέπει να έρθει σε επαφή µε το νερό προχωρώντας σε βάθος. ∆εν συµβαίνει το ίδιο µε την ανάντη πλευρά γιατί εκεί υπάρχει ο µεγάλος «σύµµαχος» της υδροστατικής πίεσης. 

Ένα µικρό ρήγµα µπορεί να οδηγήσει σε καταστροφική αστοχία του φράγµατος εξαιτίας της υδροστατικής πίεσης. Η τελευταία παρέχεται από τη σχέση p=pgh όπου: p είναι η πυκνότητα του υγρού (δίνεται σε kg/m^3), g η γνωστή επιτάχυνση της βαρύτητας (m/sec^2) και h το ύψος της στήλης του υγρού. Από το παραπάνω φαίνεται –και ως λογική υπόθεση- ότι όσο πιο µεγάλο το ύψος της στήλης του υγρού τόσο µεγαλύτερη και η υδροστατική πίεση.  

∆ηλαδή όσο πιο µεγάλο το ύψος του φράγµατος τόσο µεγαλύτερη πίεση θα ασκείται στα κατώτερα τοιχώµατά του. Για αυτό ακριβώς το λόγο η βάση των φραγµάτων διαθέτει και το µεγαλύτερο πλάτος. 

Επειδή όµως η προσβολή της βάσης είναι αδύνατη από την ανάντη πλευρά –καθώς καλύπτεται από υγρό- αυτή αναγκαστικά εκτελείται από την κατάντη πλευρά, για την εκµετάλλευση της µεγαλύτερης υδροστατικής πιέσεως. Στην περίπτωση όµως του φράγµατος του Ataturk και καθώς η βάση του έχει πλάτος 823 µ. κάτι τέτοιο θα ήταν απλά αδιανόητο. 

Είναι εποµένως απαραίτητο να εξευρεθεί µια εναλλακτική λύση από µια κατά µέτωπο προσβολή στον κύριο υδατοφράκτη από οποιαδήποτε πλευρά. 

Μια τέτοια εναλλακτική είναι η προσβολή των ακρογωνιαίων διατάξεων του φράγµατος δηλαδή του υδροηλεκτρικού εργοστασίου –το οποίο βρίσκεται στα αριστερά του φράγµατος κοιτώντας βόρεια- και στη διάταξη των υπερπληρωτών (spillways) οι οποίοι κοιτούν προς τα ανατολικά. 

Οι τελευταίοι χρησιµοποιούνται σε περιπτώσεις υπερχείλισης του φράγµατος από απότοµη άνοδο του επιπέδου του ύδατος της αποθεµατικής λίµνης. Αυτά θα µπορούσαν να περιγραφούν ως τα «αδύνατα» σηµεία του φράγµατος αν και είναι δοµηµένα από ενισχυµένο σκυρόδεµα. 

Η οµάδα προσβολής 

Η επιχείρηση, καθώς κρίνεται ως υψηλού ρίσκου αλλά και υψηλής στρατηγικής σηµασίας, θα µπορεί να περιλαµβάνει από τέσσερα έως έξι αεροσκάφη φέροντα ισάριθµούς  SCALP-EG και από τέσσερα έως έξι αεροσκάφη συνοδείας. 

Τα πρώτα κατά φυσιολογική συνθήκη θα είναι Mirage 2000-5 και κατά προτίµηση τουλάχιστον τα 4 διθέσια –για την αξιοποίηση του δεύτερου µέλους του πληρώµατος ως χειριστή των παραµέτρων εξαπόλυσης του SCALP-EG- ενώ για τα αεροσκάφη συνοδείας αυτά θα είναι F-16 Block 52+ η κάποια από τα νεοαποκτηθέντα Rafale.

Tα Rafale λόγω της χρήσης του Meteor πιθανότερο είναι να χρησιμοποιηθούν για ρόλους αεροπορικής υπεροχής.

Το φορτίο των Mirage 2000-5 είναι ένας SCALP-EG, σε κοιλιακό φορέα  δύο υποπτερυγικές δεξαµενές των 2000 λίτρων (528 USG), συν δύο βλήµατα MICA IIR για αυτοπροστασία. Βάσει αυτών το συνολικό µεταφερόµενο καύσιµο στα αεροσκάφη ανέρχεται στα 8000 λίτρα  (6.422 χλγρ.). 

Το φορτίο των F-16 θα κινείται σε βαριά διαµόρφωση CAP µε 4 βλήµατα AIM-120C, δύο IRIS-T µια κοιλιακή εξωτερική δεξαµενή των 300 USG συν δύο υποπτερυγικές των 600 USG συν δύο σύµµορφες δεξαµενές παρέχοντας αυτονοµία 104 µε 110 λεπτά στο χώρο περιπολίας. 

Τα Mirage 2000 θα απογειωθούν από την 114ΠΜ πλήρη εσωτερικού καυσίµου µε τις δεξαµενές όµως των 2000 λίτρων άδειες καθώς ο σχεδιασµός της επιχείρησης επιτάσσει προσγείωση στην 133ΣΜ (Καστέλι) για ανεφοδιασµό και πλήρωση των εξωτερικών δεξαµενών. 

Η πλήρωση των εξωτερικών δεξαµενών αποφασίστηκε να γίνει εκεί για να µην υπερβούν τα αεροσκάφη το µέγιστο επιτρεπτό όριο βάρος κατά την προσγείωση. Αφού ο ανεφοδιασµός των αεροσκαφών πραγµατοποιηθεί ξεκινά το κύριο και κρίσιµο στάδιο της προσέγγισης προς την περιοχή ανατολικά της Κύπρου για την εκτόξευση των όπλων. 

Τα µεγαλύτερα προβλήµατα που πρόκειται να αντιµετωπίσουν οι σχεδιαστές µιας τέτοιας αποστολής είναι αναµφισβήτητα τα παρακάτω: 

Ι) Σε πιο σηµείο θα γίνει η εξαπόλυση των SCALP-EG.

II) Ποιο δροµολόγιο θα ακολουθήσουν τα αεροσκάφη κρούσης. 

ΙΙΙ) Σε τι ύψος θα πραγµατοποιηθούν τα σκέλη της µετάβασης προς το στόχο;

IV) Σε τι ύψος θα εξαπολυθεί ο SCALP.  

Το δροµολόγιο 

Το «βαρόµετρο» για την απάντηση όλων αυτών των ερωτηµάτων είναι βέβαια η εµβέλεια του ίδιου του όπλου. Εδώ οι πληροφορίες διίστανται. Η «κανονική» εµβέλεια του βλήµατος –κανονική µε την έννοια έτσι όπως παρουσιάζεται στη διεθνή βιβλιογραφία βάσει των στοιχείων που παρέχει η κατασκευάστρια MBDA- ανέρχεται σε 250 χλµ. Η αλήθεια όµως είναι πως η πραγµατική εµβέλεια του βλήµατος είναι πολύ παραπάνω. 

Στη µελέτη NASIC-1031-0985-09 (Απρίλιος 2009) του κέντρου πληροφοριών αεροδιαστηµικής της αµερικανικής Αεροπορίας (National Air and Space Intelligence Center) που φιλοξενείται στην ΑΒ Patterson αναφέρεται πως το όπλο SCALP-EG έχει εµβέλεια ανώτερη των 300 όχι χλµ. αλλά µιλίων (!) Κάπου δηλαδή µεταξύ 480 και 500 χλµ. Το νούµερο αυτό όσο και αν ακούγεται υπερβολικό και ενδέχεται να είναι, φανερώνει τις ανησυχίες των ΗΠΑ για την παραβίαση της συνθήκης MTCR (Missile Technology Control Regime) για τη διάδοση βαλλιστικών και όπλων cruise της οποίας το προβλεπόµενο όριο για τα τελευταία είναι τα 250 χλµ. Βάσει της ίδιας λογικής τόσο Γαλλία όσο και Βρετανία περιόρισαν τις τιµές της µέγιστης εµβέλειας –τουλάχιστον στα χαρτιά- για να µην έρθουν αντίθετες µε τη συµφωνία που και οι ίδιες έχουν υπογράψει. 

Παράλληλα πολλοί θεωρούν πως οι δοκιµές αξιολόγησης εµβέλειας του SCALP-EG/Storm-Shadow πραγµατοποιήθηκαν σε χαµηλό προφίλ πτήσης, ενώ το όπλο από µεγαλύτερο υψόµετρο επιτυγχάνει µεγαλύτερη εµβέλεια, την οποία όµως ουδέποτε κατονόµασαν. Όλα αυτά τα προβλήµατα σχετίστηκαν και µε την πώληση απροσδιόριστού αριθµού πυραύλων στα ΗΑΕ κάτω από το ανεπίσηµο όνοµα Black Shaheen και τις αντιδράσεις των ΗΠΑ αποτέλεσµα των οποίων ήταν η MBDA να περιορίσει την ποσότητα του εσωτερικού µεταφερόµενου καυσίµου έτσι ώστε η εµβέλεια του όπλου να εµπίπτει στην συνθήκη MTCR. 

Το ανωτέρω δεν έχει γίνει γνωστό εάν εφαρµόστηκε και στην ελληνική προµήθεια, κατά πάσα πιθανότητα όµως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Αποτέλεσµα αυτών η πραγµατική εµβέλεια του SCALP-EG είναι να παραµένει ουσιαστικά άγνωστη. Θεωρούµε πάντως πως µια τιµή των 300 χλµ. από εξαπόλυση σε χαµηλό ύψος –κάτω των 500 µέτρων- και 350+ από µεγάλο ύψος -5000 έως και 10.000 µ.- πρέπει να θεωρείται αντιπροσωπευτική. 

Μια τέτοια τιµή φέρνει τα αεροσκάφη ανοικτά του Κόλπου της Αλεξανδρέτας (Ισκεντερούµ), νοτιοδυτικά της Μερσίνας και νότια των Αδάνων µετά από µια πορεία 920 χλµ. µε αφετηρία την 133ΣΜ περνώντας βόρεια της Κύπρου παράλληλα µε τις τουρκικές ακτές. Σε ότι αφορά την ακτίνα δράσης του Mirage 2000 αυτή έρχεται σε άµεση εξάρτηση από το προφίλ της αποστολής. Εάν η πτήση µετάβασης προς την περιοχή εξαπόλυσης του όπλου διεξαχθεί σε προφίλ lo-lo-lo ή σε προφίλ hi-hi-hi. Και οι δύο εµπεριέχουν τόσο πλεονεκτήµατα όσο και µειονεκτήµατα. 

Στην πρώτη περίπτωση, εάν η πτήση πραγµατοποιηθεί σε πολύ χαµηλό ύψος αυτό θα γίνει έτσι ώστε τα αεροσκάφη να αποφύγουν τον εντοπισµό τους από τα αντίπαλα ραντάρ σε µια περιοχή όπου η δραστηριότητα της τουρκικής Αεροπορίας θα είναι συνεχής. 

Τα µειονεκτήµατα της συγκεκριµένης τακτικής είναι πρώτον η αυξηµένη κατανάλωση σε καύσιµο και δεύτερον η εξαπόλυση του πυραύλου που θα πραγµατοποιηθεί σε χαµηλό ύψος περιορίζοντας την εµβέλειά του. Από την άλλη πλευρά το προφίλ της προσέγγισης σε συνθήκες hi-hi- hi έχει το πλεονέκτηµα της προσέγγισης από ψηλά της περιοχής εξαπόλυσης του βλήµατος, µε ευεργετικές συνέπειες τόσο στην εµβέλειά του όπλου  –κάτι που σηµαίνει πως τα αεροσκάφη θα µπορέσουν να πραγµατοποιήσουν την εκτόξευση από µεγαλύτερη απόσταση- όσο και στη δική τους εξαιτίας µειωµένης κατανάλωσης, από την άλλη όµως θα έχουν ενεργοποιήσει την αντίπαλη αεράµυνα από... πέρυσι. 

Για να εξευρεθεί η βέλτιστη τακτική που θα ακολουθηθεί πρέπει να απαντηθούν πρώτα δύο ερωτήµατα: Πρώτον εάν τα αεροσκάφη θα µπορούσαν να εκµεταλλευθούν ως σηµείο ανεφοδιασµού τους κατά την επιστροφή τους στη βάση την ΑΒ στην Πάφο και πως αυτό ικανοποιείται ή όχι από την ακτίνα δράσης του αεροσκάφους. Ξεκινώντας από το τελευταίο η ακτίνα δράσης µε το παραπάνω φορτίο (εκτός της µεταφοράς του SCALP-EG που αντικαθίσταται µε οκτώ βόµβες Mk82 συνολικού βάρους 1816 χλγ. δηλαδή περίπου 500 χλγρ. περισσότερα –βάρος SCALP-EG 1300 χλγρ.) εκτιµάται –και σε προφίλ αποστολής hi-lo-lo-hi δηλαδή προσέγγιση στην περιοχή από ψηλά, σταδιακή βύθιση 50 ν.µ πριν από το στόχο σε ύψος 500 ποδών και ταχύτητα 550 κόµβων άφεση φορτίου και διαφυγή σε µεγάλο ύψος- στα 640 ν.µ. (1185 χλµ.) τιµή η οποία θεωρητικά τουλάχιστον δίνει στο αεροσκάφος τη δυνατότητα να επιστρέψει πίσω στη βάση του (Καστέλι) χωρίς ανάγκη ανεφοδιασµού. 

Το συγκεκριµένο προφίλ όµως δεν ενδείκνυται για την εξαπόλυση των SCALP-EG καθώς αφορά τη µεταφορά βοµβών Mk-82 και κατά συνέπεια η βύθιση παραλείπεται στην υπόθεση των SCALP-EG δίνει όµως µια εικόνα κατά προσέγγιση των δυνατοτήτων από άποψη εµβέλειας του αεροσκάφους σε αποστολές κρούσης. 

Εάν ακολουθηθεί τo προφίλ προσέγγισης lo-lo-lo σίγουρα θα καταναλωθεί περισσότερο καύσιµο ενώ στην περίπτωση που επιλεγούν διθέσια αεροσκάφη για τη µεταφορά του SCALP-EG η ακτίνα δράσης τους θα είναι ακόµη λιγότερη. 

Έτσι στην περίπτωση που τα αεροσκάφη επιχειρήσουν µε το συγκεκριµένο προφίλ αποστολής η ακτίνα δράσης είναι πιθανό να µειωθεί στα 1000 ή και λιγότερο χλµ. δεδοµένου ότι η κατανάλωση καυσίµου στο αεροσκάφος στο επίπεδο της θάλασσας και µε τη χρήση µετάκαυσης κυµαίνεται στα 360 kgr/min ενώ αυτή µε τη χρήση ξηρής ώσης πέφτει στα 71 kgr/min. 

Συγκριτικά η ίδια κατανάλωση µε τη χρήση µετάκαυσης πέφτει στα 275 kgr/min στα 4572 µ. υψόµετρο και στα 230 kgr/min στα 10.975 µ. Αναλογικά η κατανάλωση καυσίµου µειώνεται και σε όλα τα ενδιάµεσα στάδια απόδοσης του κινητήρα µέχρι το idle. Επιπρόσθετα θα πρέπει να σηµειώσουµε πως η συγκεκριµένη αεροδυναµική διαµόρφωση του Mirage 2000 (µε δύο δεξαµενές και το SCALP-EG σε κοιλιακό φορέα) θεωρείται «βαριά» σε σχέση µε τον συντελεστή της οπισθέλκουσας. Για παράδειγµα ο συντελεστής οπισθέλκουσας (Cd) για ένα µια εξωτερική δεξαµενή καυσίµου πλησιάζει το 0,82 τη στιγµή που η αντίστοιχη τιµή για την πτέρυγα ενός αεροσκάφους ανέρχεται σε 0,004, για ένα F-4 και χωρίς εξωτερικό φορτίο σε 0.021 και για ένα F-104 σε 0,048. 

Είναι εποµένως αυταπόδεικτο, πως η υιοθέτηση προφίλ  προσέγγισης προς την περιοχή εκτόξευσης του βλήµατος σε µεγάλο ύψος είναι προτιµητέα. 

Έτσι στη συγκεκριµένη περίπτωση η επιστροφή πίσω στην βάση εξόρµησης θα πρέπει να πραγµατοποιηθεί µε πλήρη οικονοµικά στοιχεία καθώς θα ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος τα αεροσκάφη να αναγκαστούν να στραφούν προς άλλο αεροδρόµιο εναλλαγής. Βέβαια ο ανεφοδιασµός τους στην ΑΒ της Πάφου σίγουρα θα αποτελούσε ένα πλεονέκτηµα, αλλά δεν είναι σίγουρο πως αυτό θα υπάρχει... 

Ας µην λησµονούµε πως το σενάριο βοµβαρδισµού του φράγµατος του συστήµατος GAP προϋποθέτει την ύπαρξη µιας γενικευµένης σύρραξης µεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας και σίγουρα αυτή θα εκτελεστεί σε «δεύτερο» χρόνο αφού έχουν προηγηθεί σειρά άλλων επιχειρήσεων µεταξύ αυτών και η προσβολή της ΑΒ της Πάφου από την τουρκική Αεροπορία. Εκτός αυτού µε την τελευταία ήδη θεωρητικά στο αέρα ένας ανεφοδιασµός τόσο κοντά τις τουρκικές βάσεις θα έθετε τον κίνδυνο της προσβολής των αεροσκαφών στο έδαφος κατά τη διάρκεια του ανεφοδιασµού τους. Πάντα βέβαια υπάρχουν και τα αεροσκάφη συνοδείας τα οποία αναφέραµε αλλά και πάλι πρόκειται για µια παρακινδυνευµένη κίνηση. 

Οπότε στο συγκεκριµένο σηµείο καλό θα ήταν θα παραλείψουµε την ΑΒ της Πάφου από τη συγκεκριµένη επιχείρηση. Εξάλλου υπάρχει πάντα το αεροδρόµιο της Καρπάθου ως εναλλακτικός προορισµός (απέχει 750 χλµ. από το υποθετικό σηµείο εξαπόλυσης των SCALP-EG) σε περίπτωση που τα αεροσκάφη αντιµετωπίσουν πρόβληµα επάρκειας καυσίµων. 

Αυτά στην περίπτωση της εξαπόλυσης των όπλων σε προφίλ lo-lo-lo. Σε περίπτωση της εξαπόλυσης από µεγάλο ύψος (10.000 µ.) και εάν εξαιρέσουµε τον παράγοντα αντίδρασης του αντιπάλου τα όπλα θα µπορούν θα εξαπολυθούν τουλάχιστον 100 χλµ. εγγύτερα της Κύπρου θεωρώντας την τιµή των 400 χλµ. για τους SCALP-EG ρεαλιστική. 

Υπάρχει βέβαια και µια τρίτη επιλογή αυτή της χαµηλής προσέγγισης και 100 χλµ. περίπου πριν το υπολογισθέν σηµείο εξαπόλυσης της ανόδου του σχηµατισµού σε µεγάλο ύψος έτσι ώστε να εξασφαλισθούν καλύτερες συνθήκες εµβέλειας για το SCALP-EG. Στην περίπτωση αυτή πάντως υπάρχει πάντα ο κίνδυνος κατά την ευαίσθητη φάση της ανόδου να υπάρξει εχθρική αντίδραση η οποία θα µπορούσε να προσβάλει τον φιλικό σχηµατισµό.  

 Η προσβολή των SCALP-EG 

Λαµβανοµένου του γεγονότος ότι τα αεροσκάφη, ή τουλάχιστον ικανός αριθµός αυτών ότι θα µπορέσει να φτάσει στην περιοχή εξαπόλυσης των όπλων του το θέµα επικεντρώνεται καθαρά στην σωστή σχεδίαση της αποστολής. Αυτό γιατί ο SCALP-EG θα κτυπήσει ακριβώς εκεί που έχει υπολογιστεί από πριν από την οµάδα που θα έχει εισάγει τις σωστές παραµέτρους του στόχου. Έτσι η ορθή αναγνώρισή του όπως και η αναγνώριση του δροµολογίου που θα ακολουθήσει το όπλο και το σηµείο που αυτό θα προσκρούσει επί του στόχου είναι κρίσιµης αν όχι κυρίαρχης σηµασίας. 

Τρεις είναι οι βασικές αποστολές που η οµάδα στο έδαφος πρέπει να έχει υπολογίσει µε ακρίβεια από πριν. Το σηµείο εξαπόλυσης –και η πλήρης τήρησή του από τα πληρώµατα των αεροσκαφών- η ψηφιοποιηµένη διαδροµή µέχρι την περιοχή του φράγµατος και το ακριβές σηµείο της προσβολής. 

Χωρίς την ικανοποίηση των τριών αυτών συνθηκών το όπλο θα αποτύχει. Η εξαγωγή του ψηφιακού αναγλύφου κατά µήκος της επιθυµητής διαδροµής πραγµατοποιείται από δορυφορικές εικόνες για την αξιοποίηση του συστήµατος TERPROM (Terrain Profile Matching) το οποίο συνιστά ένα από τα τρία αεροναυτιλιακά βοηθήµατα του βλήµατος. Τα υπόλοιπα δύο είναι το σύστηµα GPS και σύστηµα αδρανειακής ναυτιλίας INS. Τα τρία αυτά συστήµατα αλληλοσυµπληρώνονται µε πραγµατοποιούµενες διορθώσεις πορείας προς το στόχο. 

Η πτήση του βλήµατος πραγµατοποιείται σε χαµηλό προφίλ ακολουθώντας τη µορφολογία του εδάφους και σε συνδυασµό µε τη χαµηλή του διατοµή στο Η/Μ φάσµα το κάνει ουσιαστικά µη ανασχέσιµο. 

Κατά την τερµατική φάση ενεργοποιείται ο υψηλής ανάλυσης αισθητήρας IIR διάταξης εστιακού επιπέδου FPA (Focal Plane Array) ο οποίος σε συνδυασµό µε τους αλγόριθµους αυτόµατης πρόσκτησης στόχου ATA (Automatic Target Acquisition) εµπλέκει στον στόχο. Κατά την διαδικασία ATA, αρχικά ο αισθητήρας συγκρίνει την «θέα» του στόχου µε τα στοιχεία αναφοράς που έχουν αποθηκευτεί πριν την πτήση. Στην συνέχεια αναγνωρίζει τον στόχο και ακολουθεί µία δεύτερη διαδικασία πρόσκτησης υψηλότερης ανάλυσης όπου ο αισθητήρας «τοποθετεί» το σταυρόνηµα στο ακριβές σηµείο πρόσκρουσης. Το τελευταίο εξάγεται πάλι από εικόνες δορυφορικής ανάλυσης υψηλής ευκρίνειας. Στην περίπτωση του συγκεκριµένου στόχου θα πρέπει να έχει εξαχθεί τόσο η εικόνα των υπερπληρωτών και των υδροηλεκτρικού εργοστασίου. 

Στο ερώτηµα κατά πόσο είναι δυνατή διάρρηξη επαρκούς απόστασης στη σκυροδεµατική δοµή των σηµείων του φράγµατος που θα προσβληθούν το SCALP-EG διαθέτει µια εκρηκτική υψηλής διατρητικότητας κεφαλή BROACH (Βomb Royal Ordnance Augmented CΗarge) βάρους 450 χλγρ. η οποία µε την προσβολή του βλήµατος δηµιουργεί αρχικά µια οπή µε τη θερµότητα που προκαλεί η έκρηξη. 

Το πρώτο τµήµα AC (Augmenting Charge) είναι κοίλης γόµωσης και έχει ως στόχο την εκτόνωση αερίων υψηλής ταχύτητας που έχουν υπερθερµανθεί και επιτρέπουν στο δεύτερο στάδιο FHB (Follow Through Bomb) να ενεργοποιηθεί µε χρονικό πυροσωλήνα που έχει προγραµµατιστεί ανάλογα εντός του στόχου αφού τον  διατρήσει χωρίς πρόβληµα λόγω της «προεργασίας» του AC. Έτσι η γόµωση τύπου BROACH µπορεί να διαπεράσει σκυρόδεµα πάχους µεγαλύτερου των 6µ. ή να προχωρήσει σε βάθος εδάφους µεγαλύτερο των 9 µ. και να επιφέρει πλήγµα σε καλά προστατευµένους στόχους. 

Αν και η γόµωση BROACH δεν εξαρτά την δυνατότητα διάτρησης από την επίτευξη υψηλής ταχύτητας και κλίσης πρόσκρουσης όπως οι τυπικές διατρητικές βόµβες επιτρέποντας τον διπλασιασµό της επιτρεπτής κλίσης πρόσκρουσης στον στόχο, εντούτοις η πρόσκρουση στο στόχο καλό να είναι να επιτευχθεί µε γωνία υψηλής δυναµικής προσβολής και τέτοια γωνία δεν είναι άλλη από αυτή ων 90 µοιρών στην επιφάνεια της προσβολής. Παρόλα αυτά ο σχεδιαστής της αποστολής έχοντας όλα τα δεδοµένα του στόχου, κλίση επιφάνειας, υλικό, µπορεί να προγραµµατίσει την επιθυµητή γωνία πρόσκρουσης γνωρίζοντας τις πιθανές αδυναµίες του και τα τρωτά του σηµεία. 

Το µεγάλο «στοίχηµα» είναι ακριβώς αυτό: Το κατά πόσο το τοιχίο που διαχωρίζει το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο από τους τόνους του ύδατος αντέξει σε ένα τριπλό κτύπηµα των βληµάτων SCALP-EG –και µε την προϋπόθεση ότι αυτά θα προσβάλουν το ίδιο σηµείο- είναι ένα ερώτηµα. Αν και το πάχος του δεν εκτιµάται να είναι πάνω από τα 20 µέτρα εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει µια ισχυρή κατασκευή, µια κατασκευή όµως που έχει ένα εξίσου ισχυρό αντίπαλο: Την υδροστατική πίεση. 

Και ένα σύµµαχο: Το µικρό ύψος της στήλης του υγρού στο σηµείο εκείνο. Παρόλα αυτά η υδροστατική πίεση είναι µεγάλη ακόµη και έτσι. Ακόµη και ένα µικρό ρήγµα µπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτες επιπτώσεις, επιπτώσεις που η επιδείνωσή τους δεν µπορεί να προβλεφτεί. 

Είναι σηµαντικό πως η προσβολή πρέπει να γίνει από την κατάντη πλευρά έτσι ώστε αυτή να πραγµατοποιηθεί κάτω από τη στάθµη των υδάτων εάν αυτό είναι δυνατό καθώς θα εξαρτηθεί από το επίπεδο της στάθµης τη συγκεκριµένη εποχή. Η δηµιουργία ρήγµατος στη συγκεκριµένη (αριστερή) πλευρά θα δηµιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη διεύρυνσή του και τη δηµιουργία αστοχίας. 

Υπάρχει βέβαια και η δυνατότητα η προσβολή του βλήµατος να πραγµατοποιηθεί κάθετα στο χείλος του τοιχίου ή λίγο πιο κάτω από αυτό. Η κάθετη προσβολή ίσως είναι µια εξίσου αποτελεσµατική µέθοδος αν και η οριστική επιλογή θα εξαρτηθεί όπως έχουµε αναφέρει από πολλές µεταβλητές. 

Τα 1350 χλγρ. της συνολικής εκρηκτικής ύλης που θα καταπέσουν πάντως  στο σηµείο προσβολής εκτιµάται πως συγκεντρώνουν αρκετή εκρηκτική ισχύ για την πρόκληση σοβαρών καταστροφών. Σε ότι αφορά την δεξιά πλευρά αυτή της διάταξης των αγωγών των υπερπληρωτών η κατασκευή αν και περιλαµβάνει και αυτή σκυροδεµατική δοµή θεωρείται πιο αδύναµη. Η προσβολή και εκεί άλλων τριών SCALP-EG πιθανότατα θα δηµιουργήσει τοπική αστοχία της κατασκευής. Αυτό όµως που είναι σηµαντικό είναι η δηµιουργία του ρήγµατος σε οποιαδήποτε πλευρά να έρθει σε επαφή µε ύδατα, µε λίγα λόγια να είναι στο ίδιο ή σε χαµηλότερο επίπεδο στάθµης. 

Μόνο έτσι µπορεί να εξασφαλιστεί κάποιος ρυθµός εισόδου νερών στην κατάντη πλευρά. Ο στόχος του συγκεκριµένου τύπου προσβολής είναι η πίεση της ροής των υδάτων στα πλευρά του φράγµατος να δηµιουργήσει πιέσεις στην κεντρική κατασκευή. Βέβαια η λειτουργία των δύο πλευρικών ρηγµάτων θα αποκτήσει το χαρακτήρα δύο µεγάλων υπερπληρωτών µε αποτέλεσµα όταν η στάθµη  της αποθεµατικής λίµνης χαµηλώσει η ροή να σταµατήσει χωρίς να προκληθεί άλλη περαιτέρω ζηµιά στο φράγµα. Υπάρχει πάντα όµως το ενδεχόµενο –και ανάλογα της στάθµης- η ροή αυτή να είναι τόσο ισχυρή ώστε να προκαλέσει ανεπανόρθωτες ζηµιές στην όλη κατασκευή. 

Όπως και να έχει πάντως αυτό είναι το µέγιστο δυνατό αποτέλεσµα που µπορεί να προκαλέσει συγκεκριµένος αριθµός SCALP-EG. Ακόµη όµως και αν δεν επέλθει καταστροφή του φράγµατος, αυτή δεν πρόκειται να την αποφύγει το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο αφαιρώντας τουλάχιστον 2400 MW από το δίκτυο ηλεκτροδότησης, που σε καιρό συρράξεως σίγουρα µπορεί να αποδειχθεί µια σηµαντική γεωστρατηγική απώλεια. Όλα αυτά βέβαια µε την προϋπόθεση  πως τίποτα άλλο δεν πρόκειται να πρόκειται να επηρεάσει τη στάθµη της λίµνης. 


https://www.defencenet.gr/